Δεν θα σιωπήσουμε ποτέ

Προσθέστε τον δικτυακό τόπο τοβιβλίο.net στην Google

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα της αναζήτησης

Ο νομικάριος Έκτορας βγαίνει από την κάτω πόρτα του ισογείου αμφιθέατρου, προτελευταίος. Ανάμεσα στο φοιτητικό τσούρμο κρατάει τις λύσεις του ποινικού στα χέρια του. Θόρυβος και γέλια ανακούφισης. Το τελευταίο μάθημα της εξεταστικής. 

-Κανονίζουμε για μια μπύρα το βράδυ…, φωνάζει η φοιτητοπαρέα ανέμελα καθώς χάνονται στους λαβύρινθους και στα δέντρα της πανεπιστημιούπολης. 

Στη στάση του λεωφορείου βρήκε τον λέκτορα που τους δίδασκε ποινικό δίκαιο και ψυχιατρική. Ο Έκτορας δεν ήθελε πολλά πολλά. 

-Νομίζει ότι δεν τον βλέπουν, επειδή δεν μας κοιτάζει αυτός, κάγχασε ειρωνικά και επιτάχυνε το βήμα του προς τη στάση του λεωφορείου στον Λευκό Πύργο. 

Τέσσερις ώρες του έμεναν να τσιμπήσει κάτι, να αράξει λίγο στον καναπέ και να αρχίσει να ετοιμάζεται για το μεγάλο γλέντι. 

Ο λέκτορας ευτυχώς είχε πάρει το προηγούμενο λεωφορείο και έτσι ο Έκτορας τον ξεφορτώθηκε. 

Ξεκλείδωσε την πόρτα πέταξε σε μια γωνιά το σακίδιό του και άνοιξε την τηλεόραση στο αθόρυβο να βλέπει την απευθείας μετάδοση και μαζί το ραδιόφωνο. Ήταν προπαραμονή της μεγάλης πορείας. Ο Έκτορας δεν πρόσεξε το ημερολόγιο που ήταν ξεκρεμασμένο και έχασκε, ούτε και το χαλασμένο ρολόι τοίχου στη μικρή κουζινίτσα του. 

Την ίδια ώρα στο παραδίπλα σπίτι που ζούσε η Μίνα, η συντρόφισσα και σύντροφος του Έκτορα συνέβαινε κάτι σπουδαίο: αυτή κοίταζε στον καθρέφτη το είδωλο της και έγραφε με ανεξίτηλο μαρκαδόρο τη φράση: «δεν θα σιωπήσουμε ποτέ». 

-Χαζομάρες, της φωνάζει ο καθρέφτης, θα δεις που αυτή τη φορά θα κάνεις το μοιραίο λάθος. 

-Μη βιάζεσαι. Περίμενε και δεν θα χάσεις…, μονολόγησε η Μίνα και έριξε το βλέμμα της στον καλόγερο όπου ήταν κρεμασμένο το παλτό της και η τσάντα της. Άρπαξε και τα κλειδιά της. Είχε αργήσει. 

Όλοι οι συμφοιτητές του τέταρτου έτους της νομικής θα συνέρχονταν σε ένα υπόγειο τριάρι, που είχαν νοικιάσει όλοι μαζί σαν προβάδικο αλλά χρησίμευε και ως χώρος οργάνωσης της αντικαθεστωτικής προπαγάνδας. Ήλπιζε να βρει και τον Έκτορα εκεί.

Ο σπόρος της καταστροφής βρίσκει γόνιμο έδαφος στο καταγώγι στα σοκάκια κάτω από την Καμάρα, όπου παιζόταν μια αξιόλογη μαύρη θεατρική παράσταση από ανένταχτους φοιτητές του Πολυτεχνείου. Μαύρες και οι σημαίες στα παράθυρα, μαύρο και το φως στους επιτοίχιους προβολείς. 

Τα παιδιά βρέθηκαν εκεί από προτροπή του Έκτορα και ενημερώθηκαν για τις δράσεις του κινήματος από έναν πολύ μεγαλύτερό τους φοιτητή, καθώς και για τους τρόπους να συμβάλλουν εθελοντικά στην προσπάθεια για την ελευθερία. 

Η παράσταση τελείωσε με γέλια και με υπαινιγμούς ερωτικής σαγήνης και με μιαν αίσθηση λύτρωσης. Εκεί, στο μαύρο καταγώγι ο Έκτορας ένοιωσε την απελευθέρωση και μιαν ακατάσχετη ορμή να ζητάει διέξοδο από το μυαλό, την καρδιά και το σώμα του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αγκαλιάστηκαν με τη Μίνα. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε καθόλου. 

Κι όμως είχε τη μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην Καμάρα το άλλο απόγευμα στις πέντε. Όλοι οι φοιτητές πάλευαν να ρίξουν την κοινή υπουργική απόφαση η οποία τους στερούσε το δικαίωμα της συνάθροισης σε δημόσιους ανοιχτούς χώρους, όπου προπαγανδιζόταν η αντίσταση, η ανυπακοή και η ελευθεριότητα ιδεών και στάσεων ζωής.

– Παιδιά, δεν θα κάνουμε ότι μας λέει η αστυνομία…, πήρε το λόγο ο Έκτορας. 

– Πούπουλο είμαστε εμείς και περνάμε από πάνω τους, δεν μας πιάνει η βαρύτητα, δεν θα σιωπήσουμε ποτέ… 

– Αυτοί πρέπει να μας φοβούνται, όχι εμείς αυτούς. Και από όλες τις σειρές κάτω ακούστηκαν χειροκροτήματα και επευφημίες. 

Η Μίνα κοκκίνισε και ομόρφυνε σαν κόκκινο τριανταφυλλένιο μπουμπούκι και τεράστια χρώματα και φώτα απλώθηκαν γύρω στους τοίχους της σκοτεινής αίθουσας σαν πολύχρωμη βεντάλια παγωνιού. 

Στο όνειρό της εκείνο το βράδυ είδε τον εαυτό της να κάνει έρωτα για πρώτη φορά με τον Έκτορα και όταν ξύπνησε είχε μια παράξενη αίσθηση στο νεανικό κορμί της σαν να μούδιαζε όλο της το σώμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. Περίμενε το ξημέρωμα. Τη μέρα της μεγάλης διαδήλωσης.

Την επομένη, η πορεία προσέγγιζε τα Δικαστήρια, τα ματ είχαν αρχίσει να κάνουν ενοχλητική την παρουσία τους, σαν μύγα που ερέθιζε τις επιφάνειες μιας κουζίνας αγγίζοντάς τες ή σαν σφήκα που εστίαζε επικίνδυνα προς το πρόσωπο, και οι πιο τολμηροί δεν άντεξαν, όρμησαν μπροστά, και ξεγύμνωσαν τις ελεύθερες εξωτερικές επιφάνειες στην πρόσοψη των Δικαστηρίων. 

Χαρτιά, ανακοινώσεις, δημοσιεύσεις, αναγγελίες, δελτία τύπου, έπεσαν κάτω ταπεινωμένα και άχρηστα. Και ένας πυροβολισμός δεν άργησε να ακουστεί. Η σφαίρα είχε πετύχει κάποιον σε σημείο του σώματός του. 

Οι σύντροφοι του Έκτορα, κάτω από την πίεση των δακρυγόνων και των χημικών διαλύθηκαν στα γύρω στενά. Σειρήνες ακούγονταν. Από το δικαστήριο έβγαινε πυκνός καπνός. Είχε παραδοθεί στις φλόγες. Σκοτείνιασε στους δρόμους της πόλης. 

Οι άνθρωποι σαν ποντίκια χώθηκαν στα σπίτια τους, κατέβασαν τα ρολά. Καπνός απλώθηκε παντού και σκέπασε την πόλη σαν να έριξε κάποιος, ο Θεός ίσως, μια κουβέρτα για να πνίξει τη φωτιά που είχαν ανάψει κάποιοι, τη φωτιά που έβγαινε από ένα μάτι που ξεχάστηκε ανοιχτό, έτσι. Ο Έκτορας χάρηκε μόνο για μια στιγμή. Ένα κρώξιμο από πουλιά το μόνο λαρύγγι αυτής της πόλης.

Λίγες μέρες μετά και αφού είχαν πιάσει μερικούς φοιτητές για χρήση μολότοφ και φθορές, η Μίνα έκλεινε βιαστικά τα χαρτιά της. 

Η εξεταστική είχε τελειώσει και τόσο αυτή όσο και ο Έκτορας θα έπαιρναν πτυχίο – αν έβγαινε το τελευταίο μάθημα και κατέβαινε η βαθμολογία στη γραμματεία – σε λίγες εβδομάδες από σήμερα. 

Δικηγόροι πλέον. Όχι για να δώσουν τα χέρια στην αθλιότητα αλλά για πολεμήσουν, έξω από το σύστημα, contra legem, ταγμένοι στο πλευρό των αναγκεμένων και ανυπεράσπιστων. Το είχαν μάθει καλά το ποινικό και θα ορκίζονταν για αυτή την αποστολή τους, μέσα σε έναν κόσμο τόσο άδικο. 

Ήταν ψυλλιασμένοι, δεν ήταν πια τόσο ονειροπόλοι όπως όταν γνωρίστηκαν αλλά δεν θα ξεχνούσαν ποτέ και με τίποτα εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα ενός κρύου Φλεβάρη, όπου ανεβαίνοντας οι δυό τους τη Δημητρίου Γούναρη για κρέπα, λίγο πριν φτάσουν στα φανάρια της Τσιμισκή, το μάτι τους έπιασε έναν – και δεν ήταν ο μοναδικός – νεαρό κουκουλωμένο με κουβέρτες, παραπεταμένο από τα άλλα βλέμματα, των βολεμένων, να κρυώνει και να προσπαθεί να ζεστάνει το κορμάκι του και να κοιμηθεί κάπου, και το ασθενοφόρο να μην έρχεται, αφού όπως τους είπε μια φωνή στο τηλέφωνο: «δεν ήταν ο μόνος χρήστης», που «δεν ήθελε» να βρει μια θαλπωρή για να κουρνιάσει το κατατρυπημένο κορμί του, για να μην πεθάνει από την παγωνιά των άλλων ανθρώπων. 

Εκείνη τη στιγμή η Μίνα νοστάλγησε το μέλλον · κάτι σαν προαίσθηση. Η εικόνα των οπωροφόρων δένδρων που φύτευε ο πατέρας της στην επαρχία, και της έλεγε πάντα: «να βλέπεις κάτι να μεγαλώνει, να γιατρεύεις τους ανθρώπους, να αγαπάς, και όλα τα πράγματα θέλουν υπομονή. Οι αγώνες δεν δίνουν πάντα άμεσα αποτελέσματα. Χρειάζεται βάθος χρόνου, κορίτσι μου».

Όταν εν τέλει με χαρά είδαν στον τζαμένιο πίνακα ανακοινώσεων τα τελευταία αποτελέσματα, όλη η παρέα χοροπήδησαν από χαρά, και προχώρησαν προς την έξοδο με επιφωνήματα ικανοποίησης, κανονίζοντας ένα γερό τσιμπούσι το βράδυ σε κάποιο κουτούκι του κέντρου. Η Μίνα, ανεβαίνοντας την φρεσκοσφουγγαρισμένη αποβραδίς σκάλα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μόνη της ούρλιαξε μπροστά στον καθρέφτη από χαρά, δεν της είχε συμβεί ποτέ αυτό το συναίσθημα. 

Όμως ο ήχος του τηλεφώνου διέκοψε τον ενθουσιασμό της. Αυτό που άκουσε ανέτρεπε όλα τα σχέδιά της. Πήρε να ετοιμάζει το σακ βουαγιάζ και λίγο αργότερα στο πρακτορείο να κλείσει θέση. Κάτι σημαντικό θα θέλουν να μου πουν, σκεφτόταν καθώς περπατούσε στο δρόμο και παραλίγο να την πατήσουν δυο αυτοκίνητα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί.

Για σύνελθε, ήταν η κουβέντα της μάνας της, μόλις την είδε. Κινδύνευε ο δικός τους άνθρωπος. 

Όταν οι δυο γυναίκες συνόδευαν τον πατέρα της Μίνας στο νοσοκομείο, αφότου είχε υποστεί εγκεφαλικό, το ημερολόγιο και το ρολόι είχαν σταματήσει και έβρεχε ασταμάτητα. 

Άθελά της η μνήμη της Μίνας ανέτρεξε στην πολύχρωμη τελετή αποφοίτησης. Στην πραγματικότητα χτυπούσε την πόρτα των γιατρών. 

Στο βάθος του θαλάμου πίσω από τις κουρτίνες, αντίκρυσε τον πατέρα της, γυμνό απ’ τη μέση και πάνω, με σωληνάκια και ορούς. Δίπλα του ένα αναπηρικό αμαξίδιο. Θυμήθηκε εκείνον τον άνθρωπο που κείτονταν χάμω παράμερα στον πεζόδρομο της Δημητρίου Γούναρη.

– Έκτορα, μη με στριμώχνεις, τα πράγματα γίνονται αμετάκλητα, του μίλησε αυστηρά η Μίνα στην πρώτη τους επικοινωνία μετά το εγκεφαλικό του πατέρα της. 

-Μίνα, εδώ, οι αίθουσες είναι σκοτεινές, φρικαλέες, κι ας είναι εδώ ο Ναός της Θέμιδος. Εδώ μέσα βασιλεύουν οι ατέλειωτες διαδικασίες, στεγνώσαμε από τα πάντα. Το απόλυτο τίποτα. Σκέπτομαι να τα παρατήσω. Ο άνθρωπος εκείνο το βράδυ ήταν άραγε ο προάγγελος της δικής μας πορείας; 

Αυτή η υποψία με στοιχειώνει από τότε. Εσύ κι εγώ ορκιστήκαμε, Μίνα, να δώσουμε το χέρι στον αδύναμο, στον αδικημένο, στον άρρωστο συνάνθρωπό μας, να μην τον βλέπουμε σαν εργαλείο για να ικανοποιούμε τη ματαιοδοξία μας. 

Ορκιστήκαμε μαζί, Μίνα, κι ας έλειπες εσύ, ήταν η απέλπιδη κραυγή του Έκτορα, που διψούσε για δυό λόγια ενθάρρυνσης. 

-Τα λέμε σε λίγο, μας περιμένουν οι γιατροί για την ενημέρωση, τού απάντησε από την άλλη γραμμή ψύχραιμα η Μίνα.

Ο Έκτορας κάθισε στο γραφείο του, με ανοιγμένα τα χαρτιά του να σκεφτεί. Δεν του έμενε πολύς χρόνος ακόμη. Οι αστυνομικοί είχαν πιάσει έναν από τους συμφοιτητές του, που κρατούνταν αυτή τη στιγμή στην Ασφάλεια και η προσαγωγή του οποίου κινδύνευε να μετατραπεί σε σύλληψη. 

Η συνείδησή και ο όρκος του Έκτορα δεν του άφηναν κανένα περιθώριο, με όποιο κόστος και για τον ίδιο. Άρπαξε τον χαρτοφύλακα και σταμάτησε το πρώτο διερχόμενο ταξί.

Τα πράγματα στο νοσοκομείο δεν ήταν καλύτερα. Οι γιατροί είχαν διαγνώσει βαρύ εγκεφαλικό και συζήτησαν σοβαρά με τη Μίνα και την Άννα, το ενδεχόμενο ενός θανάτου. 

Η Άννα είχε αλαφιαστεί, η Μίνα ήταν κάπως πιο ψύχραιμη. Ίσως γιατί στο βάθος της ψυχής της είχε γερό αποκούμπι τον Έκτορα. Η Άννα ξέσπασε. Θόρυβος πολύς. 

Κι εδώ αλλά κι εκεί, στην Ασφάλεια, όπου δίνονταν οι μάχες για την υπεράσπιση των συντρόφων του Έκτορα. Το γεγονός είχε μαθευτεί στα στέκια τους και θα κατέβαιναν σε νέα διαδήλωση. Η αφισοκόλληση ήταν σε εξέλιξη.

Ο Έκτορας, αυτή τη φορά, δεν κοίταξε πίσω από τη γωνία, στη στάση του λεωφορείου, μήπως και κάποιος Εφιάλτης του την είχε στημένη. Πρόταξε μπροστά το στήθος του, δεν είχε να φοβηθεί κανέναν, καμιά δίωξη, κανέναν γενικά. 

Πήρε και έδωσε θάρρος στους συντρόφους του, οι οποίοι δυστυχώς θα έπρεπε να κρατηθούν αυτή τη νύχτα στην Ασφάλεια για να απολογηθούν στο αυτόφωρο το άλλο πρωί. Ο Έκτορας έπρεπε όλη τη νύχτα να καθίσει να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία και να συντάξει απολογητικό υπόμνημα. Έπρεπε να σκίσει πολλά χαρτιά. 

-Δεν θα γίνεις ποτέ ένας από αυτούς…, μονολόγησε. Από μακριά ακούστηκε η σειρήνα ενός μεταγωγικού. 

Στη μονάδα εντατικής θεραπείας, η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Ο πατέρας της Μίνας ήταν πλέον σε κώμα, στο κομοδίνο πλάι του κουτάκια με φάρμακα, ένα βαζάκι με λουλούδια και μια Καινή Διαθήκη τσέπης. 

Παραδίπλα στον θάλαμο, ένας άνδρας φώναζε: «Παναγιά μου Σώσε με…», ήταν πολύς ο πόνος. Η Άννα δεν μπορούσε να αντέξει να βλέπει τον άνδρα της σε αυτήν την κατάσταση· έκανε τρεις φορές τον σταυρό της και γύρισε στο μαξιλάρι, ώσπου να ρθει ο άλλος ο γιατρός, ο ύπνος. 

Προχωρημένα μεσάνυχτα Μεγάλης Τρίτης, όταν πέταξε ο πατέρας της Μίνας για τα ουράνια. Η Μίνα βγήκε έξω, στο προάυλιο, την έπιασαν τα κλάματα, τόσες μέρες που τα κρατούσε μέσα της και ήταν τόση η ησυχία πάνω στον Μεγαλοβδομαδιάτικο ουρανό. Λαχτάρησε να βρει έναν άνθρωπο, να αλλάξει μια κουβέντα, να της πει μια κουβέντα παρηγοριάς. Η Μίνα δεν είχε αδέλφια. 

Έβγαλε το κινητό της τηλέφωνο, σχημάτισε τον αριθμό του Έκτορα. Εκείνος δεν απάντησε, γιατί το είχε ξεχάσει στο αυτοκίνητό του και επιπλέον έδινε μάχη να ξεμπλέξει έναν που είχαν κρατήσει στο τμήμα. 

Θα το έβλεπε και θα την έπαιρνε αργότερα. Τι περίεργο. Να χάνει κάποιος τη μάχη για τη ζωή του και άλλος να μάχεται για την ελευθερία των άλλων. Τι είναι τελικά η ελευθερία; Μια άσπρη γάτα κουλουριάστηκε στα πόδια της Μίνας, που και οι δυό τους αναζητούσαν στοργή και αγάπη.

Όταν πλέον κατάφερε ο Έκτορας να βρεθεί ξανά με τη Μίνα και να σμίξουν, ήταν οριστική η απόφαση συμπόρευσης από δω και στο εξής. 

Ρίχνοντας μια ματιά ευγνωμοσύνης στον μουντό ουρανό, μπήκαν στο μικρό εκκλησάκι, έσκυψαν και φίλησαν την εικόνα της Αναστάσεως. Τώρα απελευθερωμένοι από τους φόβους τους και ενωμένοι ήταν έτοιμοι να παλέψουν μαζί για όλες τις μάχες αλλά και για τις χαρές που ετούτη εδώ η ζωή επιφυλάσσει για όλους. 

Και η Μίνα χαίρεται. Της φαίνεται και απίστευτο.

_

γράφει η Αλεξάνδρα Μιχαλοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 29 – 30 Αυγούστου 2026

Οι προσφορές των εφημερίδων για το Σαββατοκύριακο 29 – 30 Αυγούστου 2026

Real News Καθημερινή Πρώτο Θέμα Το Βήμα της Κυριακής Τα ΝΕΑ Δώστε μας το email σας και κάθε Παρασκευήθα έχετε στα εισερχόμενά σας τις προσφορές των εφημερίδων (Δεν στέλνουμε ανεπιθύμητη αλληλογραφία ενώ μπορείτε να διαγραφείτε με ένα κλικ και...

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Άλλοι φεύγουν και άλλοι έρχονται

Πιστεύουμε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Όμως πιστεύουμε λάθος. Διότι η κοίτη διατηρείται αμετακίνητη, πάντα, σταθερή. Όπως τα λόγια που με αγάπη ειπώθηκαν. Όπως οι αναμνήσεις, όσο παλιές και να ήταν. Άλλωστε, το βάθος, το πλάτος, το μήκος, η θερμοκρασία των νερών,...

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

αμφιθυμία

αμφιθυμία

Ο ήλιος τον έβρισκε στην παραλία να μαζεύει τα φύκια. Τα έκανε σωρούς και μετά με το ίδιο δικράνι τα γύριζε στη θάλασσα. Σε εκείνη ανήκαν. Σαν τέλειωνε καθόταν στο μπαλκόνι του και τις μιλούσε. Της θάλασσας κι εκείνης με τα αμύγδαλα μάτια -μόνο που εκείνα τα μάτια...

Ζωή κλεμμένη

Ζωή κλεμμένη

H Όλγα εντελώς αυθόρμητα και με τα μάτια της βουρκωμένα άρχισε να του εξιστορεί το παιδικό της όνειρο.   “Το κορίτσι στεκόταν όρθιο στα κάγκελα της αυλής του σπιτιού του. Ήταν παιδί ακόμα και στην ψυχή του δεν υπήρχε καχυποψία. Του άρεσε να ζωγραφίζει, να αποτυπώνει...

Σάπιο πράμα

Σάπιο πράμα

Το βράδυ εκείνο του Δεκέμβρη του 1943 ο Ντίνος Δρίτσας ο τελωνειακός,δεν κοιμήθηκε...η Σουηδέζατου Ερυθρού σταυρού ήταν μεγάλο μούτρο,όμως έπρεπε να μάθει τι είχε μέσα το σεντούκι με ταγερμανικά γράμματα,που ξεφόρτωσε το πλοίο με το σιτάρι...Σηκώθηκε μεσάνυχτα και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *