τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Αταβισμός

Αταβισμός

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1936

            Ένα χλωμό φεγγάρι κρεμόταν πάνω απ’ το κοιμισμένο χωριό. Ησυχία επικρατούσε σ’ όλον τον οικισμό και μονάχα στο διώροφο πέτρινο σπίτι απέναντι από την εκκλησία υπήρχε ακόμη φως. Στο πάνω πάτωμα μια πόρτα ξεκλειδώθηκε. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο, έσμιξε τα φρύδια του, ίσιωσε το μουστάκι του και κοίταξε βλοσυρά το γιο του που στεκόταν όρθιος πλάι στο κρεβάτι.

            -Λέγε μωρέ, εσύ τα πήρες τα λεφτά; είπε απότομα.

            -Σου είπα όχι, απάντησε με ακύμαντη φωνή ο νέος.

            -Και τότε ποιος; Φτερά έκαναν και πέταξαν;

            -Δεν ξέρω· παράτα με!

            Ο πατέρας ξεφύσησε· ένιωσε το αίμα του να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Η εικόνα του γιου του τον εξόργιζε· δυσκολευόταν να υποφέρει το περήφανο βλέμμα του, το αυθάδες ύφος του, το ειρωνικό χαμόγελο που διαγραφόταν ανεπαίσθητα στην άκρη των χειλιών του. Έξυσε το κεφάλι του αμήχανα και είπε:

            -Πέσε για ύπνο, αύριο πρέπει να ’σαι ξεκούραστος. Μη μας κάνεις κανένα ρεζιλίκι.

            Έσκυψε και πήρε από κάτω τα παπούτσια του νέου.

            -Πού τα πας αυτά; διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

            -Δεν τα χρειάζεσαι. Από δω μέσα θα βγεις φορώντας τα γαμπριάτικά σου.

            Ο πατέρας βγήκε ξανά έξω και διπλοκλείδωσε την πόρτα. Περπάτησε ψηλαφώντας τον τοίχο, ώσπου τρύπωσε στην άλλη κάμαρα που βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου. Το λυχνάρι έκαιγε τρεμοπαίζοντας στο τραπεζάκι, η γυναίκα του έστρωνε γερμένη τις κουβέρτες και τα σεντόνια. Άρχισε να ξεντύνεται.

            -Τι λες κι εσύ γυναίκα, αυτός τα πήρε τα λεφτά που λείπουν απ’ το συρτάρι; είπε.

            -Πού να ξέρω η δόλια, μουρμούρισε εκείνη.

            -Όχι τίποτα άλλο, μη μας σκαρώσει κανά χουνέρι τέτοιος που είναι. Εμείς δεν κάναμε παιδί, αγρίμι κάναμε. Ακούς εκεί, να μην κάθεται να δουλεύει στα χωράφια, να εξαφανίζεται κάθε τρεις και λίγο στη Θεσσαλονίκη, να ξενυχτάει, να θέλει να γίνει οργανοπαίχτης. Και μ’ αυτούς τους παράνομους πολιτικούς κύκλους που ’χει ανακατωθεί, να μου το θυμηθείς, θα ’χουμε κακά ξεμπερδέματα. Η καινούργια κυβέρνηση δεν αστειεύεται. Όλα όμως θα αλλάξουν από αύριο. Βιάστηκα λίγο να κανονίσω το γάμο, μα τι να έκανα, δεν είχα περιθώρια. Η κόρη του Μπάμπη είναι νοικοκυρά και μαζί θα κάνουν γερά παιδιά. Ύστερα θα βάλει κι εκείνος μυαλό. Αλλιώς είναι ο στεφανωμένος, έχει ευθύνη, δεν μπορεί να τριγυρνάει από δω κι από κει. Έχε μου εμπιστοσύνη γυναίκα, θα δεις, από αύριο τελειώνουν τα βάσανά μας.

            Η μεσόκοπη γυναίκα τραύλισε κάτι ακατανόητο μέσα απ’ τα δόντια της, σταυροκοπήθηκε και ξάπλωσε. Ο πατέρας έκανε κι αυτός το σταυρό του και χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

            Στην άλλη άκρη του ίδιου πατώματος, ο νέος είχε ανοίξει διάπλατα το παράθυρο και επισκοπούσε περίσκεπτος το στενορύμι από κάτω και τη λεύκα αντίκρυ, σα να έκανε υπολογισμούς. Κατόπιν φόρεσε το τριμμένο του σακάκι που φούσκωνε στη μεριά της εσωτερικής τσέπης και κούνησε πάνω κάτω το ζωνάρι του ένα κουδούνισμα από κέρματα ακούστηκε. Κοίταξε πάλι απ’ το παράθυρο· το ύψος ήταν αρκετά μεγάλο για να πηδήξει. Αν τα κατάφερνε να γαντζωθεί από κείνο το χοντρό κλαδί που του ένευε; Σκαρφάλωσε στο περβάζι και μ’ ένα σάλτο εφόρμησε στο κενό. Όταν τα γυμνά του πέλματα ακούμπησαν στο έδαφος, το μανίκι του είχε σκιστεί, στο πρόσωπο και τα χέρια ήταν γδαρμένος.

            Ξεκίνησε να τρέχει· η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την κίνηση και από την έξαψη. Άφησε πίσω του το χωριό· ο Θεσσαλικός κάμπος απλώθηκε μπροστά του σαν δαντέλα στο χρώμα της ώχρας. Η σελήνη, ο ουρανός, η ευθύπεδη γη που έσβηνε στο βάθος, ο δροσερός αέρας, οι μυρωδιές του αγρού, όλα αυτά μαζί έφτιαχναν ένα μείγμα που μεθούσε το νου του και κείνος έτρεχε και έτρεχε εκστασιασμένος.

            Το ξημέρωμα τον βρήκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας. Όσοι περίμεναν το τρένο στην αποβάθρα, έβλεπαν με περιέργεια τον νέο που είχε γυμνά και λασπωμένα πόδια και φαινόταν χτυπημένος αλλά συνάμα χαρούμενος. Εκείνος χαμογελούσε αόριστα· στο ένα του χέρι κρατούσε το εισιτήριο που έγραφε: «Προορισμός- Αθήναι» και με το άλλο χάιδευε τις χορδές απ’ τον μπαγλαμά που είχε κρυμμένο στο σακάκι του.

            ΜΑΪΟΣ 2017

            Στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας βαρούσαν τηλέφωνα, σκόρπιες ομιλίες ηχούσαν από δεξιά κι αριστερά μπολιασμένες με τιτιβίσματα πληκτρολογίων. Ο Στέργιος ξεκούμπωσε τα δύο τελευταία κουμπιά απ’ το πουκάμισό του και μετά έβγαλε τα γυαλιά του και τα ακούμπησε πλάι στην οθόνη του υπολογιστή. Έτριψε τα μάτια του και ιχνηλάτησε με τα ακροδάχτυλα το αξύριστο σαγόνι του. Απ’ το πρωί που ξύπνησε ένας αλλόκοτος ίλιγγος τον είχε κυριεύσει και δεν μπορούσε να ηρεμήσει με τίποτα. Ήταν λες και είχε βγει απ’ τον εαυτό του και παρακολουθούσε την ίδια του τη ζωή σαν αμείλικτος κριτής. Η καθημερινότητα που ανέκαθεν ήταν το νερό που εντός του κολυμπούσε με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, σήμερα του έμοιαζε φαιδρή και ανούσια. Κάτι βαθιά μέσα του κόχλαζε και απειλούσε να εκραγεί. Προσπάθησε να καταπνίξει αυτό το συναίσθημα, όσο περνούσε η ώρα όμως εκείνο έδειχνε να φουντώνει όλο και πιο πολύ.

            Τι τον είχε πιάσει στα καλά καθούμενα; Γιατί δυσανασχετούσε με τη δουλειά του; Γιατί αναλογιζόταν τη ρουτίνα του και ασφυκτιούσε; Εκείνος ποτέ δεν ήταν έτσι, ποτέ δεν εξεγειρόταν ενάντια στις συμβάσεις του, το αντίθετο, του άρεσαν οι συμβάσεις, μοχθούσε για να τις χαλυβδώνει και πάντα επιδίωκε να δρα σε ασφαλές περιβάλλον, να αποφεύγει τα απρόοπτα, να μη διολισθαίνει από το πρόγραμμά του. Ήταν ήσυχος χαρακτήρας ο Στέργιος, σαν τους γονείς του και σαν τον παππού και τη γιαγιά του. Δεν έσπασε την αλυσίδα, ποτέ δε θέλησε να την σπάσει· ήταν ο συνεχιστής της ήπιας, γεμάτης απτούς στόχους, οικογενειακής ιδιοσυγκρασίας. Πιο πίσω απ’ τον παππού και τη γιαγιά του, δεν ήξερε τι σόι άνθρωποι είχαν υπάρξει στην οικογένεια και ούτε τον ενδιέφερε. Μια φορά μονάχα θυμόταν που ο παππούς του είχε πει πως ο πατέρας του, ο προπάππους δηλαδή του Στέργιου, είχε έρθει στην Αθήνα ξυπόλητος από κάποιο χωριό της Θεσσαλίας. Δε ρώτησε να μάθει τίποτα άλλο και απ’ τη Λάρισα μόνο ταξιδεύοντας με το αυτοκίνητο είχε περάσει χωρίς να σταματήσει εκεί καθόλου.

            Ήταν μετρημένος και σοβαρός, απεχθανόταν τις τρέλες και πάντοτε έπραττε ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά. Παρόλο που δεν τον ενθουσίαζαν τα λογιστικά, τα σπούδασε αγόγγυστα. Όταν βρήκε αυτή τη δουλειά ως απλός υπάλληλος ανάμεσα σε τόσους άλλους που απασχολούσε η επιχείρηση, ο πατέρας του τον χτύπησε στον ώμο και του είπε: «Πάλι καλά να λες, δε βλέπεις τι γίνεται γύρω μας; Δεν πειράζει που ο μισθός είναι χαμηλός, θα σε βοηθήσουμε κι εμείς». Ο Στέργιος κούνησε καταφατικά το κεφάλι, όπως το κουνούσε επίσης καταφατικά όλες τις φορές που τον πίεζαν οι προϊστάμενοί του να είναι πιο αποδοτικός, πιο σχολαστικός, πιο ευπρεπής. Η μόνη παραφωνία στην αρμονικά σχεδιασμένη ζωή του, ήταν οι στιγμές που κλεινόταν στο διαμέρισμά του, απενεργοποιούσε το κινητό του και καθόταν και ζωγράφιζε με τις ώρες. Εκείνες τις στιγμές αιωρούταν αβαρής σ’ ένα άναρχο σύμπαν που τον φόβιζε και ταυτόχρονα τον γοήτευε. Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει γι’ αυτό, ούτε και είχε δείξει τους πίνακές του, τους οποίους μόλις τους τελείωνε τους καταχώνιαζε στο πατάρι.

            Κοίταξε τους συναδέλφους του που ήταν σκυμμένοι στους υπολογιστές τους ή μιλούσαν σε μικρόφωνα συνδεδεμένα με ακουστικά. Του ’ρθε μια παράλογη λαχτάρα για καταστροφή· έκανε μια απόπειρα να καταστείλει το πάθος του, γρήγορα όμως παραιτήθηκε καταλαβαίνοντας πως ήταν τελείως μάταιη. Βούλιαξε στην καρέκλα του και άναψε τσιγάρο. Έπειτα από λίγο τον πλησίασε ο υπεύθυνος του τμήματος.

            -Τι κάνεις Στέργιο, έχεις παλαβώσει; τον ρώτησε έκπληκτος.

            -Χαλαρώνω, αποκρίθηκε εκείνος με βλέμμα που σπίθιζε.

            -Σβήσε αμέσως το τσιγάρο και γύρνα στην εργασία σου. Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Γιατί είσαι αξύριστος; έσκουξε παρατηρώντας τον καλύτερα. Και κούμπωσε το πουκάμισό σου, δεν είσαι στην παραλία! Όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν μπορώ να μη σε αναφέρω στον διευθυντή, πρόσθεσε.

            -Άντε στο διάολο κι εσύ κι ο διευθυντής! είπε ο Στέργιος με μια φωνή παράξενη, σα να μιλούσε κάποιος άλλος από μέσα του και πέταξε πέρα το πληκτρολόγιο.

            Ο προϊστάμενος κοκάλωσε· εκείνος σηκώθηκε και τράβηξε κατά την έξοδο. Καθώς διάβαινε το κατώφλι της αίθουσας, νόμισε πως βρισκόταν στην εξοχή, πως ήταν βράδυ και έτρεχε ελεύθερος. 

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης 

 

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Επιμέλεια κειμένου

Θεόδωρος Στάμος

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΦΗΒΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Κάθε βιβλίο παρουσιάζεται μ’ έναν τέτοιο τρόπο ώστε να επιλέγει ο καθένας αυτό που τον ενδιαφέρει. Βλέποντας κανείς τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην "ταυτότητα" του βιβλίου, μπορεί να κρίνει εάν ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντά του. Οι "Θεματικές Ενότητες" στις οποίες εντάσσονται τα βιβλία είναι οι εξής: Α. Ο άνθρωπος και η φύση, Πόλη – Ύπαιθρος Β. Λαογραφικά Γ. Οικογενειακές σχέσεις Δ. Θρησκευτική ζωή Ε. Εθνική ζωή Ζ. Παλαιότερες μορφές ζωής Η. Ταξιδιωτικά κείμενα Θ. Η αποδημία/Ο καημός της ξενιτιάς/Ο ελληνισμός έξω από τα σύνορα/Τα μικρασιατικά /Οι πρόσφυγες Ι. Αθλητισμός ΙΑ. Η αγάπη για τους συνανθρώπους μας/Οι φιλικοί δεσμοί/Η αγάπη ΙΒ. Η βιοπάλη/Το αγωνιστικό πνεύμα του ανθρώπου ΙΓ. Προβλήματα της σύγχρονης ζωής ΙΔ. Οι φίλοι μας τα ζώα ΙΕ. Θέατρο 1. Αλληγορικά 2. Εφηβικοί Έρωτες 3. Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές 4. Ιστορικά. Οι "Ετικέτες" εξειδικεύουν ακόμη περισσότερο το περιεχόμενο του βιβλίου, αναφέροντας τα θεματικά του κέντρα. Οι "Ερωτήσεις" καταβλήθηκε προσπάθεια να είναι διαφορετικές, όσο είναι δυνατό, για κάθε βιβλίο και προσαρμοσμένες σ’ αυτό. Σχεδόν όλες είναι ανοικτού τύπου, που δεν απαντώνται, δηλαδή, μονολεκτικά. Χρήσιμο θα ήταν να γράφονται από τους μαθητές -εάν ο αναγνώστης του βιβλίου είναι μαθητής- και να δίνονται στον εκπαιδευτικό ή τον γονέα για διόρθωση. Σχεδόν όλες απαιτούν κριτική ικανότητα. Οποιεσδήποτε παρατηρήσεις ή απορίες έχει κανείς μπορεί να τις αποστείλει με τη μορφή σχολίου στον ιστότοπο που φιλοξενεί τις παρουσιάσεις μου ή στην παρακάτω διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: st_theodor@yahoo.gr

2 Σχόλια

  1. Lena Mavroudi Mouliou

    ”Και η ζωή επαναλαμβάνεται”κληρονομικώ δικαίω όπως θα λέγαμε πιο περι διαγραμμάτων!
    Πάρα πολύ ωραίο και ωραία γραφή.

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Κατσούπης

      Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος