τοβιβλίο.net

Select Page

Για την ψηφιοποίηση του αρχείου Καβάφη και για την ποίηση του

Για την ψηφιοποίηση του αρχείου Καβάφη και για την ποίηση του

Για την ψηφιοποίηση του αρχείου Καβάφη και για την ποίηση του

Μνήμη Τάκη Σκούπερ

«Ξάφνου στέκεται εκεί, όταν ανάβει φως γλιστρά ψηλά στον τοίχο: ρωγμή περιπλανώμενη που κλείνει όσο περνά, ενώ το διάβα της διχάζει το λευκό, πύρινη και παλλόμενη, μια ελάχιστη σχισμή από λάβα»

Jan Wagner

 

γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης

 

Η κατοχή του αρχείου του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη[1] από το Ίδρυμα ‘Ωνάση’ (από το 2012),[2] και η δυνατότητας πρόσβασης του κοινού σε αυτό, συνιστά συμβάν μείζονος σημασίας, προσφέροντας παράλληλα την ευκαιρία μίας εμπρόθετης μελέτης του έργου ενός ποιητή που συνέβαλλε στη διαμόρφωση του ευρύτερου ποιητικού κανόνα του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, συνθέτοντας την ποίηση της ‘φορτισμένης’ και υπαρξιακής αναζήτησης, επι-ζητώντας, όχι την απολύτρωση, αλλά την σωρευτική ‘αξιοποίηση’ του χρόνου εντός της αρκετές φορές επιθυμητής ‘ανωνυμίας’, της καθημερινής παρουσίας για την οποία αρκούν ‘δύο σώματα’.

Όπως διαβάζουμε στο άρθρο που δημοσιεύεται στο ‘Περιοδικό’: «Το αρχείο Καβάφη περιήλθε στη διαχείριση του Ιδρύματος Ωνάση στα τέλη του 2012. Εξασφαλίστηκε έτσι η παραμονή του στην Ελλάδα και αποφεύχθηκε ενδεχόμενος κατακερματισμός του. Στόχος ήταν και παραμένει η ανοιχτότητα και η προσβασιμότητά του σε κοινό και ερευνητές, καθώς και η διάδοση του έργου του Αλεξανδρινού ποιητή και του διεθνούς χαρακτήρα της ποίησής του».[3]

H συλλογή, ταξινόμηση και ψηφιοποίηση του αρχείου του Κωνσταντίνου Καβάφη,[4] καθίσταται εγχείρημα που δύναται να αναδείξει και τις πολλές όσο και διαφορετικές προκείμενες του Καβαφικού έργου που κινείται μεταξύ ποίησης και ποιητικού ‘πράττειν’ και Καβαφικών μελετών, άρθρων και πεζών λογοτεχνικών κειμένων, προσιδιάζοντας, πρωταρχικά, στη δόμηση ενός Καβαφικού ‘αμαλγάματος’ το οποίο και κύρια συντίθεται από αυτό που δύναται να αποκαλέσουμε ‘αίσθηση διαμέσου της γραφής’, οριακή και μεταιχμιακή αναπαράσταση ενός γίγνεσθαι που αφήνει χώρο στην ‘επικίνδυνη’ και για αυτό περισσότερο ‘ηδονική’, σαρκική[5] απόλαυση, στην ιστορία ως έναυσμα για την άντληση μίας ‘λιτής’ και ‘ακριβούς’ σοφίας που όμως, δεν μένει παρά να αποδειχθεί.

Η Καβαφική ποιητικότητα υποβάλλεται σε αυτό που ο Χάρολντ Μπλουμ, στην ανάλυση του για την ποιητική συλλογή ‘Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο’ του Αμερικανού ποιητή John Ashbery, αποκαλεί «άσκησις»,[6] ήτοι σε μία ‘άσκησις’ επί του εαυτού του και του άλλου που ενυπάρχει σε μία χρονικότητα περιορισμένη, που συνάμα αντλεί από το υπόστρωμα της Αλεξανδρινής ‘περιρρέουσας ατμόσφαιρας’ και που διαθέτει τον δικό της ρυθμό, προσδιορίζοντας τα χαρακτηριστικά μίας ιδιαίτερης θέασης η οποία, φθάνοντας στον 20ο αιώνα, συναρθρώνει την αίσθηση της απορίας και της ενδόμυχης αγωνίας (που όπως δεν εκπίπτει σε έναν μελοδραματισμό διαρκείας), για αυτό που δύναται να ‘έρθει’, με τις καταστατικές όψεις της ‘αντίστασης’ σε ό,τι ορίζεται ως φθορά: φθορά των σωμάτων, ‘φθορά’ του σκέπτεσθαι ιδίως όταν αναπαράγει το τετριμμένο, ‘φθορά’ της ιστορίας την στιγμή που αξιολογείται ως ‘ρηχή’, ως ένα απλοϊκό ‘δικαστήριο’ που αποφαίνεται για πρόσωπα και για καταστάσεις.

Όντας γειωμένος, δραστικά παράταιρος σε μία πόλη (Αλεξάνδρεια) που αργά αλλά σταδιακά, χάνει την ‘αίγλη’ του παρελθόντος δίχως όμως να αίρει το ίδιο, ιστορικό και συμβολικό ‘φορτίο’ της, ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν παύει να αναζητεί τις πλαισιώσεις του ‘Υψηλού’ (ο έρωτας που ‘καρπίζει’ και δημιουργεί;), σημαίνον για το οποίο ο Χάρολντ Μπλουμ επισημαίνει, υπό το πρίσμα της θεωρητικής ανάκλησης, πως «αναπόφευκτα, όμως, κάθε καινούργιο Υψηλό θα μας θυμίζει τον Μπένγιαμιν, που μαζί με τον Φρόυντ είναι ο θεωρητικός του Υψηλού στον αιώνα μας»,[7] προβαίνοντας σε μία ποιητική ανα-νοηματοδότηση του κοινωνικού υποκειμένου: ‘ποιος δύναται να σταθεί ενώπιον των ‘Βαρβάρων;’ Πως επανεπινοείται η πόλη και δη η ‘ακριβής’ πόλη ως ‘ευκαιρία;’ Εντός των ευρύτερων σημάνσεων του έργου του, ο ποιητής επι-τελεί τις λειτουργίες, ενός, κατά τον Γιώργο Βέλτσο, «επιτετραμμένου».[8]

O Αλεξανδρινός καθίσταται «επιτετραμμένος για να εποπτεύει κάθε cir-concision, κάθε «όριο», «περιθώριο», «ίχνος», «δώρο».[9] Αυτός ο ίδιος και όχι ένας άλλος, περι-τετμημένος (cir-concis)».

Ο ίδιος ο ποιητής «εποπτεύει» την σημαντικότητα του ορίου, ‘ενσαρκώνει’ ποιητικά, ή αλλιώς, κοινωνιο-ποιητικά και συμβολικά, την επιθυμία ‘ να ακουστεί’ ο ελληνισμός που ευρίσκεται εκτός μητροπολιτικού κέντρου, και πιο συγκεκριμένα ο Αιγυπτιώτικος ελληνισμός, αναγνωρίζει την δυστοπία των ‘νεκρών πραγμάτων’, ‘εξαντικειμενοποιώντας’ την ίδια την διαδικασία της μετάβασης: υπό αυτό το πρίσμα, η Καβαφική ποιητική, με όρους σημαίνουσας πρωταρχικότητας, ανθίσταται στην κάθε είδους ‘ευτέλεια’, διευρύνοντας τα όρια του «αθέατου ως πριν»,[10] ενώ ‘εγγίζει’ αντινομίες παρόντος: ‘ποιος δύναται να είναι απών’; ποιοι είναι οι συγχρονικοί ‘Λακεδαιμόνιοι’ των οποίων η θέση είναι θέση ‘απώλειας;’

Η ψηφιακή ταξινόμηση[11] και παρουσίαση του Καβαφικού αρχείου, αναδεικνύει το πρόσημο ενός ιστορικού αιώνα και μίας ποίησης (βλέπε Καβαφική ποίηση) που δεν παύει να ‘συναγελάζεται’ με την ‘πικρή ειρωνεία’, με την διάστικτη εκφραστικότητα ωσάν πρόταγμα, διακύβευμα ‘αρχής’, ξεκαθαρίζοντας και ομνύοντας, δίχως να αναζητεί συμβολικές ‘Ιφιγένειες’. Και όπως γράφει ο Γερμανός ποιητής Jan Wagner: «Πες: ποιος προφήτης έχασε το σανδάλι του εκεί που πια φυτρώνουν βρύα;».[12]

 Τα ερεθίσματα του Καβαφικού ποιητικού ‘πράττειν’ ‘ρηγματώνουν’ την σοβαροφάνεια. Ο Καβαφικός ποιητικός λόγος, ιδωμένος υπό το πρίσμα της διακριτότητας, ‘επι-κοινωνεί’ με το διακύβευμα που θέτει ο Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι στο διήγημα του ‘Λευκές Νύχτες’, η δράση του οποίου διαδραματίζεται στην Αγία Πετρούπολη, υπό το πρίσμα μίας ατελεύτητης προσμονής που τίθεται ενώπιον μίας ημέρας που δεν ‘τελειώνει’, εκθέτοντας τον ίδιο λόγο: «Ότι ζητάω να χτίζω το παρόν μου απάνω στο ρυθμό των περασμένων και των αγύριστων».[13]

 

_

[1] Το Καβαφικό ‘πνεύμα’ και τον Καβαφικό ‘χρόνο’ που ενσκήπτουν στην πόλη της Αλεξάνδρεια που μετασχηματίζεται σε πόλη του ‘πόθου’ και της φαντασμαγορικής πρόσληψης των πραγμάτων, ‘συλλαμβάνει’ με έναν ιδιαίτερο τρόπο, το άσμα ‘Αλεξάνδρεια’ σε στίχους Άρη Δαβαράκη και μουσική Ευανθίας Ρεμπούτσικα (ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη), το οποίο και αναπαριστά το μυστηριώδες και μη, ‘κυνήγι’ του δαιμονικού-δαιμονολογίας που σημασιοδοτούνται ως ‘τροφοί’.

[2] Βλέπε σχετικά, ‘Η ψηφιακή συλλογή του αρχείου Καβάφη’, Ενημερωτική-Κινηματική Ιστοσελίδα ‘Το Περιοδικό’, 14/03/2019, εδώ. Η ψηφιοποίηση του Καβαφικού αρχείου ανα-συνθέτει τον ιδιαίτερο ‘Καβαφισμό’ ως τρόπο (τροπικότητα) όχι μίας σχηματικής ερμηνείας, αλλά ως βαθύ βίωμα που διαπερνάται από αστικές μορφές, ήτοι μορφές πόλης.

[3] Βλέπε σχετικά, ‘Η ψηφιακή συλλογή του αρχείου Καβάφη… ό.π. Ο Γάλλος φιλόσοφος Michel Foucault, στην εννοιολόγηση περί ‘αρχείου’ που επιχειρεί, τονίζει: «Το αρχείο είναι ο νόμος εκείνου που μπορεί να ειπωθεί… Το κατώφλι της ύπαρξης του εγκαθιδρύεται από την τομή που μας χωρίζει από εκείνο που δεν μπορούμε πλέον να πούμε, αρχίζει με το έξω της ίδιας της γλώσσας μας· τόπος του είναι η απόκλιση των δικών μας λεκτικών πρακτικών…». Αναφέρεται στο: Αθανασίου Αθηνά, Μεταξύ τεράτων και συμβάντων: Τεχνολογίες του έμφυλου σώματος, αναπλαισιώσεις του ανθρώπινου’, στο: Αθανασίου Αθηνά, (επιμ.), ‘Ζωή στο όριο. Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική’, Εκδόσεις Εκκρεμές, Αθήνα, 1983, σελ. 183. Παραπέμποντας στην προσίδια Φουκωϊκή αναλυτική, δύναται να αναφέρουμε ό,τι το Καβαφικό «αρχείο είναι ο νόμος εκείνου που μπορεί να ειπωθεί» και δη να ειπωθεί εκ νέου, αποδίδοντας στην γλώσσα, στην ποιητική γλώσσα λειτουργίες μίας ‘απεικονιστικής σάρωσης’, εκεί όπου οι θεάσεις ποιητή και αναγνώστη (διαπερατό υποκείμενο) δεν χρειάζεται να συγκλίνουν σε μία ευθεία γραμμή ή σε μία ευθύγραμμη πορεία, αλλά να ‘διαπραγματεύονται’ την άρνηση.

[4] Βλέπε σχετικά, ‘Η ψηφιακή συλλογή του αρχείου Καβάφη…ό.π. « Ο Κ. Π. Καβάφης φρόντιζε να συγκεντρώνει και να αρχειοθετεί το έργο του συστηματικά, δημιουργώντας έτσι ένα μοναδικό λογοτεχνικό και προσωπικό αρχείο. Το Αρχείο Καβάφη περιλαμβάνει χειρόγραφα καβαφικών ποιημάτων, έντυπες αυτοσχέδιες εκδόσεις, πεζά λογοτεχνικά κείμενα, άρθρα, μελέτες και σημειώσεις του ποιητή. Ανακαλύψτε όλα τα παραπάνω, καθώς και το προσωπικό αρχείο του Κ. Π. Καβάφη με πλούσια αλληλογραφία, κείμενα και φωτογραφίες, στην ψηφιακή συλλογή του Αρχείου Καβάφη». Επρόκειτο ουσιαστικά, για μία κλήση προς την κατεύθυνση και την πλευρά του δυνητικού αναγνώστη, με το πρόθημα ‘ανακαλύψτε’ να σημασιοδοτεί την δυνατότητα και την ικανότητα της μετάβασης σε μία ποίηση που εναλλάσσεται μεταξύ συμβολισμού και ρεαλισμού.

[5] Ο περιώνυμος Καβαφικός ομο-ερωτισμός εκτίθεται εντατικά, αφήνει να διαρρεύσει το σώμα προ της επωνυμίας, ‘εδαφοποιεί’ και συνάμα ‘εδαφοποιείται’ στη γενεαλογική νεότητα, τείνοντας στην οντολογία που δύναται να διαμορφώσει η αίσθηση της δι-επαφής: της δι-επαφής που καθίσταται ολοκληρωμένη όσο και ατελής, που διαπερνά τον κίνδυνο, πραγματοποιούμενη στην αγορά και σε εν γένει δημόσιους χώρους, που υπαινίσσεται το ‘καθετοποιημένο’ έλασσον: το δραστικό φιλί.

[6] Βλέπε σχετικά, Ashbery John, ‘Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο’, Μετάφραση: Βλαβιανός Χάρης, Επίμετρο: Bloom Harold, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 76. «Άσκησις: Ο μεταγενέστερος ποιητής παραχωρεί μέρος από το δικό του ανθρώπινο και δημιουργικό χάρισμα, έτσι ώστε να διαχωρίσει τον εαυτό του από τους άλλους, συμπεριλαμβανομένου και του προδρόμου και το κάνει αυτό στο ποίημα του τοποθετώντας το έτσι σε σχέση με το πατρικό ποίημα ώστε να υποβάλλει επίσης το τελευταίο σε μια άσκηση· το χάρισμα του προδρόμου ακρωτηριάζεται κι αυτό». Το μεταγενέστερο ποίημα, αντλώντας από το πατρικό έως ότου διαχωριστεί, επεκτείνει τις σημάνσεις του με τέτοιον τρόπο, ώστε ο δημιουργός-ποιητής κινείται αντεστραμμένα προς την λέξη που φανερώνει πολλές αλήθειες πριν το ‘μύθο’.

[7] Βλέπε σχετικά, Ashbery John, ‘Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο…ό.π., σελ. 73. «Το Μυστηριώδες ή το Υψηλόν εισάγεται τόσο μέσω της επιστροφής του απωθημένου με τον τρόπο που ο Φρόυντ ονομάζει Άρνηση». Η Μπενγιαμινική εννοιολόγηση του ‘Υψηλού’, αποτελεί την στιγμή όπου η ιστορία ‘εκρήγνυται’ προς τις εκφάνσεις της ασυμμετρίας, στο σημείο όπου ο Άγγελος, ο ‘φέρων τον χρόνο’ άγγελος μετατοπίζεται προς ένα παρελθόν που ακόμη παραμένει ‘αδικαίωτο’: η στιγμή ‘έφθασε’.

[8] Βλέπε σχετικά, Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δυο απείρων, το ποίημα’, Πρόλογος-Μετάφραση: Αγκυρανοπούλου Χρυσούλα, Επίμετρο: Βέλτσος Γιώργος, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα, 2008, σελ. 72.

[9] Βλέπε σχετικά, Derrida Jacques, ‘Κριοί. Διάλογος ατέρμων: μεταξύ δυο απείρων, το ποίημα…ό.π., σελ. 72. Για να παραφράσουμε ελαφρά τον Γιώργο Βέλτσο, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, «έτερος ανάμεσα σε ετέρους, μνηστήρες, σαν την Πηνελόπη που ξηλώνει τη νύχτα τον «μέγα ιστό» του Κειμένου», τείνοντας στη συμβολικό και σημασιολογικό σημαίνον της ‘πατρίδας μέσα στο χρόνο’.

[10] Βλέπε σχετικά, Wagner Jan, ‘Το σπουργίτι του Γκέρικε και άλλα ποιήματα’, Μετάφραση-Σημειώσεις-Επίμετρο: Κουτσουρέλης Κώστας, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα, 2018, σελ. 75. Εστιάζοντας στην ποιητική του Γερμανού ποιητή, ο Κώστας Κουτσουρέλης, επισημαίνει: «Ξεκινώντας από την παρατήρηση του ελάχιστου, του αθέατου ως πριν, αυτό το ελάχιστο και το αθέατο το μεγεθύνει, το διογκώνει απρόσμενα κάτω από τον αφηγηματικό του φακό».

[11] Βλέπε σχετικά, ‘Η ψηφιακή συλλογή του αρχείου Καβάφη…ό.π. Ο ποιητής είναι αυτός που εδύνατο να ‘ομιλήσει’, να δομήσει εικόνες, αρθρώνοντας έναν λόγο ‘αυθεντικό’ που δεν μιμείται παραστατικά, παρά ζυμώνεται στο ‘ανέλπιστο’.

[12] Βλέπε σχετικά, Wagner Jan, ‘Το σπουργίτι του Γκέρικε και άλλα ποιήματα…ό.π., σελ. 76.

[13] Βλέπε σχετικά, Ντοστογιέφσκι Μιχαήλοβιτς Φιόντορ, ‘Λευκές Νύχτες’, Μετάφραση: Σπαθάρης Σ.,- Μιχαλακέα Χ., Εκδοτική Εταιρεία Μιχαλακέας Χ., & Σία, Αθήνα, 1960, σελ. 522.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Λογοτεχνικοί διαγωνισμοί

Εκπαιδευτικό υλικό

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος