Ήταν πρωί Σαββάτου κι εγώ χουζούρευα στο κρεβάτι μου φορώντας μια παλιά μα καθαρή πυτζάμα, ευχαριστημένος γιατί δεν είχα καμία υποχρέωση εκείνη τη μέρα. Πλέοντας σαν έμβρυο ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα μετέτρεψα το μυαλό μου -οικειοθελώς οπωσδήποτε- σε δοχείο επίμονων φαντασιώσεων. Προσπαθούσα να σκεφτώ αν έπρεπε να σηκωθώ επιτέλους και να φτιάξω ένα καφέ ή να απολαύσω την μεγαλοπρέπεια της αδράνειας.

Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά επίμονα κι εγώ μην έχοντας αποφασίσει την επόμενη λογική κίνηση το αγνοούσα, ελπίζοντας πως κάθε σύντομη παύση ανάμεσα στα ενοχλητικά κουδουνίσματα θα σήμαινε τον τερματισμό του. Το δεξί μου χέρι που βρισκόταν κοντύτερα στο κομοδίνο τελικά ψηλάφισε το ακουστικό φέρνοντάς το στο αυτί μου. «Έγινε ένα ατύχημα. Την ώρα που… ελάτε σας παρακαλώ».

Είκοσι χρόνια μαζί με την Λένα. Άπλωνε πάντα τον ώμο της για να ακουμπήσω την πίκρα μου και κύρτωνε το κορμί της για να υπερασπιστεί την κάψα μου. Μου πήρε τόσο καιρό για να την βρω. Ίσως την έψαχνα πολύ πριν την γνωρίσω. Και τώρα την έχασα και μαζί της χάθηκαν οι εικόνες και τα τοπία που είδαμε μαζί, τα τραγούδια που ακούσαμε, τα λόγια που ανταλλάξαμε, οι φίλοι που συναναστραφήκαμε, τα όνειρα που κάναμε. Μαζί της εξαφανίστηκαν όλα και τώρα πια δεν έχω τίποτα, γιατί ό,τι ήταν δικό μας, ό, τι μοιραστήκαμε το πήρε εκείνη.

«…Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
όλη την ώρα…»

Αυτό είπε κάποτε ο ποιητής Lawrence Ferlinghetti κι εγώ συνειδητοποίησα μόλις τώρα, ενθυμούμενος τα λόγια του, πως ο κόσμος δεν θα ήταν ποτέ πια ένα ωραίο μέρος για μένα κι ότι αν δεν είχα ήδη γεννηθεί, θα προτιμούσα να το αποφύγω, έτσι, για να μην νιώσω ποτέ τον πόνο της απώλειας.

Ψάχνοντας μανιωδώς για μια οποιαδήποτε παρηγοριά που θα μου πάρει τον πόνο, το μυαλό μου σίγασε και η καρδιά μου σκέφτηκε ένα παιχνίδι. Αρρωστημένο; Σωτήριο; Οπλισμένος με μια έξοχη απάθεια περπάτησα ως την κουζίνα κι έφτιαξα καφέ. Σέρβιρα δυο κούπες. Μια για μένα και μια για κείνη. «Με δυο κουταλιές ζάχαρη, όπως τον πίνεις Λένια μου». Είχα πάρει την απόφαση πως ο ρόλος της ως νεκρής δεν μου άρεσε κι έτσι προτίμησα να ανταλλάξω την πένθιμη οδύνη με μια σκάρτη ελπίδα, με μια ζωογόνο ψευδαίσθηση. Απούσα, παρούσα, όλα στο μυαλό βρίσκονται και το δικό μου είναι πρόθυμο να παρακάμψει τους κανόνες περί φυσιολογικότητας, αρκεί να μην την χάσω.

Ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους...*

 

_

γράφει η Ιφιγένεια – Ειρήνη Τέκου

 

(*στίχος από ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!