Δροσερός ορμούσε ο μαΐστρος

πάνω στην καυτή την παραλία,

πειράζοντας επίμονα τη θάλασσα.

Με  πείσμα, αυτή, αντιστεκόταν κι άφριζε,

βάφοντας  λευκά τα βλέφαρά της.

Στο βάθος, δεκάδες πανιά, 

στον ήλιο παιχνιδιάρικα τινάζονταν

τα κύματα καρτερικά δαμάζοντας.

Δίπλα μου, κάστρα χτίζονταν και έπεφταν,

τείχη υψώνονταν ψηλά, που ήταν γραφτό τους για να πέσουν,

φωνές παιδιών, γεμάτες έξαψη και πάθος.

Κι εγώ, νωχελικά και ξέγνοιαστα

στα δικά μου οχυρωνόμουν τείχη,

πότε χτίζοντας κι άλλοτε θρηνώντας,

στης πρώτης νιότης πάνω τα χαλάσματα.

Ξάφνου, ο ουρανός σκοτείνιασε,

και μια βουή τα πάντα, στο πέρασμά της, σάρωσε

ξυπνώντας μνήμες, γκρίζες φθινοπώρου.

Τρόμαξα κι έφυγα.

 

Απ’ το τηλέφωνο -νύχτα αργά- με ειδοποίησαν

για το έκτακτο της νοσηλείας σου συμβάν.

Οι φόβοι μου επαληθεύτηκαν.

 

_

γράφει ο Παναγιώτης Στανίτσας

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!