sky_clouds

Σαν χθες το θυμάμαι. Είχα πάει για ύπνο, πολύ νωρίς εκείνο το βράδυ. Ένιωθα μια αδυναμία. Αδυναμία προς όλα. Το κορμί μου δεν είχε διάθεση ούτε να ανέβει τις σκάλες. Ξάπλωσα. Όλη νύχτα έκανα σβούρες μέσα στο κρεβάτι χωρίς να ξέρω τον λόγο. Ανήσυχος ο ύπνος μου. Μια κοιμόμουνα, μια ξυπνούσα. Θαρρείς και κάτι μου έλεγε να μην κοιμηθώ. Να μείνω ξύπνια εκείνο το βράδυ.

Ένα βράδυ που έμοιαζε τεράστιο και ισχυρό απέναντι στις αντοχές μου. Τα δικά μου «μπορώ» ναυάγησαν εκείνο το βράδυ. Περασμένα μεσάνυχτα θα ήταν, γύρω στις τρεις, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Μάλλον θα χτύπησε πολλές φορές, αλλά εμείς δοσμένοι στον ύπνο πια, δεν το ακούγαμε. Ήρθε η ώρα που το ακούσαμε όμως και ο ήχος του έμοιαζε τόσο απειλητικός. Το ξέραμε. Το ξέραμε ότι δεν ήτανε για καλό. Τέτοια ώρα δεν σε ψάχνουν για να σου πουν ευχάριστα νέα. «Ελάτε γρήγορα», μας είπαν. Ήρθαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Στο ορκίζομαι. Τη διαδρομή δεν την θυμάμαι καθόλου, ούτε το τι προηγήθηκε πριν έρθουμε σε σένα.

Μάλλον κάτι θυμάμαι. Μεγάλος πανικός. Κουράστηκα μέχρι να φτάσω στο δωμάτιο που σε είχαν. Οι χτύποι της καρδιάς μου, ήταν εξίμισι φορές πιο γρήγοροι από το κανονικό. Αγωνιούσα, ήθελα να δω ότι όλα ήταν ψέματα και πως ήσουν καλά. Δεν ήσουν όμως. Και εγώ τώρα έπρεπε να έρθω αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Μου έκανες νόημα να έρθω κοντά σου, ήρθα και μου έπιασες το χέρι και με έσφυξες. Έτσι, με ένα σφίξιμο στο χέρι και ένα τεράστιο σφίξιμο στην καρδιά, μας έφυγες.

Έφυγες η ώρα έξι και τριάντα το πρωί, και εγώ κάθε μέρα που περνάει, τρέμω μην γίνει ξανά έξι και τριάντα.

 

_

γράφει η Εύα Μιχαηλίδου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!