Εν Πειραιεί τη 20ή Ιουλίου,
Έτει σωτηρίω 1963


Σεβαστέ μοι πάτερ, γλυκυτάτη μάμα, περιπόθητοι αδερφοί. Χαίρων άκρας υγείας και εν ευφροσύνη διατελών, επήρα εν αγαλλιάσει τό υμέτερον γράμμα και εχάρηκα σφόδρα μαθών τα περι της πολυτίμου υμετέρας υγείας. Παραλλήλως αισθάνομαι μεν βαθύτατον την ανάγκη όπως παντάπασι ευχαριστήσω υμάς δια το πάκο*, το πλήρες παντός αγαθού. Εξαιρέτως δε των μοσχοβολιστών καίτοι ολίγον τι πεφριγμένων μοσκολάχανων. Ιδιαιτέραν έκπληξιν απετέλεσε δι’ ημάς και το ωραιότατον νούμπουλο*, των μεν ρύπων αυτού καθαρισθέντων, του δε υπολοίπου φαγομένου εν ευχαριστήσει αδημονούμεν, ο γράφων και η αδελφή Λευτερία να μας δόκετε ένα μποτσούνι* παραπάνου την άλλη φορά.

Πρωτίστως, εφαωθήκαμε εν ταις παρελθούσαις ημέραις δια τας επικρατούσας καιρικάς συνθήκας εις την αλησμόνητονε εν Ιονίω πελάγει ημετέραν γενέτειρα. Υμετέρας απορίας γεννηθείσης, η ενθάδε κατάστασις παρουσιάζει έντονας μπόρας, ‘’συννεφιασμένη Κυριακή’’ και εβδομάς ολόκληρος ως λέγει ο λαικός καλλιτέχνης. Του δριμυτάτου χειμώνος η αδελφή Λευτερία ησθένησε θέρμη. Ως εκ τούτου μη δυναμένη δουλεύσαι απουσίασε την προηγουμένην εκ της εργασίας αυτής και ο παρτσινέβελος* της επήρε ανάποδες. Έβαλε ο Άγιος το χέρι Του και τον εκαθησυχάσαμε. Εν τούτοις καθ’ ον χρόνον παρετήρουν τα γεγονότα ετούτα έχασα το καλό μου το ταμπάρο* και έβαλα αυτό το χτήνος, το ράφτη, να μου κάμει ένα άλλο και ακόμα τονε περιμένω το λιγόχρονο*.
Αι ημετέραι σπουδαί προχωρώσι θάττιστα, ελπίζοντες γαρ εις την επιτυχίαν. Εργαζόμεθα αόκνως και ανυστάχτως. Επικαλούμενοι καθ’ εκάστην τον Άγιο ποιούντες ευλαβικώς το σημείον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού εξαιτούμεθα πλούσιον τον φωτισμόν παρά του Θεού Του Υψίστου.
Έως ότου όμως θριαμβεύσωμεν, ευρίσκομαι πολυσέβαστε πάτερ, εις την δυσάρεστον θέσιν του αποκαλύψαι σοι το δεινόν της οικονομικής μου καταστάσεως. Τα πενιχρά της εργασίας μου όβολα επαρκούνε μόνο δια τον επιούσιον. Δι’ ον καθικετεύομε εκτενώς Τον Δωροδότη Κύριον προ και μετά εκάστου γεύματος συγκρατούντες τον ημέτερον γλούπο*.

Επιθυμώ ουν να μας δόκεις κάνα φράνκο για να πορευτούμε. Ει γε θηρεύεις έως της νυν ω πάτερ και το σόν τουφέκιον παραμένει φόβητρον των εν τη νήσω τετραπόδων και πτηνών ουδόλως δε θα μας εδυσαρεστούσε καμία τσίχλα. Σου εφιστώ, ω πάτερ, το επείγον του πράγματος καθ΄ όσον δεν έχω μούτρο ινα κυκλοφορήσω εις την κοινωνίαν, ρεντίκολο* θα γένουμε κάμια ώρα.
Πέραν τούτων ω μήτερ, ειπέ εις τον πεφιλημένον αδερφόν ημών το σιορ Θεμιστοκλή ότι εμού ερχομένου θα του δώκω καμπόσα γροθίδια. Αληθώς εβουρλίστηκες αδερφέ Θεμιστοκλάκια. Αλλά μάθε απ΄εμού ετούτο: άφηκετονε ορέ το νιοράντε το Τάκη με το μάτι τα΄αστρίτα γιατί εφτάκανε εδώ κάτου οι κόνξες* του και πολύ τονε φοβάμαι. Είναι βλέπεις συναναστροφή αξίας! Λάβε εξ ημών το καλόν παράδειγμα και άφες μου την νιοραντιά ορέ! Γέγονα άφρων καυχώμενος ως λέγει ο θείος και αληθώς ασυγκρίτως ανώτερος της εμής ελαχιστότητος Απόστολος Παύλος. Μην έχεις ποντίγιο*. Πρόσεχε μη πάθεις κάνα κάζο*, Θεού δη.
Μην έχων τίποτε άλλο να σας ειπώ μεταβιβάζω υμίν τσου εγκάρδιους χαιρετισμούς του Κίμωνα, Παναγιά κοντά του, απ΄τσου ‘Αι Δούλους εκείνονε που΄χει θειο τον Λιωνίδα το παπά κι ’ναι εγγόνι της σιόρας Αγγιολίνας που 'τανε γειτόνισσα τση νούνας τση Φθυμίας*. Η υμετέρα ανάμνησις πάντοτε με συνγκλονίζει. Δια τούτο δε υπόσχομαι να΄ρθω να σας έβρω πριν του Παντοκρατόρου, αν θέλει ο Θέος.

Ο Άγιος να σας έχει καλά!
Ευσεβάστως ασπάζομαι την υμετέραν χείρα.

Ο υιός σας
Σπυρίδων

 

_

γράφει ο Χρήστος Τσαγκάρης

 

_____

Πάκο: πακέτο
Νούμπουλο: τοπική σπεσιαλιτέ χοιρινού καπνιστού κρέατος
Μπουτσούνι: λίγο
Παρτσινέβελος: αφεντικό, εργοδότης
Ταμπάρο: πανωφόρι, παλτό
Λιγόχρονο: κατάρα (αυτός που ζει λίγα χρόνια)
Γλούπο: πολλή όρεξη για φαγητό-αδηφαγία
Όβολα-φράνκο: χρήματα
Ρεντίκολο: ρεζίλι
Εβουρλίστηκε: τρελάθηκε
Κόνξες: νάζια, παραξενιές
Κάζο: κακό
Ποντίγιο: πείσμα
Φθυμία: Ευθυμία

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!