girl_rain

Χαζεύω τη φθινοπωρινή βροχή από το παράθυρο της δουλειάς μου. Δυο περαστικοί με τις γκριζωπές τους ομπρέλες μοιάζουν να ανταγωνίζονται για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ένα λεωφορείο θολωμένο από τις ανάσες και μουσκεμένο, βαριανασαίνει με το μπουλούκι που τρύπωσε για να σωθεί από την ξαφνική καταιγίδα ξεφυσώντας καπνό. Στη στάση το κοιτάζουν όλοι βρεγμένοι και απογοητευμένοι. Δε μοιάζει καθόλου με σωτήρα και το γνωρίζει. Το ξέρουν και εκείνοι που περιμένουν, πως ούτε κι αυτό θα ανοίξει τις πόρτες του για αυτούς. Μανάδες που κοιτάζουν τα ρολόγια τους ξέροντας πόσα πράγματα θα πάνε σαν ντόμινο αργότερα. Νταντάδες που περιμένουν στα σπίτια, χαϊδεύοντας στο κεφάλι παιδιά σκαλωμένα σε ένα άλλο παράθυρο που αφήνουν χνώτα απογοήτευσής του «πότε θα ‘ρθει» στο τζάμι.

Μια βροχή που όλα τα αλλάζει. Μια βροχή και όλα βουλιάζουν στις λασπωμένες λακκούβες του δρόμου…

Κοιτάζω από το παράθυρο και το ξέρω, πως και αυτό το λεωφορείο που περιμένω δε θα ‘ρθει. Και ακόμα και αν έρθει, δε θα με χωρά. Θαυμάζω μερικές φορές τη γενναία μου διαπίστωση που προτρέχει για να με προστατεύσει. Κάθεται εκεί μπροστά μου σαν ασπίδα. «Αυτήν την πραγματικότητα πρέπει να δεχτείς», μου λέει.

Μα είμαι κι εγώ σαν εκείνα τα παιδιά. Με το στόμα φυσώ τη ζεστή μου ανάσα στο τζάμι. Με το δάχτυλο γράφω ένα «πότε θα ‘ρθει»…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!