Select Page

Γλυκό δαμάσκηνο

Γλυκό δαμάσκηνο

 

 

 

Ο διπλός ελληνικός στο χρυσό μπρίκι καθόταν υπομονετικά δίπλα από το πορσελάνινο φλυτζάνι.  Ο ήλιος έριχνε τις καυτές του αχτίδες στο δίσκο που φύλαγε τούτο το άρωμα και χρυσοκίτρινες λάμψεις αντανακλούσαν στο χώρο, προκαλώντας τις μούσες του νησιού.  Ένα πιατάκι με γλυκό του κουταλιού από δαμάσκηνο στεκόταν λίγο πιο δίπλα, φτιαγμένο με μεράκι  από τα χεράκια της κυρά Λένης  και το ζηλεύαν ακόμα και οι μέλισσες που στήνανε χορό γύρω του. Στο στρογγυλό σιδερένιο τραπέζι δέσποζε ένα όμορφο χαρτί αλληλογραφίας και μια πένα. Ιεροτελεστία καθημερινή. Σαν πρωινή προσευχή. Η προσευχή του Ιάκωβου.

Ο Ιάκωβος ήταν ένας μελαχρινός και γεροδεμένος 55άρης.  Τα γυαλιά του  ήταν πάντα κρεμασμένα στο στήθος με ένα μπλε κορδόνι, δώρο της γυναίκας του που γελούσε κάθε φορά που τα έψαχνε. «Γιατί σε βαρέθηκα να τα ψάχνεις», του έγραφε στην τρυφερή χριστουγεννιάτικη καρτούλα που φυλά ευλαβικά στο πορτοφόλι του. Ο Ιάκωβος είναι ποιητής. Στη βιβλιοθήκη του, δεσπόζουν βιβλία και βιβλία με τις συλλογές του. Και είναι από εκείνους τους «τυχερούς» όπως λέει ο ίδιος που είχε φίλο τον Πέτρο,  έναν εκδότη που του έκανε τη χάρη να εμφανίσει το πρώτο του παιδί χωρίς να βάλει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι στη δική του τσέπη.  «Είσαι συνδημιουργός» του έλεγε δυνατά κάθε που τσούγκριζαν τα ποτήρια στην έκδοση κάποιας συλλογής του. «Εγώ γράφω, εσύ κερνάς τη ποίησή μου».

Τα χρόνια περνούσαν όμορφα. Ο Ιάκωβος αντλούσε τα θέματα από την καθημερινότητά του, από τα γεγονότα στον κόσμο, από ένα απαλό φύσημα του ανέμου στο πρόσωπό του. Από το σκίρτημα ενός ξύλινου παραθύρου. «Η ζωή σε προκαλεί»,  έλεγε και ξαναέλεγε στις συνεντεύξεις του. «Σου δίνει μια σταγόνα πάνω σε ένα φύλλο στην ανατολή του ήλιου και γεννάται το θαύμα των λέξεων, των συναισθημάτων». Ο Ιάκωβος ήταν ο ποιητής της καρδιάς, έτσι τον χαρακτήριζαν οι διάφοροι κριτικοί. Γέλαγε σαν το άκουγε και απαντούσε πως είναι ο ποιητής της Άννας, της γυναίκας του. Γιατί εκείνη είναι η καρδιά του. Και η ποίησή του.

Πάνε τώρα τρία χρόνια. Τρία χρόνια από τότε που η Άννα του έφυγε για εκείνο το μεγάλο ταξίδι που όρισε βίαια ο καρκίνος που την επισκέφτηκε. Δεν τα κατάφερε στο μεγάλο της αγώνα. Πούλησε ό,τι είχε και δεν είχε ο Ιάκωβος για να τη σώσει. Μα δε φτάνανε οι «στίχοι» του για να την κρατήσουν στη ζωή. Μαράζωσε η καρδιά του Ιάκωβου, κλείσανε τα παράθυρα της ψυχής του. Σε ένα βράχο στην άκρη ενός γκρεμού φώναξε κοιτάζοντας στον ουρανό «Δεν έχω τίποτα πια!» και στο τσακ τον έσωσε ο Πέτρος λίγο πριν κάνει το επόμενο βήμα.

Τρία χρόνια τώρα, κανείς δεν ξέρει πού είναι ο Ιάκωβος. Διάλεξε ένα νησί. Πήρε μια βαλίτσα. Χαιρέτησε το λυπημένο του φίλο και έφυγε. Κανείς δεν ξέρει πού τριγυρνά. Κινητά και λοιπά δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του. Σα να φύσηξε ο άνεμος και τον σκόρπισε. Και αυτόν και τις λέξεις του. Τίποτα πια. Τριγυρνά στο τυχαίο του νησί, αόρατη φιγούρα. Οι ντόπιοι προσπάθησαν να τον πλησιάσουν αλλά μάταια. Ούτε μια στεγνή καλημέρα δεν τους χάριζε. Μόνο η κυρά Λένη που του έφτιαχνε το καφέ, του έπαιρνε δυο κουβέντες. «Χλιαρές και μελαγχολικές μαζί». Έτσι έλεγε στον άντρα της σαν περιέγραφε τον άγνωστο ταξιδιώτη που ρίζωσε στο νησί τους και το διάλογο που κάνανε.

Τρία χρόνια τώρα, απλώνει στο τραπέζι της Λένης ένα χαρτί αλληλογραφίας και μια πένα. Αλλά δε γράφει τίποτα. Πίνει το καφέ του και δεν τρώει ποτέ το πιατάκι με το γλυκό που του φέρνει επίμονα η Λένη. Πάντα της κάνει νόημα με το χέρι του ότι δεν το θέλει σαν το ακουμπά και πάντα εκείνη σκύβει και του λέει «Πότε δεν ξέρεις μπορεί να θες να γλυκαθείς αργότερα…» και φεύγει.

Σήμερα, ο καλοκαιρινός ήλιος βράζει το καφενείο της Λένης. Ο Ιάκωβος στέκει παράταιρος ανάμεσα σε όλους τους ιδρωμένους πελάτες. Ίχνος σταγόνας πάνω του. Το μακρυμάνικο πουκάμισό του δεν τον ενοχλεί.  «Ούτε το καλοκαίρι δεν του παίρνει κουβέντα», φώναζε ο άντρας της Λένης και εκείνη του έκανε νόημα να σωπάσει.

Την ησυχία του καφενείου την έσπασε μία τουρίστρια. «Πω πω…κάντε χώρο δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Τι τα ‘θελα τόσα σκαλιά μες στο μεσημέρι; Παναγιά μου…!» είπε και κάθισε στο διπλανό τραπέζι από τον Ιάκωβο.  «Μην ξεχάσετε να ανεβείτε τα 300 σκαλιά που οδηγούν στην πλατεία του χωριού για να θαυμάσετε την όμορφη θέα από το καφενείο της Λένης πίνοντας κρύα σπιτική λεμονάδα και τρώγοντας γλυκό του κουταλιού από τα χεράκια της», διάβαζε δυνατά. «Μα άμα ανέβεις 300 σκαλιά χριστιανέ μου…δε θες λεμονάδα και γλυκό του κουταλιού…μπάνιο θες!», μονολογούσε. Οι ντόπιοι που καθόντουσαν στα τραπέζια την κοίταγαν και γελούσαν. Ήταν μια ευχάριστη παρουσία. Ντυμένη με ο,τι χρώμα θες από πάνω ως κάτω, με μαλλιά ατημέλητα καθόταν στην καρέκλα αποκαμωμένη με απλωμένα τα πόδια της,  κάνοντας αέρα με ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο.

Ο Ιάκωβος ήταν ο μόνος που δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. Συνέχιζε να κοιτά το άδειο του χαρτί. Θα είχανε περάσει μόλις δυο τρία λεπτά από τη θορυβώδη άφιξή της και άκουσε δυνατά στο αυτί του «Θα κάνεις τίποτα με αυτό ή το έχεις για ντεκόρ;» και γύρισε και την είδε. Τον κοίταζε έντονα με τα πράσινα μάτια της. Γάτα με νύχια σκέφτηκε όταν την αντίκρυσε. Σαν τη γάτα που είχε μικρός, που ενώ την τάιζε και τη φρόντιζε μια μέρα τον έγδαρε από πάνω ως κάτω. Ακόμα έχει το σημάδι της στο στήθος. Ύστερα, ντροπαλά σχεδόν απολογητικά της είπε αφήνοντας τους ντόπιους με ανοιχτό το στόμα: «Δε μπορώ. Κάποτε μπορούσα. Μα τώρα τα δάχτυλά μου δε μπορούν να αγγίξουν καμιά λέξη. Κάθομαι εδώ. Και παλεύω να ακούσω τη φωνή της. Ίσως κάποια στιγμή τα αυτιά μου να καταφέρουν να πιάσουν ετούτον τον ήχο, σαν ήχο από κοχύλι. Φωνή από τον Παράδεισο. Ίσως τότε, να γράψω και πάλι. Ως τότε, ετούτο το χαρτί θα είναι απλό ντεκόρ…όπως το είπες», της απάντησε σχεδόν ξεψυχισμένα. Ήταν η πρώτη του εκμυστήρευση, εξομολόγηση εκεί στο τραπεζάκι ενός καφενείου σε ένα τυχαίο νησί σε μια άγνωστη ύπαρξη με γατίσια πράσινα μάτια.

Η ιδρωμένη τουρίστρια τα έχασε. Τόση ώρα αναφερόταν στο πιατάκι με το γλυκό του, που το έβλεπε να το τριγυρνάνε οι μέλισσες άφαγο ενώ ο άνθρωπος που είχε απέναντί της, της έγραφε στον αέρα ολόκληρη τη ζωή του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Πήρε την καρέκλα και κάθισε δίπλα του. Δεν του απάντησε τίποτα. Άρχιζε να κοιτάζει τη θέα που έγραφε ο τουριστικός της οδηγός σιωπηλή. Η Λένη της έφερε μια κρύα λεμονάδα και ένα γλυκό του κουταλιού στο τραπέζι του Ιάκωβου. Την ήπιε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μα το γλυκό δεν το άγγιξε. Το άφησε να στέκει δίπλα από το άλλο.

«Τον έχασα πριν πέντε χρόνια το Θανάση μου. Ο τουριστικός αυτός οδηγός είναι γραμμένος από εκείνον. Χρόνια τώρα ακολουθώ τις προτάσεις του. Για να έχω κάτι από εκείνον. Για να μπορώ να ζω. Τη γνωρίζω ετούτη τη λευκή κόλλα που έχεις στο τραπέζι. Είχα και εγώ τέτοια κόλλα. Έχει χιλιάδες λέξεις. Μην κάνεις πως δεν τις βλέπεις. Πετάνε γύρω σου. Και όλες μιλούν για τη ζωή. Τούτος είναι ο ήχος που απεγνωσμένα αναζητάς», του είπε και σώπασε πάλι.

Κοιτούσαν τη θέα σιωπηλοί και ήρεμοι. Δίπλα δίπλα ο ένας από τον άλλον, δυο ζωές, δυο καρδιές… Τότε, εντελώς συντονισμένοι, αρπάξαν τα κουτάλια τους και δοκίμασαν το γλυκό της Λένης.  Δυο σταγόνες από το νόστιμο γλυκό, πέσανε στο λευκό χαρτί. Κοιταχτήκανε σα να γνωρίζονταν χρόνια. Κι ύστερα, κοιτάζοντας τη θάλασσα από ψηλά, χαρίσανε στο καυτό μεσημέρι δυο δροσερά χαμόγελα απρόσμενης ευτυχίας…  

 

 

[Ευχαριστώ  τη Λένη  και το όμορφο καφενείο της Γλώσσας Σκοπέλου για το καλοκαιρινό αγκάλιασμα που γέμισε τις λευκές μου κόλλες με σιροπιαστή ευτυχία…]

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

22 Σχόλια

  1. Χριστίνα Σουλελέ

    Ένα καλοκαίρι , και δυο μάτια για να μοιραστείς δυο κουβέντες, είναι αρκετά για να γεμίσουν μια κόλλα χαρτιού και να κολλήσουν πάνω στο σιρόπι που θα στάξει από το γλυκό του κουταλιού, οι λέξεις , οι φράσεις που τριγυρνούν σκόρπιες γύρω σου. Ευαίσθητο, καλοκαιρινό, αισιόδοξο το κείμενό σου Μάχη! Είναι όμορφο και πολύ δημιουργικό εξάλλου, εικόνες από τον τόπο των διακοπών σου να μετασχηματίζονται σε όμορφα κείμενα.

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Χριστίνα μου σε ευχαριστώ. Σε ένα καφενείο που μοιάζει με το καφενείο της ιστορίας απολάμβανα γλυκές μεσημεριανές στιγμές. Είναι τα μέρη της Ελλάδας μαζί με την καλοκαιρινή γαλήνη που προσφέρουν απλόχερα την έμπνευση…

      Απάντηση
  2. Μαριάνθη Πλειώνη

    Γεμάτη γλύκα,τρυφερότητα,ανθρωπιά η σημερινή ιστορία σου Μάχη! Ελπίδα κι αισιοδοξία για ένα καινούριο ξεκίνημα κι ας ήταν κουραστικά τα τόσα ανηφορικά σκαλοπάτια…Το γλυκό δαμάσκηνο είναι εκεί,οπως και η ζωή και περιμένει να τη γευτούμε! Όμορφη και εξίσου γλυκιά να είναι η μέρα σου!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Είναι δύσκολο το γύρισμα αυτό Μαριάνθη…αλλά ο χρόνος επουλώνει και η ζωή δίνει τα κεράσματα…Καλό σου Σαββατοκύριακο…

      Απάντηση
  3. drmakspy

    Πολύ όμορφη ιστορία και όμορφα δοσμένη… Άγγιξες ευαίσθητες χορδές μέσα μου για τους δικούς μου λόγους… Με πήγες εκεί στο τραπεζάκι δίπλα… Άκουσα την βουή από τις μέλισσες… Είδα την θέα… Λαχτάρισα το αφάγωτο γλυκό…
    Μπράβο Μάχη…

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Κύριε Σπύρο,
      εύχομαι να μην άγγιξα στενάχωρες χορδές…και να σας έμεινε μόνο η γλύκα από το δαμασκηνάκι.. Καλό σας Σαββατοκύριακο και ευχαριστώ για τα όμορφα λόγια σας..

      Απάντηση
  4. Κώστογλου Βάσω

    Κυρία Τζουγανάκη, έχετε ένα μονάδικό τρόπο να με συγκινείτε όταν γεμίζετε τις λευκές κόλλες με την πένα σας !!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Και εσείς έχετε ένα μοναδικό τρόπο να με κάνετε να φουσκώνω σα παγώνι..με τα τόσο όμορφα σχόλιά σας…Σας ευχαριστώ πολύ για το αγκάλιασμα σε όλα μου τα κείμενα… Καλό σας Σαββατοκύριακο…

      Απάντηση
  5. Αννα Ρουμελιωτη

    Τι να πω αγαπημενη μου Μαχη.Οτι και να πω θα ειναι λιγο.Μπαινεις στην ψυχη μου το ξερεις και σε ευχαριστω!!!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Αννα μου είναι ανοιχτή η πόρτα της ψυχής σου και μπαίνω σα φίλη χρόνων και στρώνομαι στον καναπέ σου για καφέ και κουβεντούλα! Ετσι σε νιώθω! Σε ευχαριστώ !

      Απάντηση
  6. Βάσω Αποστολοπούλου

    “Τη γνωρίζω ετούτη τη λευκή κόλλα που έχεις στο τραπέζι. Είχα και εγώ τέτοια κόλλα. Έχει χιλιάδες λέξεις. Μην κάνεις πως δεν τις βλέπεις. Πετάνε γύρω σου. Και όλες μιλούν για τη ζωή. Τούτος είναι ο ήχος που απεγνωσμένα αναζητάς”

    Αυτές οι λέξεις… οι αόρατες… οι τόσο χειροπιαστές, που λες και θα τις αγγίξεις σαν απλώσεις το χέρι… οι λέξεις της καρδιάς!

    Τόσο τρυφερό, τόσο αληθινό, τόσο όμορφο, Μάχη μου!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Οι αόρατες λέξεις μας….οι πιο αληθινές και οι πιο αναγκαίες..

      Τρυφερό το ευχαριστώ μου…να στε καλά!

      Απάντηση
  7. Niki Syrpa

    Υπέροχη η ιστορία σου Μάχη μου..τρυφερή,μελαγχολική,πικρή…και στο τέλος όπως το γλυκό δαμάσκηνο γεμίσαμε απρόσμενα την καρδιά μας με χαρά, από την ξεχωριστή γλυκιά του γεύση…

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σας ευχαριστώ πολύ …έχει ανάγκη η ζωή μας από αυτή την ισορροπία συναισθημάτων..Και νομίζω οτι μπορούμε να βρούμε λίγη γλυκιά γεύση ακόμα και στις μεγαλύτερες πίκρες μας…

      Απάντηση
  8. Ελένη Ιωαννάτου

    Αχ βρε Μάχη!!
    Με κάνεις να χάνω τα λόγια μου.
    Δυο λυγμοί μπερδεύτηκαν ανάμεσα στις λέξεις!
    Άγγιξε την ψυχή μου η πικρόγλυκη αυτή ιστορία!
    Δάκρυζα με μια αγωνία στα μάτια.
    Ως λύτρωση. Καταλαβαίνεις.

    Σ’ ευχαριστώ για αυτό το ταξίδι!!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Να σαι καλά Ελένη μου. Χαίρομαι που σου μίλησε έτσι η ιστορία μου και που ένιωσες την ψυχική λύτρωση…. την υπόσχεση του χρόνου στην επουλωση της ψυχής

      Απάντηση
  9. Ανώνυμος

    Μαριάνθη Παπάδη

    Γλυκιά μου Μάχη!!!!!
    Μα πόσο μαγευτικό σκίρτημα λέξεων ήταν αυτό; Τι ταξίδι αγάπης, συγκίνησης, ευαισθησίας, προσμονής και ελευθέρωσης μας πρόσφερες με το μολύβι σου, που πέταξε στο καφενείο της Λένης δωρίζοντάς μας εικόνες της ψυχής και της καρδιάς σου!!!!!!!!!!Χαίρομαι που ο πόνος και η λύπη κεράστηκαν γλυκό δαμάσκηνο από τα χέρια τα δικά σου και της κυρα Λένης!!!!!

    Απάντηση
  10. Ελένη Βλάχου

    Φιλενάδα, αν και ξέρω πώς η φαντασία σου δεν θα στερέψει, πάντα λέω ότι αυτή η ιστορία ήταν η καλύτερη αλλά πάντα διαψεύδομαι! Το καμ μπακ σου ήταν απόλυτα δυναμικό! Υπέροχη περιγραφή, συναισθήματα που αγγίζουν και αυτό το γλυκό δαμάσκηνο, ποιος δεν θα ηθελε να το γευτεί!!!
    Καλή συνέχεια στις συγγραφές σου!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Φιλεναδίτσα, σε ευχαριστώ πολύ! Εύχομαι την επόμενη φορά να το δοκιμάζουμε μαζί το γλυκάκι…όπου!! Την αγάπη μου!

      Απάντηση
  11. Σοφία Ντούπη

    Μ’ αγγίξατε, με συγκινήσατε, κάνατε με τις λέξεις σας μικρά μικρά κομματάκια την καρδιά μου…
    Τις ξέρω κι εγώ αυτές τις λευκές κόλες χαρτιού … που είναι γεμάτες αναμνήσεις, νοσταλγία, αγάπη, άλλα δίχως ίχνος γραπτού πάνω τους, μόνο αποτυπώματα και χνάρια που προσπαθείς να κρατήσεις και να περισώσεις ζωντανές από το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου…
    Σας ευχαριστώ πολύ που το μοιραστήκατε μαζί μας…
    Χωρίς να θέλω να σας κολακέψω θεωρώ ότι η γραφή σας είναι από τις πιο αξιόλογες τούτης της σελίδας.
    Με εκτίμηση Σοφία Ντούπη.

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Τα λόγια σας θα τα κρατήσω φυλαχτό και σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Λυπάμαι μόνο που στάθηκε αφορμή η ιστορία μου να κάνει κομματάκια μια υπέροχη καρδιά σαν τη δική σας. Εύχομαι το σιρόπι από το γλυκό μου να τα ενώσει πάλι αφήνοντας καλύτερη την επιγευση….

      σας ευχαριστώ, καλό βράδυ

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!