Select Page

Αύριο

Αύριο
avrio_tzouganaki2

Φωτογραφία: Μάχη Τζουγανάκη

 

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ με βρίσκει μέσα στο αυτοκίνητο να οδηγώ στην άδεια πόλη, αξημέρωτα, με ένα μπουκάλι μπέρμπον στο χέρι. Οι σκέψεις μου θολωμένες, μεθυσμένες, σταματώ στα φανάρια και ξεχνώ να ξεκινήσω, σαν να με εμποδίζω να συνεργαστώ με το σώμα μου. Ωστόσο, για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, οδηγώ αργά. Τα φώτα της άδειας πόλης με μπερδεύουν ακόμη περισσότερο, τα χρώματα ανακατεύουν στα μάτια μου τα νοηματικά μου ταξίδια στα χαμένα και η μοναξιά που νιώθω γίνεται πνιγηρή. Ψάχνω εναγωνίως να αδειάσω από αυτά που μέσα μου φαντάζουν σαν πέτρες, να με ακούσει κάποιος χωρίς να μιλήσει, να με καταλάβει. Οδηγούσα για ώρες, χωρίς να ξέρω τους κύκλους που έκανα στην αχανή πόλη.

Δεν είχα μυαλό να δω ότι τελείωνε η βενζίνη. Και ήρθε η στιγμή που τελείωσε. Το παράτησα το σαράβαλο όπου βρήκα, τα κλειδιά τα άφησα πάνω. Κανείς δεν θα το έπαιρνε, σκέφτηκα, αφού δεν θα έπαιρνε μπροστά. Μα εκείνη τη στιγμή δεν με ενδιέφεραν τα κλειδιά, κι ας ήταν πάνω τους και αυτά του σπιτιού. Εκείνο το βράδυ δεν με ενδιέφερε το σπίτι κι ας ήταν κάποιοι που με περίμεναν ή περίμεναν κάποιον που δεν ήμουν εγώ.

Σκοτάδι το στενάκι, μπερδεμένα βήματα, άγνωστα στον αριθμό τους, το σκοτάδι με κατάπινε και 'γω βάδιζα προς τα εκεί. Μια σειρήνα ακούστηκε να τρέχει μανιασμένα λίγους δρόμους παραδίπλα, ήχοι της πόλης, μια απροσδιόριστη βουή και υγρασία. Έστριψα στα χαμένα και μια φωτεινή μισοχαλασμένη επιγραφή neon χαλούσε τις ορέξεις της νύχτας. Άλλοτε κόκκινη, άλλοτε μπλε. Δεν μπορούσα να διαβάσω τι πραγματικά έγραφε με τα μπερδεμένα καλλιγραφικά γράμματα. Αδιαφόρησα. Δυο πόρτες έστεκαν εμπρός μου, ξύλινες με βιτρό παράθυρα. Από μέσα φαινόταν χαμηλός φωτισμός. Έσπρωξα με δύναμη την αριστερή και κείνη χτύπησε στον τοίχο. Μειδίασα από την υποτιθέμενη αδιαφορία για την αταξία μου. Δυο φύλλα εσώπορτας διαχώριζε τον στενό διάδρομο με χαμηλόφωτες λάμπες που ακολουθούσε. Η μοκέτα έκανε τα βήματά μου άηχα. Φρόντισα να γίνω πιο προσεκτικός αυτή τη φορά και έσπρωξα την εσώπορτα διακριτικά.

Τραπέζια άδεια με καρέκλες που είχαν ξύλινες κυρτές πλάτες. Χαμηλός φωτισμός κι εκεί. Ακουγόταν μια χαμηλόφωνη αισθαντική μελωδία πιάνου και στο βάθος, λίγα μέτρα παραπέρα, βρισκόταν η μπάρα, με μια γυναικεία παρουσία να κάθεται στο ψηλό σκαμπό, σκυμμένη πάνω σε μια στοίβα από χαρτιά, στη γωνία της μπάρας. Δεν έδειξε να με κατάλαβε που μπήκα, κι ας έκαναν τα βήματά μου θόρυβο στο ξύλινο παρκέ.

Κάθισα στη μέση της μπάρας και άφησα τους μύες από την πλάτη μου να καμπουριάσω. Εκεί διαπίστωσα ότι κρατούσα το μπέρμπον στο χέρι μου ακόμα, ότι ήμουν αρκετά μεθυσμένος κι ότι η ανάσα μου ήταν καυτή από το αλκοόλ που είχε συγκεντρωθεί στα πνευμόνια μου. Δυο μάτια με συνάντησαν με ένα διαπεραστικό και επίμονο βλέμμα. Ένα ηλεκτροσόκ με διαπέρασε και χωρίς να αφήσει τα μάτια της, που φάνταζαν πελώρια και επικριτικά στο μεθυσμένο μου μυαλό, μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά και τα άφησε παραδίπλα. Σηκώθηκε από τη θέση της και πέρασε μέσα απ' την μπάρα, στάθηκε μπροστά μου και μου χαμογέλασε. Αλήθεια, ήταν κάτι το οποίο δεν περίμενα. Να βρίσκομαι σε αυτήν την άθλια κατάσταση και κάποιος να μου χαμογελάσει.

“Γεια...”, ψιθύρισε πίσω από ένα αστραφτερό χαμόγελο που φώτισε όλο της το πρόσωπο. Η γλώσσα μου πλατάγισε σε κάτι άναρθρο που με έκανε ακόμη πιο γελοίο.

“Ξέρεις, αυτό που κρατάς θα στο χρεώσω ή θα παραγγείλεις άλλο”, μου είπε. Πρέπει ν' άργησα να απαντήσω, αλλά βρήκα τη δύναμη να ψελλίσω τη λέξη “ουίσκι”.

Απρόθυμα, μάλλον βλέποντας την κατάστασή μου, γέμισε ένα ποτήρι με πάγο και συμπλήρωσε. Το έσπρωξε μπροστά μου και με άφησε αγκαλιά με το ποτήρι. Όταν το άδειασα αισθανόμουν τόσο ένοχος για τον εαυτό μου, που γύρισα και την κοίταξα στη θέση που τη βρήκα να γράφει ασταμάτητα, έχοντας ζωγραφισμένο ένα απολογητικό βλέμμα, το οποίο δεν το είδε. Ο χρόνος σταμάτησε, ήταν ασήμαντος για μένα πια. Δεν ξέρω πόσες στιγμές μετά βρήκα πάλι τη γλώσσα μου να σχηματίζει φράσεις και δειλά της μίλησα.

“Πως σε λένε;”
“Δήμητρα”, απάντησε απρόθυμα, χωρίς να σηκώσει κεφάλι απ' τα γραπτά της.
“Γράφεις;”, τη ρώτησα αδιαφορώντας αν γινόμουν ενοχλητικός.
Μάλλον απάντησε καταφατικά, δείχνοντας έτσι ότι πράγματι γινόμουν.
“Θέλω άλλο ένα...”, της είπα παρακλητικά.
“Όχι άλλο αλκοόλ απόψε, αυτό ήταν κερασμένο”, μου είπε.
“Είσαι όμορφη”, της είπα.
Γύρισε και με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
“Είσαι μεθυσμένος...”, μου είπε.
Ενοχές με οδήγησαν τρέχοντας πίσω στο αυτοκίνητο. Δεν έπαιρνε μπρος το ρημάδι. Ήθελα να χαθώ από προσώπου γης. Αποκοιμήθηκα, γεμίζοντας αναθυμιάσεις το σαράβαλο.

...


Δυο χτύποι στο παράθυρο του αυτοκινήτου μου με ξύπνησαν με έναν πονοκέφαλο να τρυπάει τα μηνίγγια μου.

“Κύριε, ενοχλεί εδώ το αμάξι σας, να το πάρετε”, είπε ένας τροχονόμος και γύρισε βιαστικά στο πόστο του.

Μου πήρε λίγες στιγμές μέχρι να μπορώ να σταθώ στα πόδια μου που έτρεμαν. Κρύα μέρα, αδιάφορη, η πόλη γέμισε αυτοκίνητα που μάχονταν ποιο θα φτάσει πιο γρήγορα στο τέλος. Βιασύνη παντού. Και τα χέρια μου έτρεμαν. Το διαπίστωσα όταν έβαλα το χέρι στην τσέπη μου να μετρήσω τα ψιλά που μου είχαν απομείνει. Ξεχώρισα κάποια για βενζίνη και έριξα τα υπόλοιπα να φάω κάτι. Έλειπα μέρες απ' το σπίτι, μέρες είχε κλείσει το κινητό μου, δεν με έψαχνε κανείς ίσως. Απ' τη δουλειά σίγουρα δεν θα με έψαχνε κανείς.

Περπάτησα στην πόλη με βλέμμα στα χαμένα, αφού τακτοποίησα το αμάξι κάπου εκεί κοντά. Πρέπει να έφτασα στον πάτο ενός βαρελιού που είχε στερέψει από το αύριο. Δεν υπήρχε αύριο για 'μένα πια. Ίσως ξεχνάς το παρόν όταν καταλήγεις σε τέτοια συμπεράσματα. Και κάπως έτσι νύχτωσε γρήγορα.

Τα βήματα με οδήγησαν πάλι στο χθεσινοβραδινό στέκι. Αυτή τη φορά ήμουν πιστός στη νοερή υπόσχεση που της έδωσα. Κρατούσα στο χέρι μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Τα ίδια ρούχα, βρώμικος, άσπιτος και απολογητικός. Έτσι χαρακτήριζα τον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή. Ήθελα να της ζητήσω συγγνώμη για χθες. Η επιγραφή αναβόσβηνε πάλι στον ίδιο ρυθμό, το στενάκι το ίδιο σκοτεινό. Τα γράμματα πάλι απροσδιόριστα. Κακογραμμένα, σκέφτηκα. Άνοιξα προσεκτικά την πόρτα και την εσώπορτα. Η ίδια μελωδία. Την αναζήτησα βιαστικά και τη βρήκα στην ίδια θέση πάλι στα γραπτά της.

Με κοίταξε με ένα βλέμμα απόγνωσης. Της χαμογέλασα και η ανακούφιση φάνηκε στο πρόσωπό της. Έφτασα κοντά της με δρασκελιές νοσταλγίας και της έδωσα το τριαντάφυλλο.
“Συγγνώμη για χθες”
“Μη ζητάς συγγνώμη”

...

Τα βράδια που ακολούθησαν βρισκόμουν εκεί, πιστός στο ραντεβού μου. Είχα βρει έναν τρόπο να φαίνομαι αξιοπρεπής τότε που βρισκόμουν εκεί. Και εκείνη είχε βρει έναν τρόπο να δείχνει ότι της ήμουν ενδιαφέρων. Αναρωτιόμουν τι έβρισκε σε μένα ενδιαφέρον. Όμως αδιαφορούσα εν τέλει. Ήθελα να συζητώ μαζί της. Κάθε της λέξη, κάθε της χαμόγελο, κάθε της αστείο και μια πέτρα λιγότερη στο στομάχι. Της μιλούσα συνέχεια, μου μιλούσε κι εκείνη. Τις έλεγα τις αλήθειες μου. Εκείνη μου μιλούσε συνέχεια με συμβολισμούς, γρίφους και πάντα πίσω από το χαμόγελό της. Και μου μιλούσε συνέχεια για τους ήρωες των γραπτών της.

“Θα σε δω αύριο;” τη ρωτούσα κάθε ξημέρωμα.
“Ίσως...”

...


Δυο μήνες μετά η ίδια απορία. Τι έβρισκε σε μένα ενδιαφέρον. Ίσως να της γινόμουν ευχάριστος, σκέφτηκα. Με βασάνιζε όμως μια σκέψη που φυλακίστηκε στο μυαλό μου μια βραδιά. Δεν ήξερα τίποτα για εκείνη. Η γνωριμία μας βασιζόταν σε λέξεις. Ατελείωτες φράσεις, νοήματα, σκέψεις πλεγμένες περίτεχνα σε μια πορεία που μόνο εκείνη ήξερε να οδηγεί. Κι εγώ αφηνόμουν μαγεμένος στη σκέψη της. Τείχη υψωμένα σε έναν μαγικό κόσμο που δεν μπορούσα να κατακτήσω. Δεν με άφηνε. Μέρα με τη μέρα έβρισκα τον εαυτό μου. Έβρισκα τι ήθελα, την καθημερινότητα να γίνεται ασήμαντη μπροστά σε αυτά τα βραδινά ραντεβού. Ζούσα για εκείνες τις ώρες της νύχτας και μόνο. Και κάτι με είχε βοηθήσει να το πετύχω. Και κάθε βράδυ τη ρωτούσα το ίδιο και μου απαντούσε με τον ίδιο τρόπο.

...

Λίγα βράδια αργότερα είχα καταλήξει πώς θα κλείσω το ραντεβού μας. Κάτι που είχε πάρει υπόσταση μέσα μου. Άδειαζα και γέμιζα με όλο και περισσότερα συναισθήματα για κείνη. Και πάντα εκείνη δεν μου 'δινε υπόσχεση για το αύριο. Ίσως...

Στάθηκα μπροστά στην κόκκινη - μπλε επιγραφή και την κοίταξα. Πάλι δεν μπορούσα να καταλάβω τι έγραφε. Μπήκα αδημονώντας να της πω αυτό που σκεφτόμουν. Χαμογελούσα ξανά. Θα την έβρισκα ξανά πάνω απ' τα γραπτά της. Θα της χαμογελούσα, θα της χάριζα το τριαντάφυλλο και θα χανόμασταν στις συζητήσεις μας όπως κάθε βράδυ. Όμως...

Στο μπαρ βρισκόταν ένας άντρας στη θέση της να καθαρίζει ένα ποτήρι. Με κοιτούσε, ενώ εγώ την αναζητούσα στο άδειο μαγαζί.
“Η Δήμητρα;”, τον ρώτησα ημιλιπόθυμος από φόβο.
“Έφυγε, εγκρίθηκε το βιβλίο της”, μου είπε.
Σαν να μου είχε αφήσει μήνυμα, σκέφτηκα.
Ήθελα απλά να της πω ότι δεν θέλω να τη χάσω, ότι φοβάμαι χωρίς αυτήν, σκέφτηκα.
“Να σε ρωτήσω κάτι; Πως λέγεται το μαγαζί;”
Με κοίταξε απορημένος.
“Αύριο”, μου είπε.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

About The Author

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ' αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ' αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

4 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    ένα χορταστικό διήγημα Νίκο…και ένα Αύριο που προβληματίζει… Ισως στο επόμενο μπαρ ή κάποιο άλλο μαγαζί η ταμπέλα να είναι πιο ευνοϊκή …ας πούμε οτι θα γράφει Σήμερα! Καλημέρα!

    Απάντηση
  2. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην ελπίζει έστω και υποτυπωδώς για ένα καλύτερο ΑΥΡΙΟ.Εξαιρούνται οι υποψήφιοι αυτόχειρες . Ακόμη αι οι θανατοποινίτες ελπίζουν σε κάποια χάρη μεχρι την τελευταία τους στιγμή.Οπόταν καλός ο τίτλος της ταμπέλας Νίκο, και βέβαια η ιστορία σου πολύ όμορφη και… αντρική!!!

    Απάντηση
  3. Έλενα Σαλιγκάρα

    Μου άρεσε πολύ η ατμόσφαιρα που συνόδευσε το διήγημά σας…

    Απάντηση
  4. Νίκος Φάκος

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας 🙂

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!