Αταβισμός

18.05.2019

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1936

            Ένα χλωμό φεγγάρι κρεμόταν πάνω απ’ το κοιμισμένο χωριό. Ησυχία επικρατούσε σ’ όλον τον οικισμό και μονάχα στο διώροφο πέτρινο σπίτι απέναντι από την εκκλησία υπήρχε ακόμη φως. Στο πάνω πάτωμα μια πόρτα ξεκλειδώθηκε. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο, έσμιξε τα φρύδια του, ίσιωσε το μουστάκι του και κοίταξε βλοσυρά το γιο του που στεκόταν όρθιος πλάι στο κρεβάτι.

            -Λέγε μωρέ, εσύ τα πήρες τα λεφτά; είπε απότομα.

            -Σου είπα όχι, απάντησε με ακύμαντη φωνή ο νέος.

            -Και τότε ποιος; Φτερά έκαναν και πέταξαν;

            -Δεν ξέρω· παράτα με!

            Ο πατέρας ξεφύσησε· ένιωσε το αίμα του να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Η εικόνα του γιου του τον εξόργιζε· δυσκολευόταν να υποφέρει το περήφανο βλέμμα του, το αυθάδες ύφος του, το ειρωνικό χαμόγελο που διαγραφόταν ανεπαίσθητα στην άκρη των χειλιών του. Έξυσε το κεφάλι του αμήχανα και είπε:

            -Πέσε για ύπνο, αύριο πρέπει να ’σαι ξεκούραστος. Μη μας κάνεις κανένα ρεζιλίκι.

            Έσκυψε και πήρε από κάτω τα παπούτσια του νέου.

            -Πού τα πας αυτά; διαμαρτυρήθηκε εκείνος.

            -Δεν τα χρειάζεσαι. Από δω μέσα θα βγεις φορώντας τα γαμπριάτικά σου.

            Ο πατέρας βγήκε ξανά έξω και διπλοκλείδωσε την πόρτα. Περπάτησε ψηλαφώντας τον τοίχο, ώσπου τρύπωσε στην άλλη κάμαρα που βρισκόταν στο τέλος του διαδρόμου. Το λυχνάρι έκαιγε τρεμοπαίζοντας στο τραπεζάκι, η γυναίκα του έστρωνε γερμένη τις κουβέρτες και τα σεντόνια. Άρχισε να ξεντύνεται.

            -Τι λες κι εσύ γυναίκα, αυτός τα πήρε τα λεφτά που λείπουν απ’ το συρτάρι; είπε.

            -Πού να ξέρω η δόλια, μουρμούρισε εκείνη.

            -Όχι τίποτα άλλο, μη μας σκαρώσει κανά χουνέρι τέτοιος που είναι. Εμείς δεν κάναμε παιδί, αγρίμι κάναμε. Ακούς εκεί, να μην κάθεται να δουλεύει στα χωράφια, να εξαφανίζεται κάθε τρεις και λίγο στη Θεσσαλονίκη, να ξενυχτάει, να θέλει να γίνει οργανοπαίχτης. Και μ’ αυτούς τους παράνομους πολιτικούς κύκλους που ’χει ανακατωθεί, να μου το θυμηθείς, θα ’χουμε κακά ξεμπερδέματα. Η καινούργια κυβέρνηση δεν αστειεύεται. Όλα όμως θα αλλάξουν από αύριο. Βιάστηκα λίγο να κανονίσω το γάμο, μα τι να έκανα, δεν είχα περιθώρια. Η κόρη του Μπάμπη είναι νοικοκυρά και μαζί θα κάνουν γερά παιδιά. Ύστερα θα βάλει κι εκείνος μυαλό. Αλλιώς είναι ο στεφανωμένος, έχει ευθύνη, δεν μπορεί να τριγυρνάει από δω κι από κει. Έχε μου εμπιστοσύνη γυναίκα, θα δεις, από αύριο τελειώνουν τα βάσανά μας.

            Η μεσόκοπη γυναίκα τραύλισε κάτι ακατανόητο μέσα απ’ τα δόντια της, σταυροκοπήθηκε και ξάπλωσε. Ο πατέρας έκανε κι αυτός το σταυρό του και χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

            Στην άλλη άκρη του ίδιου πατώματος, ο νέος είχε ανοίξει διάπλατα το παράθυρο και επισκοπούσε περίσκεπτος το στενορύμι από κάτω και τη λεύκα αντίκρυ, σα να έκανε υπολογισμούς. Κατόπιν φόρεσε το τριμμένο του σακάκι που φούσκωνε στη μεριά της εσωτερικής τσέπης και κούνησε πάνω κάτω το ζωνάρι του ένα κουδούνισμα από κέρματα ακούστηκε. Κοίταξε πάλι απ’ το παράθυρο· το ύψος ήταν αρκετά μεγάλο για να πηδήξει. Αν τα κατάφερνε να γαντζωθεί από κείνο το χοντρό κλαδί που του ένευε; Σκαρφάλωσε στο περβάζι και μ’ ένα σάλτο εφόρμησε στο κενό. Όταν τα γυμνά του πέλματα ακούμπησαν στο έδαφος, το μανίκι του είχε σκιστεί, στο πρόσωπο και τα χέρια ήταν γδαρμένος.

            Ξεκίνησε να τρέχει· η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την κίνηση και από την έξαψη. Άφησε πίσω του το χωριό· ο Θεσσαλικός κάμπος απλώθηκε μπροστά του σαν δαντέλα στο χρώμα της ώχρας. Η σελήνη, ο ουρανός, η ευθύπεδη γη που έσβηνε στο βάθος, ο δροσερός αέρας, οι μυρωδιές του αγρού, όλα αυτά μαζί έφτιαχναν ένα μείγμα που μεθούσε το νου του και κείνος έτρεχε και έτρεχε εκστασιασμένος.

            Το ξημέρωμα τον βρήκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας. Όσοι περίμεναν το τρένο στην αποβάθρα, έβλεπαν με περιέργεια τον νέο που είχε γυμνά και λασπωμένα πόδια και φαινόταν χτυπημένος αλλά συνάμα χαρούμενος. Εκείνος χαμογελούσε αόριστα· στο ένα του χέρι κρατούσε το εισιτήριο που έγραφε: «Προορισμός- Αθήναι» και με το άλλο χάιδευε τις χορδές απ’ τον μπαγλαμά που είχε κρυμμένο στο σακάκι του.

            ΜΑΪΟΣ 2017

            Στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας βαρούσαν τηλέφωνα, σκόρπιες ομιλίες ηχούσαν από δεξιά κι αριστερά μπολιασμένες με τιτιβίσματα πληκτρολογίων. Ο Στέργιος ξεκούμπωσε τα δύο τελευταία κουμπιά απ’ το πουκάμισό του και μετά έβγαλε τα γυαλιά του και τα ακούμπησε πλάι στην οθόνη του υπολογιστή. Έτριψε τα μάτια του και ιχνηλάτησε με τα ακροδάχτυλα το αξύριστο σαγόνι του. Απ’ το πρωί που ξύπνησε ένας αλλόκοτος ίλιγγος τον είχε κυριεύσει και δεν μπορούσε να ηρεμήσει με τίποτα. Ήταν λες και είχε βγει απ’ τον εαυτό του και παρακολουθούσε την ίδια του τη ζωή σαν αμείλικτος κριτής. Η καθημερινότητα που ανέκαθεν ήταν το νερό που εντός του κολυμπούσε με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου, σήμερα του έμοιαζε φαιδρή και ανούσια. Κάτι βαθιά μέσα του κόχλαζε και απειλούσε να εκραγεί. Προσπάθησε να καταπνίξει αυτό το συναίσθημα, όσο περνούσε η ώρα όμως εκείνο έδειχνε να φουντώνει όλο και πιο πολύ.

            Τι τον είχε πιάσει στα καλά καθούμενα; Γιατί δυσανασχετούσε με τη δουλειά του; Γιατί αναλογιζόταν τη ρουτίνα του και ασφυκτιούσε; Εκείνος ποτέ δεν ήταν έτσι, ποτέ δεν εξεγειρόταν ενάντια στις συμβάσεις του, το αντίθετο, του άρεσαν οι συμβάσεις, μοχθούσε για να τις χαλυβδώνει και πάντα επιδίωκε να δρα σε ασφαλές περιβάλλον, να αποφεύγει τα απρόοπτα, να μη διολισθαίνει από το πρόγραμμά του. Ήταν ήσυχος χαρακτήρας ο Στέργιος, σαν τους γονείς του και σαν τον παππού και τη γιαγιά του. Δεν έσπασε την αλυσίδα, ποτέ δε θέλησε να την σπάσει· ήταν ο συνεχιστής της ήπιας, γεμάτης απτούς στόχους, οικογενειακής ιδιοσυγκρασίας. Πιο πίσω απ’ τον παππού και τη γιαγιά του, δεν ήξερε τι σόι άνθρωποι είχαν υπάρξει στην οικογένεια και ούτε τον ενδιέφερε. Μια φορά μονάχα θυμόταν που ο παππούς του είχε πει πως ο πατέρας του, ο προπάππους δηλαδή του Στέργιου, είχε έρθει στην Αθήνα ξυπόλητος από κάποιο χωριό της Θεσσαλίας. Δε ρώτησε να μάθει τίποτα άλλο και απ’ τη Λάρισα μόνο ταξιδεύοντας με το αυτοκίνητο είχε περάσει χωρίς να σταματήσει εκεί καθόλου.

            Ήταν μετρημένος και σοβαρός, απεχθανόταν τις τρέλες και πάντοτε έπραττε ζυγίζοντας τα υπέρ και τα κατά. Παρόλο που δεν τον ενθουσίαζαν τα λογιστικά, τα σπούδασε αγόγγυστα. Όταν βρήκε αυτή τη δουλειά ως απλός υπάλληλος ανάμεσα σε τόσους άλλους που απασχολούσε η επιχείρηση, ο πατέρας του τον χτύπησε στον ώμο και του είπε: «Πάλι καλά να λες, δε βλέπεις τι γίνεται γύρω μας; Δεν πειράζει που ο μισθός είναι χαμηλός, θα σε βοηθήσουμε κι εμείς». Ο Στέργιος κούνησε καταφατικά το κεφάλι, όπως το κουνούσε επίσης καταφατικά όλες τις φορές που τον πίεζαν οι προϊστάμενοί του να είναι πιο αποδοτικός, πιο σχολαστικός, πιο ευπρεπής. Η μόνη παραφωνία στην αρμονικά σχεδιασμένη ζωή του, ήταν οι στιγμές που κλεινόταν στο διαμέρισμά του, απενεργοποιούσε το κινητό του και καθόταν και ζωγράφιζε με τις ώρες. Εκείνες τις στιγμές αιωρούταν αβαρής σ’ ένα άναρχο σύμπαν που τον φόβιζε και ταυτόχρονα τον γοήτευε. Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει γι’ αυτό, ούτε και είχε δείξει τους πίνακές του, τους οποίους μόλις τους τελείωνε τους καταχώνιαζε στο πατάρι.

            Κοίταξε τους συναδέλφους του που ήταν σκυμμένοι στους υπολογιστές τους ή μιλούσαν σε μικρόφωνα συνδεδεμένα με ακουστικά. Του ’ρθε μια παράλογη λαχτάρα για καταστροφή· έκανε μια απόπειρα να καταστείλει το πάθος του, γρήγορα όμως παραιτήθηκε καταλαβαίνοντας πως ήταν τελείως μάταιη. Βούλιαξε στην καρέκλα του και άναψε τσιγάρο. Έπειτα από λίγο τον πλησίασε ο υπεύθυνος του τμήματος.

            -Τι κάνεις Στέργιο, έχεις παλαβώσει; τον ρώτησε έκπληκτος.

            -Χαλαρώνω, αποκρίθηκε εκείνος με βλέμμα που σπίθιζε.

            -Σβήσε αμέσως το τσιγάρο και γύρνα στην εργασία σου. Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Γιατί είσαι αξύριστος; έσκουξε παρατηρώντας τον καλύτερα. Και κούμπωσε το πουκάμισό σου, δεν είσαι στην παραλία! Όπως αντιλαμβάνεσαι, δεν μπορώ να μη σε αναφέρω στον διευθυντή, πρόσθεσε.

            -Άντε στο διάολο κι εσύ κι ο διευθυντής! είπε ο Στέργιος με μια φωνή παράξενη, σα να μιλούσε κάποιος άλλος από μέσα του και πέταξε πέρα το πληκτρολόγιο.

            Ο προϊστάμενος κοκάλωσε· εκείνος σηκώθηκε και τράβηξε κατά την έξοδο. Καθώς διάβαινε το κατώφλι της αίθουσας, νόμισε πως βρισκόταν στην εξοχή, πως ήταν βράδυ και έτρεχε ελεύθερος. 

γράφει ο Βαγγέλης Κατσούπης 

 

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!

Ακολουθήστε μας

Λευκό πέπλο

Λευκό πέπλο

Δροσάτη νύχτα, αέρινη, Απριλίου. Στη λεωφόρο θόρυβος αυτοκινήτων. Χθες αρραβωνιάστηκαν δυο νέα παιδιά.  Το επόμενο Σάββατο, σε μια εξόρμησή τους στην εξοχική Ιερά Ανδρώα Μονή, περνούν τη μεγάλη πύλη με τον Σταυρό. Στην είσοδο του καθολικού δίπλα στο μανουάλι, ένας...

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Βροντή

Βροντή

Αθήνα Απαυδισμένοι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους. Αναμένονταν κινητοποιήσεις για το δημοψήφισμα με επίκεντρο την Πλατεία Συντάγματος. Αεροδρόμιο Μακεδονία «Σας μιλάει ο κυβερνήτης από το πιλοτήριο του αεροσκάφους. Αυτή είναι μια πτήση μη καπνιστών. Θερμοκρασία εδάφους...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Ο προφήτης

Ο προφήτης

Τράβηξε το κάρο και το ζεύτηκε. Και έφερε και μια και δυο γυροβολιές και πόσες άλλες έφερε μέσα στο κύλισμα των χρόνων. Και έκαμε τον κόσμο του κατά πως τον ήθελε. Και με το βλέμμα έψαχνε να βρει, έβρισκε μονάχα τον εαυτό του.  Κάποτε κουράστηκε και τότε είδε.  Είδε...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Δεκαοκτώ μήνες

Δεκαοκτώ μήνες

Κανείς δεν επρόκειτο να του πάρει την ελευθερία του. Ο Πέτρος έχει και νομικό οπλοστάσιο στα χέρια του και οργανώνεται μέσα από τη φυλακή. Με τα συντρόφια του επικοινωνεί συνέχεια, καθώς και με την Άννα, που είναι μαζί από το πρώτο έτος της νομικής. Όλοι αυτοί ήταν...

2 σχόλια

2 Σχόλια

  1. Lena Mavroudi Mouliou

    ”Και η ζωή επαναλαμβάνεται”κληρονομικώ δικαίω όπως θα λέγαμε πιο περι διαγραμμάτων!
    Πάρα πολύ ωραίο και ωραία γραφή.

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Κατσούπης

      Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου