Ήσουν δεν ήσουν 10 χρονών όταν σε πρωτοσυνάντησα. Είχες έρθει για διακοπές με τους γονείς σου. Εγώ ήμουν γέννημα θρέμμα Κεφαλλονίτης κι εσύ είχες καταγωγή απ’ το νησί.

Σε θυμάμαι, εκείνη την πρώτη φορά, που μου έκανε εντύπωση η σοβαρότητα για την ηλικία σου. Βέβαια, εγώ ήμουν ήδη στο γυμνάσιο κι εσύ το νιάνιαρο είχες ένα βλέμμα που διαπερνούσε ό,τι εστίαζε. Σαν να τα πέρναγες όλα από ακτινογραφία. Και δεν έπαιζες με τα άλλα παιδιά, μονάχα με τη μητέρα σου. Το όνομά σου δεν το άκουσα εκείνη τη χρονιά, γιατί δεν έτυχε ποτέ να σε φωνάξουν. Δεν χρειάστηκε. Μ’ ένα νεύμα των γονιών σου ήξερες τι έπρεπε να κάνεις. Κι ύστερα, μιλούσατε τόσο χαμηλόφωνα, σαν να λέγατε μυστικά, σε αντίθεση με μας που φωνάζαμε…

Την επόμενη φορά που σε συνάντησα πρέπει να είχαν περάσει 2-3 χρόνια, γιατί είχες πια σχηματιστεί σ’ ένα αξιοπρόσεκτο θηλυκό. Το πρόσωπο και το βλέμμα σου, όμως, παρέμεναν τα ίδια. Είχες ξανοιχτεί στα βαθιά μονάχη σου, όταν σε πλησίασα.

- Γεια, σου είπα δειλά.

- Γεια, απάντησες, χωρίς να μου ρίξεις ούτε μια ματιά.

- Πρώτη φορά έρχεσαι εδώ;

- Όχι. Κάθε χρόνο έρχομαι.

- Είσαι από δω; Είσαι Κεφαλλονίτισσα;

- Η μητέρα μου κατάγεται από δω.

- Από τον Λουρδά;

- Όχι, από τα Σαρλάτα.

- Κι έρχεστε εδώ;

Έμαθα πως σε λένε Άρτεμη! Και πόσο έμοιαζες στην αρχαία θεά της μυθολογίας μας, ακόμη και στη σοβαρότητα! Μακριά καστανά μαλλιά ξέπλεκα τις περισσότερες φορές κι όταν αναδυόσουν από τα μακροβούτια, που λες και τα μαλλιά σου έφταναν ως τα πόδια σου, έμοιαζες με νεράιδα, ειδικά εκείνα τα δειλινά που ο ήλιος έπεφτε πάνω σου, σαν να ήθελε να σε χαϊδέψει. Μάτια καστανά και βλέμμα διαπεραστικό, κορμί καλλίγραμμο κι ένα χρώμα σοκολατί που θα το ζήλευε ο καλύτερος διαφημιστής αντηλιακών προϊόντων κι ας μην χρησιμοποιούσες κανένα εσύ. Στα μάτια μου ήσουν κάτι ακριβό και απρόσιτο.

Εκείνο το καλοκαίρι ανταλλάξαμε κάποιες κουβέντες κι αυτό ήταν όλο, και πάντα στη θάλασσα. Κι όπως ξαφνικά εμφανίστηκες, έτσι κι έξαφνα χάθηκες.

Τι κάθομαι και σκέφτομαι μετά από τόσα χρόνια… Σε βλέπω να παίζεις με τα εγγόνια μας στην ίδια παραλία, όπως έπαιζε τότε η μητέρα σου μαζί σου κι εγώ ζήλευα κρυφά.

Ξανασυναντηθήκαμε τυχαία όταν ήμουν τελειόφοιτος του οικονομικού πανεπιστημίου στην Αθήνα, σε μια μάζωξη φοιτητών. Δε δυσκολεύτηκα διόλου να σε ξεχωρίσω από το πλήθος.

- Άρτεμη;

- Ορίστε;

- Άρτεμη δεν σε λένε;

- Ναι. Γιατί; Πειράζει κανένα;

- Ίδια! Ετοιμόλογη κι ετοιμοπόλεμη!...

Και σου εξήγησα ποιος είμαι. Έδειξες να χάρηκες και μου είπες πως ήσουν δευτεροετής στην Νομική. Πιάσαμε την κουβέντα, αφήσαμε τους άλλους να κονταροχτυπιούνται με τις παρατάξεις και πήγαμε για καφέ.

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια, πότε να βρισκόμαστε κι άλλοτε να χανόμαστε, μέχρι που βρέθηκαν τα παιδιά μας, ο γιος μου και η κόρη σου που είναι αντίγραφό σου σε όλα και τώρα είμαστε πάλι στον Λουρδά, στην ίδια παραλία, με τα εγγόνια μας! Μπορεί να ήσουν ο κρυφός μου έρωτας, αλλά είμαι ευγνώμων που γίναμε οικογένεια, έστω και εξ αγχιστείας , όπως λένε. Ποτέ δεν έμαθα κι ούτε τολμώ να σε ρωτήσω, να ένοιωσες κι εσύ κάτι κάποτε… Αλλά τι σημασία έχει πια…!

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!