Δεσμώτες

15.04.2020

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Ανέκαθεν ο άνθρωπος θεωρούνταν ευτυχής και υγιής – δηλαδή «φυσικός», φυσιολογικός και  ελεύθερος- όταν ζούσε σε αρμονική σχέση με την φύση. Το μοντέλο αυτό άλλαξε βέβαια με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και ο άνθρωπος κατέληξε δέσμιος, έγκλειστος σύμφωνα με το αστικό πρότυπο. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, με βάση την πρόσφατη κατάσταση αιχμαλωσίας/ πανδημίας, εκτιμάται η προσωπική ελευθερία και η επαναξιολόγηση της σχέσης του ανθρώπου με την φύση.

Στην λογοτεχνία υπάρχει η ίδια πεποίθηση και αναφέρω δυο ενδεικτικά παραδείγματα, αυτό του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4 Μαρτίου 1851 – 3 Ιανουαρίου 1911)  και του Κώστα Καρυωτάκη (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) αντίστοιχα. Στα έργα τους κυριαρχεί το αντιφατικό δίπολο της ευτυχίας έξω στον φυσικό κόσμο και της δυστυχίας στο αστικό πρότυπο ζωής.

 Στο έργο του Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο Κύμα», που ανήκει στα διηγήματα της Αγάπης της δεύτερης περιόδου (1899-1910), υπάρχει ακριβώς αυτό το συγγραφικό αντιθετικό μοτίβο. Ο συγγραφέας διχάζεται ανάμεσα στο άχαρο παρόν του ώριμου/ έγκλειστου και στο ευτυχισμένο παρελθόν στην Σκιάθο, όπου έζησε σαν ελεύθερος νέος:

«Ήμην πτωχόν βοσκόπουλον εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τελευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπον μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ’ εγύμναζα το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημα μου ανά τους βράχους και τα βουνά».

Η διήγηση εκτυλίσσεται στις βραχώδεις ακτές της Σκιάθου αποδίδοντας μερικές από τις ωραιότερες λογοτεχνικές περιγραφές που μας έχουν δοθεί. Σε όλες αυτές κυρίαρχη είναι η αίσθηση της ελευθερίας του μικρού αγράμματου βοσκού, που ήταν «φυσικός άνθρωπος» όπως ενδεικτικά αναφέρεται, και γεύεται κάθε είδους ομορφιά του τόπου του:

«Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187… Ήμην ωραίος έφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ’ ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ’ εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ’ αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημα των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον. Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα βουνά».

 

Μέσα σε αυτό το κλίμα της απόλυτης ομορφιάς και ελευθερίας, αβίαστα αναδύεται ο έρωτας στο πρόσωπο της όμορφης πλούσιας μοναχοκόρης, της Μοσχούλας. Αθώα, ωραία και συνομήλικη του βοσκόπουλου εμπλέκεται σε ένα ερωτικό παιχνίδι που παίρνει την μορφή φλερτ με λέξεις και ματιές. Μάλιστα, σε ένα λογοτεχνικό εύρημα του συγγραφέα, η νέα έχει το ίδιο όνομα με την αγαπημένη κατσίκα του νεαρού βοσκού, κάτι που θα αποτελέσει αφορμή να έρθουν κοντά, παρά το κοινωνικό χάσμα ανάμεσά τους:

«Ή παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν, έβγαζε κοχύλια κ’ εκυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον ωραία μελαχροινή, κ’ ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ’ αμπέλια…

 

…Εφώναζα ως τρελός:

— Μοσχούλα!… πού ειν’ η Μοσχούλα;

Ούτε είχα παρατηρήσει την παρουσία της Μοσχούλας, της ανεψιάς του κυρ Μόσχου, εκεί σιμά. Αυτή έτυχε να έχη ανοικτόν το παράθυρον. Ο τοίχος του περιβολιού του κτήματος, και η οικία η ακουμβώσα επάνω εις αυτόν, απείχον περί τα πεντακόσια βήματα από την θέσιν οπού ευρισκόμην εγώ με τας αίγας μου. Καθώς ήκουσε τας φωνάς μου, η παιδίσκη ανωρθώθη, προέκυψεν εις τον παράθυρον και έκραξε:

— Τί έχεις και φωνάζεις;

Εγώ δεν ήξευρα τι να είπω· εν τοσούτω απήντησα:

— Φωνάζω εγώ την κατσίκα μου, τη Μοσχούλα!… Με σένα δεν έχω να κάμω….

 

…Δεν ηξεύρω πώς της ήλθε να μου φωνάξη:

— Έτσι όλο τραγουδείς!;.. Δε σ’ άκουσα ποτέ μου να παίζης το σουραύλι!… Βοσκός και να μην έχη σουραύλι, σαν παράξενο μου φαίνεται!…

Είχα εγώ σουραύλι (ήτοι φλογέραν), αλλά δεν είχα αρκετόν θράσος ώστε να παίζω εν γνώσει ότι θα με ήκουεν αυτή… Την φοράν ταύτην εφιλοτιμήθην να παίξω προς χάριν της, αλλά δεν ηξεύρω πως της εφάνη η τέχνη μου η αυλητική. Μόνον ήξεύρω ότι μου έστειλε δι’ αμοιβήν ολίγα ξηρά σύκα, κ’ ένα τάσι γεμάτο πετμέζι».

 

Η ένωση των δύο νέων, έστω και σε ένα μονάχα αγκάλιασμα, θα γίνει χάρη στην θάλασσα, το αιώνιο ερωτικό σύμβολο. Η κοπέλα κολυμπά ένα δειλινό στην ίδια ακτή, όπου ο βοσκός βόσκει τα κατσίκια του κι ενώ κρυφά απολαμβάνει την ερωτική θέα της, εκείνη ξαφνικά τρομάζει από μια σκιά στον βυθό και νιώθει να πνίγεται. Ο νέος ανταποκρίνεται αμέσως στις κραυγές της για  βοήθεια, ρίχνεται στο νερό και την διασώζει, έχοντας την ευκαιρία να κρατήσει στην αγκαλιά του το όνειρό του:

«Καθώς την είχα περιβάλει με τον αριστερόν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χιλιαράν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεώ!… Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα… Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, διά να δυνηθή ν’ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου· ήθελε την ζωήν της· ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχε την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του…»

 

Το τίμημα ωστόσο θα είναι σκληρό:

 

«Η ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, την οποίαν είχα λησμονήσει προς χάριν της, πράγματι “εσχοινιάσθη”· περιεπλάκη κακά εις το σχοινίον, με το οποίον την είχα δεμένη, και επνίγη!…». Ακόμα πιο πικρά θα το πληρώσει και ο ίδιος, με έναν άλλο «πνιγμό»,  καθώς μεγαλώνοντας φεύγει από το νησί του και έρχεται για σπουδές ως έγκλειστος στην Ριζάρειο σχολή. Αποφοιτώντας βρίσκει δουλειά ως δικηγόρος σε κάποιο γραφείο και όλη η ζωή του αποτυπώνεται με πικρία και ειρωνεία  στο παρακάτω απόσπασμα:

«Μεγάλην προκοπήν, εννοείται, δεν έκαμα. Σήμερον εξακολουθώ να εργάζωμαι ως βοηθός ακόμη εις το γραφείον επιφανούς τινος δικηγόρου και πολιτευτού εν Αθήναις, τον οποίον μισώ, αγνοώ εκ ποίας σκοτεινής αφορμής, αλλά πιθανώς επειδή τον έχω ως προστάτην και ευεργέτην. Και είμαι περιωρισμένος και ανεπιτήδειος, ουδέ δύναμαι να ωφεληθώ από την θέσιν την οποίαν κατέχω πλησίον του δικηγόρου μου, θέσιν οιονεί αυλικού.

Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».

 

Τελικά, ο άλλοτε μικρός βοσκός και νυν δικηγόρος έμελλε να γευτεί και ο ίδιος τον «πνιγμό» του εγκλωβισμού σε μια άχαρη και δουλοπρεπή ζωή που τον καταδίκασε σε αιώνια δυστυχία. Το διήγημα κλείνει με έναν αναστεναγμό γεμάτο νοσταλγία:

«Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…»

Ο Κώστα Καρυωτάκης αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που βιώνει τον εγκλωβισμό. Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά ποιήματα, όπως η «Πρέβεζα» ή «Είμαστε κάτι…» και πολλά άλλα, επιλέγω ωστόσο το ποίημα «Γραφιάς» (Τα Ποιήματα, 1913-1928).

Το κείμενο διακατέχεται από το αντιθετικό σχήμα της δυστυχίας του έγκλειστου γραφιά μέσα στο ανήλιαγο γραφείο του και στην ευτυχία της ζωής έξω από αυτό:

«Οἱ ὧρες μ’ ἐχλώμιαναν, γυρτός που βρέθηκα ξανά

στο ἀχάριστο τραπέζι.

(Ἀπ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο στον τοῖχο ἀντικρινά

ὁ ἥλιος γλιστράει και παίζει.)

 

Διπλώνοντας το στῆθος μου, γυρεύω ἀναπνοή

στη σκόνη τῶν χαρτιῶ μου.

(Σφύζει γλυκά και ἀκούγεται χιλιόφωνα ἡ ζωή

στα ἐλεύθερα τοῦ δρόμου.)»

 

Μάλιστα, η αντίθεση γίνεται ακόμα πιο έντονη, καθώς τα δίστιχα  που αντιπροσωπεύουν την χαρά της ζωής περικλείονται μέσα σε παρενθέσεις κι έτσι διαφοροποιούνται δραστικά από τα υπόλοιπα. Οι μεταφορές και οι προσωποποιήσεις είναι επιπρόσθετα αφηγηματικά μέσα που προσδίδουν έμφαση στην απρόσιτη  ζωντάνια και ευτυχία.

Το τελευταίο τετράστιχο, το πιο δυνατό από όλα, απεικονίζει το χρέος του ποιητή να εμμένει σε μια άχαρη και αποστασιοποιημένη ζωή από κάθε μορφή ευτυχίας. (Στο σημείο αυτό ας θυμηθούμε την αναφορά του Παπαδιαμάντη στα γράμματα που τα θεωρεί συχνά πηγή δυστυχίας, καθώς ταυτίζει τις σπουδές του με την αιχμαλωσία του). Ο ποιητής λοιπόν προκειμένου να αποδώσει πιο έντονα αυτό το αίσθημα πνιγμού το αφήνει να ξεχυθεί και στους δύο τελευταίους στίχους που κλείνουν το ποίημα:

«Ἀπόκαμα, θολώσανε τα μάτια μου και ὁ νοῦς,

ὅμως ἀκόμη γράφω.

(Στο βάζο ξέρω δίπλα μου δυο κρίνους φωτεινούς.

Σα να ‘χουν βγεῖ σε τάφο.)»

 

Τα λουλούδια, οι δύο  φωτεινή κρίνοι, που κανονικά συμβολίζουν την ομορφιά και την ζωή αποσυντίθενται  σε σύμβολα θανάτου, καθώς θυμίζουν – σύμφωνα με την καρυωτακική ειρωνεία- νεκρικό στολισμό. Ίσως η πιο μακάβρια και ειρωνική παρομοίωση!

Δύο διαφορετικοί λογοτέχνες, που έζησαν ωστόσο την δυστυχία όσο κανείς άλλος, μπορούν να διακρίνουν από μακριά το φως, την χαρά της ζωής. Αυτή πάντα υφίσταται ως άπιαστο όνειρο για τους ίδιους, όπως και για τους περισσότερους από εμάς. Και στις πιο σκοτεινές ώρες μας, οι περισσότεροι  αναπολούμε την αξία της ελευθερίας, να είμαστε δηλαδή «φυσικοί άνθρωποι» ζώντας απλά στην αγκαλιά της φύσης, μακριά από τα δεσμά που οι ίδιοι δημιουργήσαμε. Ίσως και η σύγχρονη μάστιγα της πανδημίας να μας θυμίσει ακριβώς αυτό: πως τελικά δεν ήμασταν ποτέ πραγματικά ευτυχισμένοι, παρά δεσμώτες μιας παράλογης και αφύσικης καθημερινότητας.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Κερδίστε το!

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου