Έχεις, το πείσμα που φωτίζει η αστραπή στα μάτια
κι η νύχτα σε δασκάλεψε να λες λόγια σκληρά
πνίγομαι στο ποτήρι σου με την καρδιά κομμάτια
σκοτείνιασε ο ορίζοντας ακόμη μια φορά.
 
Αύριο της μοίρας η μορφή με μαύρες βλεφαρίδες
πριν πιάσει η Αγάπη ουρανό και τ΄ όνειρο φωτιά
απ΄ τον καθρέφτη πέταξαν χιλιάδες νυχτερίδες
ξεπλένει η αυγή τη θύμηση με μια σταλαγματιά.
 
Για να σε φτάσω ρήμαξα της νιότης τ' άγρια κρίνα
και τρύγησα απ' τα χείλη σου την πίκρα στα φιλιά
στάχτη σκορπούν οι μέρες μου στης σκέψης τη βιτρίνα
κι η μνήμη ψεύτρα απατηλή με σφίγγει σαν θηλιά.

Μου 'λεγες, για καλοκαιριά και για ωραία βράδια
μα πάντα μας προλάβαινε στο δρόμο η παγωνιά
και στης ψυχής τον ίλιγγο τ' ανίκητα σκοτάδια
κράτησαν τα φεγγάρια μου και την αστροφεγγιά.

Αθώα ο χρόνος πέρασε θαρρείς δίχως ν' αφήσει
σημάδια, στο βλεφάρισμα του πόθου τα φτερά
άνοιξαν στην ανατολή και ράγισαν στη δύση
ξόρκια και μάγια του Έρωτα, δεν ήταν τυχερά.
 
Όλο μακραίνουν οι σκιές, κλαίγοντας και γελώντας
βυθίστηκαν στα βλέμματα θύελλες και βροχές
κύματα ήταν κι έσβησαν προς το βοριά τραβώντας
τα μυστικά, τα λόγια μας, οι όρκοι, οι προσευχές. 
 
Απ΄ της τύχης τη ρότα,  στα γρανάζια του νου
κι απ' του κόσμου τα φώτα, στ' ανοιχτά τ' ουρανού
να φλερτάρω το θάνατο, σε μια κούπα χρυσή
κι ένα ρόδο αθάνατο, η ζωή μου η μισή.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!