Στέκομαι υπομονετικά στην αποβάθρα με τσιγάρο στο στόμα κερασμένο από ένα ξυρισμένο μοϊκάνο που’χει καλύψει το σώμα του με τατουάζ. Και τι τατουάζ! Μωρά, παπαρούνες και μια εκκλησιά. Αρκετά αταίριαστο σχέδιο θα σχολίαζα κάποια άλλη στιγμή με περισσότερη διαύγεια. Κι όπως περιπλανιέμαι στα νωθρά εγκαταλελειμένα βλέμματα των συναθροισμένων ανθρώπων, με τα πόδια μου να πατάνε την κίτρινη διαχωριστική γραμμή και την ψυχή να φλερτάρει με ένα γρήγορο και ξαφνικό τέλος, συνειδητοποιώ κάτι φρικιαστικά ρεαλιστικό. Ακόμη κι αν εγκαταλείψεις τα εγκόσμια και βρεθείς θαμμένος δύο μέτρα κάτω από το έδαφος, αυτό δεν λέει και πολλά σαν γεγονός, απλά θα χαθείς κι εσύ όπως τα χνάρια από τις ρόδες του αυτοκινήτου χάνονται στον ορίζοντα, όπως τα καύσιμα των αεροπλάνων στον αιθέρα. Το τεράστιο θανατηφόρο γρονθοκόπημα προέρχεται όταν πεθαίνουν όλα όσα γνωρίζεις, πιστεύεις, ποθείς, περιμένεις, αγαπάς ή μισείς (ναι και το μίσος έχει μια δύναμη που σε συντηρεί). Για τον καθένα μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό. Εγώ μέσα σε δύο χρόνια πένθησα μια δουλειά, ένα γάμο, τη σχέση με τα παιδιά μου, τον πατέρα μου, τη φιλία, την αγάπη, τη ζωή. Δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα άδειο κουφάρι, χωρίς σκέψεις, φόβους και νόημα ύπαρξης.

Ο Ναμπόκοφ στα απομνημονεύματά του αναφέρθηκε στη ζωή σαν μια αναλαμπή ανάμεσα σε δύο ίδιες σκοτεινές λίμνες, το σκοτάδι που νιώθουμε πριν γεννηθούμε και το σκοτάδι που μας περικυκλώνει όταν πεθαίνουμε. Αυτή η ενδιάμεση «αναλαμπή» φαίνεται πως δεν ήταν αρκετή για μένα, δεν πρόλαβα να την γεμίσω με μια βαλίτσα από όνειρα και την ικανοποίηση ότι τουλάχιστον κάποια από αυτά πραγματοποιήθηκαν μερεύοντας τα αχόρταγα «θέλω» μου. Τίποτα. Όλα είναι ρεματιές που οδηγούν εκεί πού τερματίζει ο κόσμος, ο δικός σου, ο δικός τους, τι σημασία έχει;

18:10 ακριβώς. Ο ήχος της αμαξοστοιχίας που πλησιάζει ακούγεται σαν ζουζούνισμα εκατοντάδων εντόμων. Τα χέρια μου είναι ιδρωμένα, το κεφάλι μου στροβιλίζεται, η καρδιά μου συγκρούεται αμήχανα με το μυαλό λίγο πριν δώσει άφεση το ένα στο άλλο κι εγώ ετοιμάζομαι να βουτήξω στις ράγες την κατάλληλη στιγμή. Τα όρνια-φαντάσματα περιμένουν να φτερουγίσουν πάνω από το πτώμα. Τα πόδια μου επαγρυπνούν για το σινιάλο. Τελικά όταν περιμένεις να συμβούν πολλά, δεν συμβαίνει τίποτα. Το τρένο πέρασε κι εγώ ακόμη υπάρχω. Κάθε μέρα το ίδιο. Κοκκαλώνω ανάμεσα στις δυο σκοτεινές λίμνες. Ναι, από ότι φαίνεται θέλω να ζήσω κι αυτό που μένει να μάθω είναι το πώς.

 

_

γράφει η Ιφιγένεια - Ειρήνη Τέκου

Η Ιφιγένεια-Ειρήνη Τέκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και αργότερα πήρε μεταπτυχιακό τίτλο από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως διοικητική υπάλληλος για αρκετά χρόνια σε διάφορες πολυεθνικές εταιρίες, έκανε μεταφράσεις και ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Το πρώτο της βιβλίο βγήκε το 2014 από τις εκδόσεις Κέδρος με τίτλο Μνήμες χαμένες στην άμμο.

www.facebook.com/ifigeniatekou, twitter: @ifigeniatekou

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!