Ατελές κολλάζ, του Σταύρου Σταμπόγλη

2.05.2021

σχόλια

Ατελές κολλάζ

Σταύρος Σταμπόγλης

_

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

Η ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταμπόγλη, που φέρει τον τίτλο ‘Ατελές Κολλάζ,’ κυκλοφόρησε το 2020, από τις εκδόσεις Κουκκίδα.[1] Αρχικά, δύναται να επισημάνουμε πως, όπως και ο τίτλος της συλλογής, δηλοί, πρόθεση του ποιητή[2] δεν είναι να καταθέσει ενώπιον του αναγνώστη κάτι πλήρες ή αλλιώς, ολοκληρωμένο ποιητικά, όσο να συγκροτήσει ένα ποιητικό πεδίο εντός του οποίου και εμφιλοχωρούν η ιστορία και η μνήμη, τα χάσματα της σύγχρονης εποχής, η δια-κειμενικότητα[3] και ως ιδιαίτερο στοιχείο που προσδίδει βάθος στην ποιητική συλλογή.

Άρα,[4] ο τίτλος της συλλογής, που είναι ‘ατελές κολλάζ’ λειτουργεί ως ένα ‘καλειδοσκόπιο’ που φέρει εντός της τις σπειροειδείς απολήξεις του χρόνου, όταν αυτός ‘μετράται’ καθημερινή και την αποκαλυπτική διάθεση, συναρθρώνοντας παράλληλα τον λόγο και δη τον ποιητικό λόγο με μία σειρά εικόνων[5] που ενίοτε εκφεύγουν των προθέσεων του ποιητή.

Και ένα στοιχείο του ‘ατελούς κολλάζ’ που εν προκειμένω, μπορούμε να εντοπίσουμε, έχει σχέση με αυτό που θα αποκαλέσουμε ως ποιητική ‘εικονοποιία,’ εκεί όπου τα ποιήματα που συνθέτουν το ‘ατελές κολλάζ’ εν ευρεία εννοία και εντός του καθημερινού χρόνου,[6] είναι διάστικτα[7] από εικόνες και από την σημειολογία τους, κομίζοντας την αίσθηση ό,τι το ποίημα δημιουργείται άμεσα, ‘εκείνη την στιγμή,’ και παράλληλα, παραμένει ‘εν εξελίξει.’

Το ‘ατελές κολλάζ’ δεν χωρίζεται σε επιμέρους ποιητικές ή υπο-κατηγορίες[8] παρά ενέχει (μορφολογικά) το σχήμα της μετάβασης από ποίημα σε ποίημα, από λόγο σε λόγο.

Το ποίημα ‘εκτροπή Απριλίου,’[9] εγγράφει μία ‘φορτισμένη’ παροντική διάσταση,[10] η οποία ενισχύεται από ό,τι το ποιητικό αισθητήριο θεωρεί ως άξιο αναφοράς μία ανοιξιάτικη ημέρα του Απριλίου: «Τοπίο· Περιφράξεις μέσα στην περίφραξη. Ο πυρήνας συντίθεται από χαρακώματα και όρχους. Αποθηκεύονται ψυχές, ελπίδες, οχήματα. Εδώ κι εκεί κεντρομόλος νήσος εκβράζει επιδημίες. Βρίσκομαι σε πορεία που δεν μπορεί να αποφευχθεί, λένε. Ο ήλιος και τα νερά φτάνουν οικονομία θανάτου. Από θεού κι ανάγκης, λέμε. Ένα σύμπαν συσσωρεύεται η εξέλιξη στην αυλή μου. Αλλά τούτη τη φορά διαθέτει τη γραφειοκρατία η εξέλιξη της γραφειοκρατίας της· Και πόσα άραγε πρωτόκολλα τεχνικής. Τα υπόλοιπα συνθλίβονται στις χημείες του αστραπιαίου. Η μέρα μου μοιάζει στο ασταθές έρμα κάποιας ελπίδας καθώς κυοφορεί το ψεύδος της. Σκοτάδι η απουσία του αθώου. Φωτισμοί επικυρώνουν το έγκυρο της αμέλειας. Ετούτη η άνοιξη δεν είναι κάτι από Πασχαλιά στο χωριό. Ετούτη η άνοιξη μοιάζει Βιβλική γραμματεία. Εκείνο το χωρίο με την κατάντια. Όπου αιτίες και μάρτυρες του λόγου μου κυρίως, σέρνουμε στο βήμα μας ασήκωτον ευτελισμό».[11]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα αναφέρουμε πως πρωταρχικά ο ποιητικός λόγος προσιδιάζει προς την κατεύθυνση της λεπτής αλλά και ‘φορτισμένης’ παρομοίωσης, με την ιστορία σε θέση «κεντρομόλου νόσου» που «εκβράζει επιδημίες»,[12] σε μία έμμεση αναφορά στον παροντικό και διεθνικό ιό, στο εγκάρσιο σημείο όπου φωνές και λόγοι, παύσεις και νοήματα, ‘χωνεύονται’ σε ένα αναγνωρίσιμο και οικείο τοπίο, επι-τελώντας την λειτουργία του ‘ανήκειν’[13] που δια-μοιράζεται (sharing): Ανήκοντας στο ποιητικά δοσμένο ‘τοπίο’ μετατοπίζονται προς το πρωταρχικό πεδίο του ποιήματος, που είναι ο χώρος (ας κρατήσουμε το ‘τοπίο’)[14] εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα μικρές και ανεπαίσθητες παραδοχές, εξελίσσεται η ημέρα με τις εξομολογήσεις και τις παραπλανήσεις της, με το ποιητικό ‘πράττειν’ να καταπίπτει από τα βάθρα της ‘αγνότητας’ και της ‘αθωότητας,’ της περισπούδαστης ‘ομορφιάς,’ δια-κρατώντας μία αλληλουχία παράλληλων αποτυπωμάτων.

Ας τα παρακολουθήσουμε: Τοπίο (χώρος), ημέρα (ο χρόνος ακόμη και όταν δεν αξιοποιείται), η άνοιξη με τις Βιβλικές απολήξεις της, η ομορφιά της οποίας ‘θυσιάζεται’ χάριν της αναζήτησης του ‘πέρα,’ και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, ο ευτελισμός τον οποίο ο ποιητής δεν αποστρέφεται, αλλά, αντιθέτως, σηκώνει το βάρος της ευθύνης του. Στο ‘ατελές κολλάζ’ του Σταύρου Σταμπόγλη,[15] το ‘ίχνος,’ το ιστορικό ίχνος δεν παρουσιάζει μεταμορφωμένο ή παραποιημένο.

Και η περί χρόνου[16] αντίληψη, ενέχει δόσεις ‘αναγκαιότητας’ και ‘συντριβής,’ φθάνοντας έως του σημείου να αποφανθεί όχι με κραυγές και ανεμίσματα σημαιών, την επι-γενόμενη ‘μη αξία’ της αφθονίας. Όχι όμως με τον τρόπο της έλλειψης κτητικότητας, δηλαδή το μη-έχειν,’ όσο με τον αντίστοιχο τρόπο του μη-γνωρίζειν: «Ευρεσιτεχνίες αστραπιαίου διανύσματος με υποχρεώνουν σε συστροφές επιτόπου. Περιορίζοντας το θαύμα της απόστασης συνθλίβομαι καταπάνω στην ανάγκη. Η Άσφαλτος είναι το δίκτυο καύσης όπου η αφθονία καίγεται τα μεσημέρια. Ένα καμένο η αφθονία μυρίζει τίποτα».[17]

Και η ‘αφθονία’ έτσι ‘καίγεται’ τελετουργικά και αρκετές φορές, ασυνείδητα, μεταξύ σφύρας και άκμονος, ανάγκης και επιθυμίας, έλλειψης ισορροπίας και τιμήματος: Ποιο μπορεί να είναι αυτό; Στον ποιητικό («η ποίηση είναι η έκφραση του μυστηριώδους νοήματος των πλευρών της ύπαρξης»,[18] κατά τον Μαλλαρμέ), λόγο του Σταύρου Σταμπόγλη, το πεδίο της καθημερινότητας, που λειτουργεί και ως πεδίο ματαίωσης, δύναται να αποτελέσει την εννοιολογική γέφυρα ώστε να συντελεσθεί η μετάβαση προς το πεδίο της λεγόμενης μακρο-ιστορίας, με το ποίημα που τιτλοφορείται ‘Επαλήθευση 1917-2017,’[19] να διατρέχει εγκάρσια τον εικοστό αιώνα, τον «σύντομο εικοστό αιώνα»[20] κατά τον Βρετανό ιστορικό Eric Hobsbawm, αποδίδοντας έμφαση ή, διαφορετικά ειπωμένο, εκκινώντας από το επαναστατικό συμβάν του 1917 στην τσαρική Ρωσία, εν καιρώ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.[21]

Θα χαρακτηρίζαμε ποίημα που αποκτά μία έντονη δυναμική, κοινωνική, πολιτική και ιστορική-αξιακή, μετασχηματιζόμενο ουσιωδώς σε μία διαλεκτική ‘σπείρα’ που συμπεριλαμβάνει επαναστατικά συμβάντα και λόγους περί επανάστασης, οράματα και πραγματισμούς, αντιφάσεις και αντιθέσεις, μνήμες και εξελίξεις σε διάφορα πεδίο, με την τομή να βαθαίνει τόσο όσο να χωρέσει και την ημερομηνία 1781, που παραπέμπει στην Παρισινή κομμούνα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο,[22] η ‘επαλήθευση’ είναι η ‘επαλήθευση’[23] ενός αιώνα που παρήγαγε υποσχέσεις και καταστροφές, μάλιστα μαζικές καταστροφές, εκεί όπου το ποίημα ‘επαληθεύει’ την διάρκεια του, την έκφραση εμπιστοσύνης στο ιστορικά ‘απρόβλεπτο,’ στο ημιτελές. Στην ανύψωση (η ιδέα ως εμπρόθετος όρος κινητοποίησης) και στην πτώση την ίδια στιγμή. Και είναι ενδιαφέρον το ό,τι ο ποιητικός λόγος εδώ, δεν τείνει στην υποσχεσιολογία, παρά προσφέρει την ευκαιρία στον αναγνώστη να αντικρίσει εκ νέου την ιστορία[24] του 20ου αιώνα και να στοχασθεί πάνω στην ιστορική μνήμη, έχοντας την επίγνωση πως η ιστορία δύναται να ανα-σκευασθεί μνημονικά-αφηγηματικά-νοηματικά και να προσφερθεί σε ‘τιμή ευκαιρίας.’

Δεν θεωρούμε πως ο ποιητής προσεγγίζει την ιστορία Μπενγιαμινικά (Walter Benjamin), θεωρώντας πως αυτή είναι «πλήρης από τον ”χρόνο του τώρα»,[25] αλλά, θέτει το περίγραμμα, σκιαγραφεί τις μείζονες και μη αντιθέσεις (που δεν λαμβάνουν ΄απόλυτα’ πολεμική μορφή), αφήνοντας τον αναγνώστη να παρεμβληθεί, έχοντας κατά νου το γεγονός ό,τι η ημερομηνία (που εδώ διαθέτουμε αρκετές) δεν είναι μία απλή αντανάκλαση του χρόνου: 1917, 2017, 1864, 1871, 1989, όλες συγκεκριμένες και διάστικτες από συμβάντα, χρονικά ορόσημα, συνδεόμενα και με την κομμουνιστική παράδοση, δίχως όμως να προοικονομούν κάτι για το 2061.[26]

Με το μέλλον να είναι άδηλο και μακρινό όσο η εικόνα του, και με αυτό που έρχεται εγγύτερα να είναι το στοιχείο ενός νέου εγχειρήματος. Ευρύτερα ομιλώντας, ο Σταύρος Σταμπόγλης δεν προοικονομεί στο ‘ατελές κολλάζ.’

Περισσότερο οδοιπορεί επί της λέξης, διεκδικώντας το ‘δικαίωμα’ να μιλήσει και να γράψει από μη πλεονεκτική θέση, ενώ ταυτόχρονα νοηματοδοτεί το απέριττο, το και αμοιβαία οικείο, την απώλεια (ενσώματα) ως πληγή. «Ακριβοί μου φίλοι στο παιχνίδι, στη μελέτη, στη συντριβή, στην ελπίδα, παρατηρώ με θλίψη απ’ το χρέος της αιφνίδιας μετατόπισης όταν εσείς υπομένετε στην ορφάνια. Ό,τι συνομολογήθηκε στο χρόνο καθώς αναπάντεχα αποκόπτομαι εν πορεία. Οι λέξεις αδυνατούν να σμιλέψουν τις απουσίες. Σας απομένει η ανάγκη της οδύνης. Είσαστε ελατήρια καρτερίας. Το μέλλον θηλάζει στις άκρες σας, κι ανάμεσα η απώλεια. Το λαδάκι του Θεού. Σας συντρέχουν η αγάπη και η γνώση καίγοντας την ωμότητα των αιφνιδιασμών. Αμήν».[27]

Αυτό το ποίημα μοιάζει να εμπεριέχει, με τον τρόπο της προσευχής, το περιεχόμενο της συλλογής, με τον ποιητή να απευθύνεται στη δική του γενιά, όπως επίσης, και στις μεταγενέστερες.

 

_____

[1] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Ατελές κολλάζ,’ Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2020. Το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, μπορούμε να το ονομάσουμε ερωτικό ποίημα. Που διαμέσου διαδρομών, στάσεων, απευθύνσεων επινοεί, ήτοι δημιουργεί, τον εν-σώματο έρωτα. Συνοδεία μουσικής, ο Σταύρος Σταμπόγλης ακολουθεί την πορεία που διαγράφει το «κορίτσι», επιζητώντας το φιλί ωσάν το σχήμα του έρωτα. «Κατηφορίζοντας ανεμίζει ο ελαιώνας. Οι περιέργειες του ήλιου στων φυλλωμάτων το ασημικό. Κορίτσι αναμμένη ακτίνα τρέχει κάτω απ’ τους ίσκιους. Με θαμπώνει το γέλιο του θαύματος. Άνοιγμα στο παραπέτασμα τ’ ουρανού. Λεπίδι και σχίζει την αφή από το χώμα ως το γαλάζιο. Το γαλάζιο που ματώνει στα μαλλιά της. Η απόσταση δεν μοιάζει με εγγύτητα, η απόσταση δεν είναι αναστεναγμός· είν’ ένα σύννεφο και ψιθυρίζει τη βροχή του δυο απλωσιές προς τον ορίζοντα. Ζέφυρος κυμάτων πορφυρός, κυκλοδίωκτος, ομηρικός. Καρύκευμα επιθέτων κατακαίει τη στιγμή. Στα χείλη, να χαθώ, το φως χυμός αγριεμένος. Το φως, φιλί στους ίσκιους πάει κι έρχεται· και με παλεύει αλμυρός πηλός να φτιάξει έρωτα». Το φιλί που διασπείρεται ποιητικώ τω τρόπω και δεν καθίσταται ατομική υπόθεση, παρομοιάζεται ουσιαστικά με φως, κάτι που μας ωθεί στο να πούμε πως σε αυτό το σημείο, ανακύπτει, η ποιητική της ‘αποκάλυψης’: Μέσω του φιλιού, της πράξης του φιλιού που συνενώνει ακόμη και δύο αντίθετα άτομα, αποκαλύπτεται ένα γίγνεσθαι που χωρά στρατιές ερωτευμένων. Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Ζωγραφιά…ό.π., σελ. 11.

[2] Είναι ενδεικτικό πως ο ποιητής, συνοδεύει κάποια εκ των ποιημάτων της συλλογής, με μουσικά ακούσματα που φανερώνουν τις μουσικές του προτιμήσεις. Για παράδειγμα, για το ποίημα ‘Κατεύθυνση’ επιλέγεται μουσική του Vivaldi, και ιδίως το άσμα ‘La Folia’ (Madness)-Apollo’s fire,’ με το άσμα κλασικής μουσικής, να προσδίδει στο ποίημα ρυθμό, μία αίσθηση ταχύτητας, αμεσότητας, συνοδεύοντας τον ποιητή σε ένα ‘παίγνιο’ με το ‘βλέπειν,’ με το όριο, με την ίδια την ομορφιά ως στοιχείο μίας μη ενοχικής εξομολόγησης. Ή και μίας παραδοχής αδυναμίας; Όχι· Η ομορφιά (το «πέρασμα), πιο πολύ σημαίνεται ως διάσταση που δύναται να προκύψει ‘ανά πάσα στιγμή.’ Και για διάφορους λόγους. «Μια γυναίκα σχεδόν κορίτσι, σχεδόν λάμψη σιωπής με ούριο άνεμο, κάθε απόδειπνο, κάθε δειλινό με την ακρίβεια των νυχτολούλουδων, καταφθάνει και προσπερνά. Στιγμιαία στρέφει, κοιτά κατά δω, δεν ξέρω αν με βλέπει, δεν ξέρω αν νοιώθει την ευγνωμοσύνη, αν διαισθάνεται την ταραχή. Σαν τα φυλλώματα στο παράθυρο της δροσιάς μονολογώ, μήπως την ομορφιά την ορίζει η αδυναμία μου· αν η αιτία της είναι. Αυτό το πέρασμα· πυγμή αταξίας». Επιθυμούμε να προβούμε σε μία βαθύτερη προσέγγιση, λέγοντας πως στο ποίημα ‘Κατεύθυνση’ συνυφαίνονται η ομορφιά με μία υπαρξιακή χροιά και εκείνη η μουσική στάση και προτίμηση που αποπνέει μοτίβα αυθεντικότητας έως πρωτοτυπίας. Και η τελευταία παρατήρηση ισχύει για τα ποιήματα της συλλογής όπου και η μουσική ευρίσκεται σε πρώτο πλάνο.

[3][3] Στοιχεία δια-κειμενικότητας παρατηρούμε στο ποίημα ‘Η Αφαίρεση ως έδαφος εξέλιξης’ που συνιστά μία ‘συν-ομιλία’ με το βιβλίο του Γιώργου Σεφέρη ‘Τρεις μέρες στα μονοπάτια της Καππαδοκίας,’ εκεί όπου ο ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης καταγράφει την εξέλιξη της χριστιανικής εικονογραφίας στα μοναστήρια της Καππαδοκίας. Για τον Σταύρο Σταμπόγλη, το ποίημα λειτουργεί ως πομπός ο οποίος, τιθέμενος σε λειτουργία και με κεραίες ανοιχτές, καταγράφει χαμηλόφωνα την αγωνία και το πως συντίθεται η γνώση, την δυνατότητα επίκλησης σε έναν Θεό-‘σύντροφο’ και ‘παρηγορητή,’ αφήνοντας ανοιχτό (ποιητική ανοιχτότητα), ως αξιακό σημείο αναφοράς, τον λιτό λόγο που συνάντησε ο Γιώργος Σεφέρης στο οδοιπορικό του: «ΚΕ ΒΟΪΘΙ». «Όλοι οι καιροί είναι στο τραπέζι. Κάθε συνάφεια μοιάζει πολύτιμη, καθώς με κτυπούν αστραπές και προβλέψεις. Τα λόγια μου αγωνία. Βαρύσκιωτο μέλλον σκεπάζει την γνώση μου. Η γνώση μου, σαν πως τη λάτρεψα ως εμμονή ανέφικτου έρωτα. Ζηλωτής και σαλός, την αμαρτία μου εγώ γιγνώσκω. Κύριε βοήθα, ψιθυρίζω, κατά πως ανασταίνει την επίκληση «ΚΕ ΒΟΪΘΙ» ο συναξαριστής εκείνος· της Καππαδοκίας. Στο σύνορο, με φόβο σμιλεύεται η αποδοχή. Βοήθα, θα με παρακαλούσα, ελπίζοντας να με στηρίξει ο ελάσσων θεός εντός μου. Έξω οι μέγιστοι Θεοί τραβούν τον δρόμο τους. Θα επιπλεύσουν, θα θριαμβεύσουν, θα φροντίσουν την διαδοχή τους σε υλικό και άυλο κόσμο. Το σώμα της ιστορίας δεν νοιώθει πόνο κι εγώ την ανάγκη πρέπει να προφταίνω με απώλειες. Φορτίο οδύνης με γεννά, με τρέφει. Κι αν κυλήσω τη μυλόπετρα, το καταφύγιό μου θε να πάρει φως να καεί. Το φως, σαν και τον εχθρό εισβάλλει στους φόβους που με προστατεύουν. Κατά την ταπεινότητα σου «Κ (ΥΡΙ)Ε ΒΟΪΘΙ», καθώς ενδύομαι απεκδυόμενος, θα ψιθυρίζω. Στον τόπο μου το αληθές πάει πλάι πλάι με τη συντριβή». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Η Αφαίρεση ως έδαφος εξέλιξης…ό.π., σελ. 13-14. Σε ρυθμό Ηπειρώτικο (βλέπε το άκουσμα της μουσικής του Πετρολούκα Χαλκιά), είναι η χρήση της άνω τελείας μετά την λέξη εκείνος που συμβάλλει ώστε, αφενός μεν το ποίημα να χωρισθεί σε δύο μέρη, και, αφετέρου δε να ακουστεί αλλιώς η Καππαδοκική επίκληση «ΚΥΡΙΕ ΒΟΪΘΙ», η οποία και προσίδια προτιμάται, ως ‘ενσάρκωση’ του λιτού και αισθητικά άρτιου (μέσα στην απλότητα του και στο γλωσσικό ιδιωματισμό), ως ‘ενσάρκωση’ της βαθιάς εσωτερίκευσης που δεν επιζητεί την αίγλη, το κύρος και το αξίωμα, αλλά την βαθιά έγκληση που μετεξελίσσεται σε απεύθυνση: «ΚΥΡΙΕ ΒΟΪΘΙ», απεύθυνση την οποία αξιώνει και ο ποιητής, προστρέχοντας στην λιτότητα εκείνη που δύναται να παραγάγει γνώση και ζητώντας καθαρά, βοήθεια. Με την επίκληση να επαναλαμβάνεται δις, ο ποιητικός λόγος, χασματικά, σπεύδει το τραύμα και την οδύνη, ατομική όσο και οδύνη ιστορική. Η οποία και στέκει ενώπιον της γλωσσικής κατανομής που δεν χρειάζεται παρά τρεις λέξεις που κατασκευάζουν ‘βιό-κοσμο’: «ΚΥΡΙΕ ΒΟΪΘΙ», φράση που ενέχει ισχύ αντίστοιχη με το «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΔΟΥΛ (ΟΣ) Χ (ΡΙΣΤ) Ο (Υ)», που συναντά ο Σεφέρης σε μοναστήρι της Καππαδοκίας και την καταγράφει ως κάτι γνωσιακά σημαντικό. Ο απόηχος μίας γλώσσας, ο απόηχος μίας προσωπικής και υποκειμενοποιημένης απεύθυνσης στο θείο ως απαντοχή, σημαίνονται εντός ποιήματος. Βλέπε και, Σεφέρης Γιώργος, ‘Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας,’ Πρόλογος: Κιτρομηλίδης Πασχάλης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών/ Εφημερίδα ‘Τα Νέα,’ χ.χ. Στον ίδιο τόμο, κατατοπιστικά είναι και τα κείμενα των υπόλοιπων συντελεστών, που είναι οι Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άννα Μπαλλιά, Ιωάννα Πετροπούλου. Ο ποιητής επικαλείται τον κοντινό ‘Κύριο’ και όχι τον άγνωστο Θεό.

[4] Η δια-κειμενικότητα λειτουργεί και στο ποίημα ‘Στον Ανδρέα Κάλβο,’ με τους επι-γενόμενους όρους των και ειρωνικών παραδοχών, της αμφισβήτησης της έννοιας της πατρίδας ωσάν ένδυμα που ‘φοριέται.’ Το ποίημα προσλαμβάνει μία αντεστραμμένη δυναμική, στο βαθμό που όσο ξεδιαλύνει και καταθέτει ο ποιητής σκέψεις για το σήμερα διαμέσου δυνατών εικόνων, τόσο διαγράφεται στον ορίζοντα η μορφή του ποιητή Ανδρέα Κάλβου, και όχι εξιδανικευμένα. Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Στον Ανδρέα Κάλβο…ό.π., σελ. 62-63. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η βιβλιογραφία σχετικά με το έργο και τη ζωή του Ανδρέα Κάλβου, συμβάλλοντας στο να αποκτήσουμε μία πιο σφαιρική γνώση και αντίληψη για το έργο του. Καταγράφουμε ενδεικτικά μερικούς τίτλους: Μιχαήλ Σάββας, ‘Ανδρέας Κάλβος: Όσσα μη πεφίληκε,’ στο: Μιχαήλ Σάββας, ‘Homo Poeticus,’ Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2006, σελ. 139-159. Αρβανιτάκης Δημήτρης & Ζαφειρίου Λεύκιος, (επιμ.), ‘ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ (ΔΙΤΟΜΟ-ΣΚΛΗΡΟΔΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ). ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ: 1813-1818 – ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ: 1819-1869 ΚΑΙ ΑΧΡΟΝΟΛΟΓΗΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ,’ Μουσείο Μπενάκη, 2014., όπου και μία τεκμηριωμένη και χρονολογημένη της αλληλογραφίας του ποιητή με διάφορα πρόσωπα. Και, Αρβανιτάκης Δημήτρης, ‘ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ: ΕΡΓΑ (ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ-ΣΚΛΗΡΟΔΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ). ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ,’ Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 2018. Πασχάλης Μιχαήλ, ‘Ξαναδιαβάζοντας τον Κάλβο. Ο Ανδρέας Κάλβος, η Ιταλία και η αρχαιότητα,’ Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, 2013.

[5] Μία ιδιαίτερη επίγευση της ποιητικής εικονοποιίας, δοσμένης με καθημερινό τρόπο, εκεί όπου η συντροφικότητα εναλλάσσεται με την οικειότητα, μας δίδει ο ποιητής στο ποίημα ‘Μπαλάντα με γεύσεις,’ το οποίο και σημασιοδοτείται ως ποίημα μίας καθημερινής ημέρας, έμφορτο από πολιτικές μνήμες μίας άλλης εποχής, και με την αναφορά του θανάτου που προσωποποιείται: «Ντίνος». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Μπαλάντα με γεύσεις…ό.π., σελ. 34-35.

[6] Η έννοια του χρόνου δραστικά σημασιοδοτείται στο ποίημα ‘Αιφνίδια μετατόπιση,’ περισσότερο ως διαδρομή του υποκειμένου που συμπεριλαμβάνει διάφορες στιγμές, προσθήκες και απώλειες, καθήκοντα και προσδοκίες, έως το «οριστικό»: Τον θάνατο που δεν ακολουθεί γραμμική πορεία. «Η αθανασία διαβάζεται εύκολα με ζωή. Σημάνσεις· υποδηλώνω με ίχνη τη διάρκεια της απώλειας. Το λιωμένο μελισσοκέρι, οι κηλίδες από λάδι, τα σπίρτα που έχουν υγρανθεί, οι ανθοδέσμες από ταριχευμένα λουλούδια. Εικόνα πάει καλπάζοντας, σβήνει καλπάζοντας. Μόλις σχόλασε η δεξίωση· οι φίλοι σκορπίζουν. Μόλις έλυσε ο άνεμος τον αποχαιρετισμό, τον πήρε πέρα. Μια ηχώ απομακρύνεται τρελαμένη από τη φλυαρία του πένθους. Άλλαξε ο καιρός· σπεύδει μ’ ενέδρες. Θα συνεχίζουμε δρομολόγια, κάποτε-κάποτε ανυπόφορα, πλάι στο οριστικό». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Αιφνίδια μετατόπιση. Της Σοφίας Χ.Χ…ό.π., σελ. 47.

[7] Διαβλέπουμε ένα σημείο στο οποίο ο ποιητικός λόγος του Σταύρου Σταμπόγλη, εγκολπώνεται το πρόσημο της ‘αλήθειας’ ως του πρόσημου εκείνου που δηλώνει, εθνικά-συλλογικά, την συντριβή. Την πτώση και αντίστοιχα, δίπλα στην πτώση-‘σταύρωση’ (σημαίνον ‘θυσίας’), την επικράτηση του προσποιητού και του ψεύδους, του θριάμβου της σοβαροφάνειας και της αισθητικής της. «Στον τόπο μου το αληθές πάει πλάι πλάι με τη συντριβή». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Η Αφαίρεση ως έδαφος εξέλιξης…ό.π., σελ. 13-14.

[8] Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο συνθέτει πολλές ποιητικές του συλλογές ο Γιάννης Ρίτσος. Υπό αυτό το πρίσμα, δημιουργεί ποιήματα που τα τοποθετεί το ένα μετά το άλλο σε μία ποιητική αλληλουχία, κάτι που δεικνύει ενδεικτικά θα λέγαμε, η συλλογή ‘Τα Αρνητικά της Σιωπής.’ Στο ποίημα ‘Αυτό μονάχα,’ ο Ριτσικός ποιητικός λόγος επιφέρει τις παραμέτρους εκείνες που χαρακτηρίζουν το ποιητικό του έργο ιστορικά, και που είναι ο «έρωτας», η «ποίηση» και το φως». Ευρύτερα ομιλώντας, διακρίνουμε μία υπόγεια σύγκλιση μεταξύ του τρόπου με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η έννοια του φωτός από τον Σταύρο Σταμπόγλη και από την Γιάννη Ρίτσο, στο λεπτό σημείο όπου το φως υπονοείται και δεν επινοείται μηχανικά και στατικά, δημιουργεί και συνιστά ρήξη, ακόμα-ακόμα, σχηματοποίηση της προσδοκίας, και της ελάσσονος. Βλέπε σχετικά, Ρίτσος Γιάννης, ‘Αυτό μονάχα,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Αρνητικά της σιωπής,’ Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2005, σελ. 29.

[9] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Εκτροπή Απριλίου…ό.π., σελ. 17. Εάν για τον Τόμας Έλιοτ ο Απρίλιος είναι ο «μήνας ο σκληρός», τότε, για τον Σταύρο Σταμπόγλη, η δυναμική του έγκειται σε ένα εγχείρημα συγκερασμού της αναγέννησης της φύσης με την δυνατότητα της υποστασιοποίησης του χρόνου: Ο κάθε ένας τον προσλαμβάνει διαφορετικά.

[10] Την παροντική έως και κρισιακή διάσταση την διακρίνουμε και στο ποίημα ’13ο κατόρθωμα,’ με την έννοια ό,τι στο ποίημα αυτό αναδύονται στην επιφάνεια οι πλαισιώσεις της εργασιακής επισφάλειας και της εκμετάλλευσης, η ‘προσφυγοποίηση’ υποκειμένων που ως διαδικασία, επιτελείται και εν καιρώ μετα-νεωτερικότητας, η πραγματοποίηση πολέμων σε περιοχές του πλανήτη, η ‘τηλεοπτικοποίηση’ (ως καινοφανής αισθητική) του φόβου του ‘άλλου,’ η εμφάνιση ταγών με τον μανδύα της ‘σωτηρίας’ ανά χείρας και στη γλώσσα. «Παραφράζοντας: το μέλλον με βία μετράει το παρόν. Και οι ποιητές; Α, οι ποιητές· πάντα θα πρέπει να υπολογίζουν στην απόσταση που η Ιστορία τους προσφέρει». Στην ποιητική πρόσληψη του Σταμπόγλη, ο ποιητής οφείλει να αξιοποιεί τον ιστορικό χρόνο δημιουργικά, παράγοντας νεύματα και όχι καρικατούρες. Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘13ο κατόρθωμα…ό.π., σελ. 18-19. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το ποιητικό ‘πράττειν’ σπεύδει να κάνει χρήση του όρου «κοινωνικός αποκλεισμός», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Miles & Thranhardt. Βλέπε σχετικά, Miles R., & Tranhardt D., (επιμ.), ‘Migration and European Integration: The Dynamics of Inclusion and Exclusion,’ London, Fairleigh, 1995.

[11] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Εκτροπή Απριλίου…ό.π., σελ. 17.

[12] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Εκτροπή Απριλίου…ό.π., σελ. 17. Ένας ποιητικός μονόλογος, με διακριτικότητα, τείνει προς την μνημονική επανεπινόηση της παιδικής ηλικίας, των χωρικών σημείων που την ‘επισφράγισαν’ και της προσέδωσαν περιεχόμενο, αξίες, αντλώντας από το θρησκευτικό τελετουργικό αποχρώσεις συναισθήματος: Την προσευχή και την αγωνία της. Είναι η επίκληση της μνήμης, που γίνεται μη χειριστικά, που αναδεικνύει το υπόβαθρο εκείνο που διαμόρφωσε τον ποιητή, τις θεωρούμενες ως ‘άμυνες’ του απέναντι (αντίστιξη) στο φαίνεσθαι, στη ματαιοδοξία και στην επιδειξιομανία, αφήνοντας όμως να διαρρεύσει η απορία για το πόσο ανθεκτικές ήταν και είναι αυτές οι άμυνες του. Και, ‘Διάνυσμα 4….ό.π., σελ. 64. Κατά τον Χρήστο Μαλεβίτση, «μόνον ο καθαρός και πάλλευκος χρόνος της παιδικής ηλικίας μπορεί να ομοιωθεί με τη βασιλεία του πνεύματος». Βλέπε σχετικά, Δουλγερίδης Δημήτρης, ‘Χρήστος Μαλεβίτσης. «Λευκάζει ο χρόνος μέσα στη μνήμη»,’ Ένθετο ‘Βιβλιοδρόμιο’ της εφημερίδας ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 29/04-02/05/2021, και, Μαλεβίτσης Χρήστος, ‘Επιστροφή στο χάος,’ Επιμέλεια: Μαρσέλλος Χρήστος, Εκδόσεις Περισπωμένη, Αθήνα, 2021.

[13] Στο ποίημα ‘Οδός Χάρητος των Αθηνών,’ ανα-πλαισιώνεται το υπόδειγμα μίας ‘Αθηναϊκότητας’ που δομείται και ως ιστορική ταυτότητα και όχι μόνο ως τόπος, εκεί όπου παρελαύνουν γνωστά πρόσωπα που αποτελούν τμήμα της καθημερινότητας της. Όπως εμφανίζονται πρόσωπα των οποίων το παρόν, δεν αρκεί για να κρύψει τα ίχνη του ‘Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών.’ Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Οδός Χάρητος των Αθηνών….ό.π., σελ. 40.

[14] Τα ποιήματα ‘Δημόσια Έργα Α, Β, Γ, Δ, Ε, δύναται να λειτουργήσουν αυτοτελώς εντός της ποιητικής συλλογής, νοηματοδοτώντας το περίγραμμα μίας πόλης που δεν κατονομάζεται ανοιχτά, τα δημόσια έργα της οποίας, άλλα ημιτελή και άλλα εγκαταλελειμμένα, άλλα σχέδια επί χάρτου και projects ενταγμένα σε μεγαλόπνοα πλάνα ανάπτυξης, χάσκουν ως ‘ερείπια,’ δίδοντας την ευκαιρία στον ποιητή να προσεγγίσει με παιγνιώδη διάθεση τον χρόνο: Το παρελθόν που δεν ‘παρήλθε’ και ίχνη του απαντώνται σε δημόσιους χώρους, το παρόν που δεν ‘κατακτήθηκε’ ή δεν κατέφθασε, μένοντας ‘σχέδιο επί χάρτου,’ και ένα μέλλον, ατομικό και συλλογικό, που αναζητείται. Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Δημόσια Έργα Α, Β, Γ, Δ, Ε…ό.π., σελ. 41-45.

[15] Εντός των συν-δηλώσεων της ποίησης του Σταύρου Σταμπόγλη, η ποίηση ορίζεται ως έκφραση του ανείπωτου και του ανεπίκριτου, ως φωτοσκίαση της ‘σιωπής,’ ως πεδίο που αξιώνει από την λέξη την απόσταση, όντας σπερματική ‘σύλληψη’ του αναίτιου. «Και η ποίηση; Α, η ποίηση· ξεδιψώντας εκεί στο ανείπωτο, κρατάει γερά εδώ στο ελλειπτικό. Καθώς οι συμβολισμοί αναδίνουν οδύνη, σε γνωρίζω από τις λέξεις των αρωμάτων σιωπή προς σιωπή». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Περί βεγγαλικών…ό.π., σελ. 51.

[16] Συμφραζόμενα ιστορίας, αναδύονται και στο ποίημα ‘Γενική Εικόνα,’ και μάλιστα, της δεκαετίας του 1940 (βλέπε έργα του Θανάση Βαλτινού) εκεί όπου πρωτεύοντα ρόλο διαδραματίζει η προφορική αφήγηση με αποδέκτη τον ποιητή, η οποία, διαδραματίζοντας ιδιαίτερο ρόλο μέσα στην ‘οικονομία’ του ποιήματος, ανα-κατασκευάζει την εσώτερη ‘αρχιτεκτονική’ του τόπου, με έντονα χαρακτηριστικά θανάτου, συμβολικής αποκοπής, περιρρέουσας ατμόσφαιρας, αίσθησης του ‘καθήκοντος’ ιστορικά που τροφοδοτεί ένα παρόν ‘μάχης’: «Να τον φοβάσαι. Γιατί δεν έχει μετανιώσει να τον φοβάσαι». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Γενική εικόνα…ό.π., σελ. 22.

[17] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Προσεγγίζοντας το μηδέν…ό.π., σελ. 21.

[18] Βλέπε και, Mallarme S., ‘Αλληλογραφία,’ Pleiade, 1945. Και, Μιχαήλ Σάββας, ‘Homo Poeticus…ό.π., σελ. 28-29.

[19] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Επαλήθευση 1917-2017….ό.π., σελ. 26. Η αφήγηση που υφαίνεται ιστορικά ωσάν ‘δίχτυ’ αράχνης η οποία κοιτάει από το κέντρο προς διάφορες κατευθύνσεις, συμπυκνώνεται και στο δίστιχο «Ποιος πίστευε πως το ελάχιστο των 72 ημερών στα 1871 θα έσβηνε με άνεση 72 ετών στα 1989». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η αφήγηση ιστορικοποιείται, προσλαμβάνει την τομή ή την κοινωνική-πολιτική διά-ρρηξη της Κομμούνας, μικρής σε διάρκεια αλλά μεγάλης σε συμβολισμούς και συμβάντα, ως διάνοιξη δυνατοτήτων που καταρρέουν με κρότο και με την «άνεση των 72 ετών στα 1989» (πτώση Σοβιετικής Ένωσης), με αυτό που καταρρέει να είναι οι μεγάλες αφηγήσεις που άφησαν στίγματα όπως και η σύντομης διάρκειας Κομμούνα, οι κομμουνιστικές παραδόσεις και η κομμουνιστική-Σοβιετική μυθολογία που αξιο-θεμελιώνονταν σε ορόσημα. Σε μία αφηγηματική τάξη μεγέθους, το «ελάχιστο των 72 ωρών» διεύρυνε τις προοπτικές, η διάρκεια των οποίων εντός χρόνου, εντός επαναστατικών διεργασιών, ήταν εύθραυστη χρειαζόταν για να σβήσει, υπενθυμίζοντας την οιονεί ‘ευθραυστότητα’ της ιστορίας, τις ρήξεις που αυτή ενέχει καθημερινά. Εάν το 1871 ‘ενσαρκώνεται’ ως η πτήση του ‘Ίκαρου,’ το 1989 σχηματοποιείται ως ‘Μινώταυρος’ που τρέφεται από τις σάρκες των άλλων έως ότου να μη μείνει κάτι, παρά η απόσταση και το χάσμα.

[20] Βλέπε σχετικά, Hobsbawm Eric, ‘Η Εποχή των άκρων. Ο Σύντομος Εικοστός Αιώνας 1914-1991,’ Μετάφραση: Καπετανγιάννης Βασίλης, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2010. Για μία κριτική της κατά βάση χρονολογικής αντίληψη που εκφράζει ο Βρετανός ιστορικός, βλέπε και, Γκιούρας Θανάσης, ‘Ελευθερία και Ιστορία. Με βασική αναφορά τις θέσεις για την έννοια της ιστορίας του Benjamin,’ Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2012.

[21] Διαμέσου της αναφοράς στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, του λεγόμενου και ‘Μεγάλου Πολέμου’ (1914-1918), ο ποιητής βρίσκει την ευκαιρία να κάνει λόγο για την ύπαρξη του μοντερνισμού το οποίο κατά τον ίδιο αποκτά τεχνολογικοποιημένα και ψηφιακά χαρακτηριστικά που συν-διαμορφώνουν την κοινωνική-αξιακά οντολογία της μετα-νεωτερικής εποχής μας.

[22] Η καθημερινή αμφισημία, το μεταιχμιακά ανθρώπινο, αναπαράγεται στο ποίημα ‘Βυθός εμπιστοσύνης’: «Προσοχή, επί σκηνής δεν έχουμε χρόνο να σκεφθούμε όσο κρατά ο ρόλος, η πλατεία δεν έχει μέτρο να κρίνει το παρόν όσο κρατά ο θρίαμβος. Κι ύστερα η σαφήνεια του απόλυτου, ή το απόλυτο της ασάφειας, αναπαράγουν συνθήκες τρόμου. Αλλά να και κάτι καλό: δεν κατανοώ πλέον τη βεβαιότητα εκτός κι αν διαθέτει διάρκεια αιφνιδιασμού. Μέχρι τώρα οι απώλειες μπορούν να υπολογίσουν με ακρίβεια το κόστος της γονιμότητας». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Βυθός εμπιστοσύνης…ό.π., σελ. 32.

[23] Είναι ενδιαφέρον και θεωρητικά, πως το ‘άλμα’ και δη το ιστορικό-πολιτικό ‘άλμα’ (ο Σταύρος Σταμπόγλης ως πολιτικής ποιητής) συμβαδίζουν με την κατασκευή της ‘εχθροπάθειας’ που προσφέρει το οξυγόνο και τον ζωτικό χώρο της επιβίωσης.

[24] Πρόσωπα όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο Σπάρτακος και ο Πατρίς Λουμούμπα γονιμοποιούν το φαντασιακό της ρέουσας πράξης, της συν-ύπαρξης της παρέας που φυλλοροεί όπως ο χρόνος.

[25] Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας,’ Θέση ‘XIV,’ Λέσχη των Κατασκόπων του 21ου αιώνα, Αθήνα, 2014, σελ.21.

[26] Ποια μήτρα και πότε μπορεί να κυοφορήσει; Και τι; «Κι όταν ανεμίσει η αμαρτία της κυοφορίας στα μάτια των κοριτσιών, θα είμαι εκεί να βγάζω τη γλώσσα μου στο μέλλον της επόμενης συντριβής». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Επαλήθευση 1917-2017….ό.π., σελ. 27.

[27] Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘β’ Προσεγγίζοντας μια απάντηση…ό.π., σελ. 65. Περιεχόμενο μίας συνειδητά εξομολογητικής προσευχής, προσλαμβάνει και το ποίημα ‘Θροώ,’ με την γλώσσα να περικλείει κεντρικά το ‘Κύριε,’ ώστε να διαφανεί το επίδικο: Η συν-ύπαρξη του ποιητή με τους άλλους, η απόκτηση της κατανόησης, της προνοητικότητας, της αποδοχής, και της λειτουργικής επικοινωνίας. Από κοινού, αυτά τα στοιχεία χτίζουν την ποιητική εν-συναίσθηση. Εδώ ξαφνιάζει ο προσωπικός τόνος, που θέλει τον ποιητή υποκείμενο μίας γλώσσας που δεν χρειάζεται να κοινωνιολογίζει για να προβάλλει ό,τι την συνέχει. «Κύριε, σ’ ευχαριστώ για το προνόμιο τούτο, ότι γίνομαι σκεύος απαντοχής κατά την συντριβή μου». Βλέπε σχετικά, Σταμπόγλης Σταύρος, ‘Θροώ…ό.π., σελ. 61.

Ακολουθήστε μας

Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ, του Philip Kerr

Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ, του Philip Kerr

Οι περισσότεροι γνωρίζουν τον Philip Kerr ως έναν από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της αστυνομικής νουάρ λογοτεχνίας, αλλά η ταλαντούχα πένα του «γέννησε» και αρκετά παιδικά βιβλία. Το Φρίντριχ, ένας σπουδαίος ντετέκτιβ είναι ένα από αυτά, καθώς επίσης και το...

Η τέλεια ζωή, της Nuala Ellwood

Η τέλεια ζωή, της Nuala Ellwood

Η Άιρις Λόσον είναι μια γυναίκα που περνά την ώρα της κοιτάζοντας σπίτια που δεν πρόκειται ν’ αγοράσει. Ή μήπως μισεί όσα αντικρίζει με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να ξεσπάσει τον θυμό της; Τι σχέση έχει με τη Βανέσα Άνταμς; Σκότωσε ή όχι τον Τζέφρι Ρίβερς; Τι συνέβη...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου Ομάδα σύνταξης

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Η τέλεια ζωή, της Nuala Ellwood

Η τέλεια ζωή, της Nuala Ellwood

Η Άιρις Λόσον είναι μια γυναίκα που περνά την ώρα της κοιτάζοντας σπίτια που δεν πρόκειται ν’ αγοράσει. Ή μήπως μισεί όσα αντικρίζει με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να ξεσπάσει τον θυμό της; Τι σχέση έχει με τη Βανέσα Άνταμς; Σκότωσε ή όχι τον Τζέφρι Ρίβερς; Τι συνέβη...

Γη που χάνεται, της Julia Phillips

Γη που χάνεται, της Julia Phillips

- γράφει η Λεύκη Σαραντινού - Αν ένα βιβλίο δεν είναι τελικά παρά η αίσθηση που σου αφήνει, τότε η Γη που χάνεται, σου αφήνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την αίσθηση της απέραντης ομορφιάς και του μεγαλείου της φύσης, της μοναχικότητας και της απομόνωσης, του...

Το ‘Κελί του Θανάση Χατζόπουλου

Το ‘Κελί του Θανάση Χατζόπουλου

_ γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης - Η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου που εν προκειμένω, φέρει τον τίτλο ‘Το Κελί,’ κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις ‘Το Ροδακιό,’ σε μία καλαίσθητη έκδοση. Το περιεχόμενο της ποιητικής συλλογής συγκροτείται από ευδιάκριτες...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου