Σε μια πολιτεία αμυδρά υπάρχουσα πλήρης... ένα παιδί έτρεχε χαμογελώντας μες στο οικόπεδο, κάτω απ' τις πελώριες μαργαρίτες. Κοίταζε επίμονα τον ουρανό. Συνομιλούσε με τα πουλιά, σαν να γνώριζε την γλώσσα τους. Έκανε, έλεγε στα χελιδόνια, απέραντα ταξίδια. Πολλές φορές και μαζί τους.

Καθόμασταν στα παγκάκια θυμάμαι. Γελούσαμε, λέγαμε ανέκδοτα, κοιταζόμασταν με ένα βλέμμα πονηρό. Σαν να είχαμε μόλις αρπάξει το γλυκό από το βάζο. Ακούγαμε τις φωνές απ' το απέναντι νηπιαγωγείο. Τα νήπια ανέβαιναν στα δέντρα και με μιαν ανάσα ζωγράφιζαν στον ουρανό έναν άλλο ήλιο. Αυτόν που ένωνε τις παλάμες των ανθρώπων. Αυτόν που στη καρδιά του έγραφε “Ελευθερία”.

Το παιδί αργότερα μεγάλωσε. Έβγαλε μούσια και μαλλιά. Ένα παλικάρι, ψηλό σαν κυπαρίσσι. Μια μέρα, έφυγε γι' άλλη πολιτεία, κυνηγώντας ένα σύννεφο και το όνειρο του. Ήρθαν τα πρέπει κι οι σφυγμοί πιο γρήγορα θέριευαν. Το παλικάρι έγινε λαμπρός νέος και μεγάλος επιστήμων. Τα μάτια είχε ορθάνοιχτα και τους αντίχειρες στις μασχάλες ο πατέρας. Χαμογελούσε με υπερηφάνεια για τον υιό του.

Κάποτε ο νέος, επέστρεψε στη παιδική του γειτονιά. Κοίταξε πίσω, τις πελώριες μαργαρίτες και το παλιό παντοπωλείο το παιδικό, θεμελιωμένο πάνω σε λίγα τελάρα του παππού. Στην πιο σκονισμένη γωνία του δωματίου στοιβαγμένα ήταν πια. Ένα δάκρυ κύλησε απ' τα μάτια του.

Τίποτα δεν ήταν ίδιο πλέον. Όλα είχαν αλλάξει. Φρέσκια η πολιτεία. Πέταξε το κιτρινισμένο φόρεμά της, το θαμπό. Ντύθηκε με μια ενδυμασία γκρίζα, καπνισμένη, αν και μόλις την είχε παραλάβει. Τίποτα δεν παρέμενε ίδιο. Ακόμα και τα κτίρια ήταν διαφορετικά. Ο νέος κοίταξε για μια στιγμή την μητέρα του.

- Το σπίτι του κυρ Βαγγέλη μου φαίνεται αλλιώτικο πια.

- Εδώ παιδί μου χάθηκε ο κυρ Βαγγέλης, το σπίτι θα έμενε ίδιο.

Πόσο δίκιο είχε... Οι φίλοι σαν να χάθηκαν κι αυτοί, μέσα σε μια φωτογραφία ασπρόμαυρη παλιά. Τα περίμενε αλλιώς, μα αλλιώς τα βρήκε ή έτσι... τουλάχιστον νόμιζε. Ο αέρας μύριζε μεταστροφή. Περπατούσε, μα ουδείς δεν του έλεγε καλημέρα. Κι αν αυτός τολμούσε να το πει, τον κοίταζαν με ένα βλέμμα σκοτεινό, αγριεμένο. Ξένη γειτονιά. Ξένος μες στην γειτονιά του ή εξόριστος. Ξένος. Ακόμα κι η οικογένεια του τον κοίταζε σαν να τον συναντούσε για πρώτη φορά. Σαν να ήταν παλιός τους χωριανός που τον ξανάβλεπαν τυχαία μετά από χρόνια σε κάποια γωνιά του δρόμου.

Ένιωθε παράξενα, κάπως θλιμμένα. Όμως είχε συνηθίσει την μοναξιά. Ίσως αυτός ήταν που την αποζητούσε. Αλλιώς τα περίμενε. Ίσως όμως και τίποτα. Ξένος. Κοιτούσε την ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθισμένος στο ξύλινο παγκάκι απέναντι απ' το νηπιαγωγείο που πήγαινε μικρός. Πια δεν λειτουργούσε. Ακούμπησε την παλάμη του στο μάγουλό του που ήταν υγρό απ' τα δάκρυα. Δάκρυα νοσταλγίας ήταν περισσότερο. Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο προς τα εμπρός. Αισθάνεται ένα χέρι. Ήταν του πατέρα του.

- Γιε μου ξέρεις, κάπως αλλιώτικος μου φαίνεσαι πια. Σαν να μην σε αναγνωρίζω.

- Σαν να μην με γνωρίζεις θες να πεις πατέρα. Ναι, έχεις δίκιο. Δεν με γνωρίζεις. Ίσως ποτέ να μην με γνώρισες. Ίσως όμως και να μην ήθελα, ίσως και να μην ήξερες. Ας συστηθούμε λοιπόν τώρα.

Ο νέος απλώνει το χέρι προς τον πατέρα του, τον κοιτάζει όπως η κουκουβάγια το θήραμά της και με όση δύναμη είχαν τα σπλάχνα του φώναξε, “Ξένος!”. Ύστερα σώπασαν κι οι δυο.

Τότε κατάλαβε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα πάντα παρέμεναν σταθερά. Όπως η κυκλική τροχιά της γης. Όπως το χρώμα των ματιών του. Γύρισε σπίτι. Στάθηκε απέναντι απ' τον καθρέφτη. Δεν έβλεπε το πρόσωπό του. Μόνο ένα παιδάκι είδε στο βάθος να τον χαιρετά.

 

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!