Καθισμένη πλάι στο καλοριφέρ, η Δέσποινα προσπαθούσε να ζεστάνει τα παγωμένα χέρια της. Κάθε τόσο, έριχνε μια κλεφτή ματιά να δει μήπως ξύπνησε το αφεντικό. Παραδόξως κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Είχε, επομένως, κάμποση ώρα να απολαύσει την ηρεμία της, έστω κι έτσι. Μες τη λίγδα, ζαρωμένη σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα, περιμένοντας να ψηθεί η πίτα. Ήταν πολύ κουρασμένη απόψε. Το αφεντικό τής είχε αλλάξει τον αδόξαστο. Με το που γύρισε από τη δουλειά του ζήτησε να φάει, μα μόλις είδε τα ψάρια που είχε τηγανίσει η Δέσποινα, πήρε ανάποδες και άρχισε να φωνάζει. Εκείνη κατέβασε το κεφάλι -όχι γιατί τον φοβόταν ή δεν τολμούσε να του απαντήσει, αλλά επειδή είχε ζήσει τη σκηνή αυτή δεκάδες φορές από τη μέρα που παντρεύτηκε και είχε πλέον πειστεί ότι οι δυο τους προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς κόσμους.
Ήξερε ότι όσα λόγια ή πράξεις ή αισθήματα προέρχονταν από εκείνη δεν υπήρχε περίπτωση να γίνουν αντιληπτά από τον άλλον. Αυτό το είχε πάρει απόφαση. Κάθε δράση της ενάντια στον αυταρχισμό του γινόταν μαστίγιο που γύριζε πίσω σε εκείνη χτυπώντας την ανελέητα. Ένιωθε εχθρό τον ίδιο της τον εαυτό, βασανιζόταν. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πώς είχε και η ίδια μερίδιο ευθύνης, καθώς επέτρεπε στην χρυσή καρδιά της να απαρνηθεί το είναι της και μετατρεπόταν σε ένα άβουλο ρομποτάκι που εκτελούσε εντολές. Μα δεν της άξιζε να δέχεται αυτό-επιθέσεις κάθε τρεις και λίγο. Όπως τώρα που αν και αποκαμωμένη από τις δουλειές όλης της μέρας, άνοιξε φύλλα και ετοίμασε πίτα για να ευχαριστήσει τον άλλον, μιας και έμεινε νηστικός το μεσημέρι. «Δεν έχω στον ήλιο μοίρα», συλλογιζόταν. «Να τον χωρίσεις, αφού δεν είσαι ευτυχισμένη», της έλεγαν συνέχεια οι φιλενάδες της. Εκείνη επέμενε πως τον αγαπούσε, τον είχε κάποτε ερωτευτεί. Δεν ήταν κακός ή βίαιος μαζί της, ούτε όμως γλυκομίλητος και συγκαταβατικός. Δεν του περνούσε από το μυαλό ότι η Δέσποινα ήταν μια γυναίκα που ζητούσε μόνο αγάπη, τρυφερότητα, κατανόηση, σεβασμό. «Δε βαριέσαι, τα χρόνια πέρασαν. Πάντα έτσι ήταν, δεν πρόκειται να αλλάξει.» Κι αυτό ήταν αλήθεια. Κανείς δεν αλλάζει αν δεν σιχαθεί ο ίδιος τον εαυτό του και με το αφεντικό δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο.
Άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν σα λυσσασμένες λέξεις της ψυχής της. Μα μόλις τον άκουσε να βγαίνει στην αυλή για να καπνίσει, σκούπισε τα μάτια της κι έτρεξε στο δωμάτιο να στρώσει το κρεβάτι τους. Προσπαθούσε να διώξει τις σκέψεις της για να γαληνέψει και ξαφνικά της ήρθε στο μυαλό ένα σημείωμα στο ημερολόγιό της που είχαμε γράψει μαζί, χρόνια πριν παντρευτεί, όταν ακόμη ήμαστε κολλητές. Τα παράτησε όλα και το ξετρύπωσε από το συρτάρι της. Ξεκίνησε να διαβάζει, μα κάθε λέξη ήταν πληγή: «Να κάνω αυτό που είναι καλό για εμένα. Να μην αφήνω τη ζωή μου να εξαρτάται από τους άλλους και τις επιλογές τους. Να με φροντίζω και να με αγαπώ».
_
γράφει η Νίκη Αλπού








0 Σχόλια