Επιστροφή, της Ελένης Ιωαννάτου

10.10.2015

 

 

Σε μια πολιτεία αμυδρά υπάρχουσα πλήρης... ένα παιδί έτρεχε χαμογελώντας μες στο οικόπεδο, κάτω απ' τις πελώριες μαργαρίτες. Κοίταζε επίμονα τον ουρανό. Συνομιλούσε με τα πουλιά, σαν να γνώριζε την γλώσσα τους. Έκανε, έλεγε στα χελιδόνια, απέραντα ταξίδια. Πολλές φορές και μαζί τους.

Καθόμασταν στα παγκάκια θυμάμαι. Γελούσαμε, λέγαμε ανέκδοτα, κοιταζόμασταν με ένα βλέμμα πονηρό. Σαν να είχαμε μόλις αρπάξει το γλυκό από το βάζο. Ακούγαμε τις φωνές απ' το απέναντι νηπιαγωγείο. Τα νήπια ανέβαιναν στα δέντρα και με μιαν ανάσα ζωγράφιζαν στον ουρανό έναν άλλο ήλιο. Αυτόν που ένωνε τις παλάμες των ανθρώπων. Αυτόν που στη καρδιά του έγραφε “Ελευθερία”.

Το παιδί αργότερα μεγάλωσε. Έβγαλε μούσια και μαλλιά. Ένα παλικάρι, ψηλό σαν κυπαρίσσι. Μια μέρα, έφυγε γι' άλλη πολιτεία, κυνηγώντας ένα σύννεφο και το όνειρο του. Ήρθαν τα πρέπει κι οι σφυγμοί πιο γρήγορα θέριευαν. Το παλικάρι έγινε λαμπρός νέος και μεγάλος επιστήμων. Τα μάτια είχε ορθάνοιχτα και τους αντίχειρες στις μασχάλες ο πατέρας. Χαμογελούσε με υπερηφάνεια για τον υιό του.

Κάποτε ο νέος, επέστρεψε στη παιδική του γειτονιά. Κοίταξε πίσω, τις πελώριες μαργαρίτες και το παλιό παντοπωλείο το παιδικό, θεμελιωμένο πάνω σε λίγα τελάρα του παππού. Στην πιο σκονισμένη γωνία του δωματίου στοιβαγμένα ήταν πια. Ένα δάκρυ κύλησε απ' τα μάτια του.

Τίποτα δεν ήταν ίδιο πλέον. Όλα είχαν αλλάξει. Φρέσκια η πολιτεία. Πέταξε το κιτρινισμένο φόρεμά της, το θαμπό. Ντύθηκε με μια ενδυμασία γκρίζα, καπνισμένη, αν και μόλις την είχε παραλάβει. Τίποτα δεν παρέμενε ίδιο. Ακόμα και τα κτίρια ήταν διαφορετικά. Ο νέος κοίταξε για μια στιγμή την μητέρα του.

- Το σπίτι του κυρ Βαγγέλη μου φαίνεται αλλιώτικο πια.

- Εδώ παιδί μου χάθηκε ο κυρ Βαγγέλης, το σπίτι θα έμενε ίδιο.

Πόσο δίκιο είχε... Οι φίλοι σαν να χάθηκαν κι αυτοί, μέσα σε μια φωτογραφία ασπρόμαυρη παλιά. Τα περίμενε αλλιώς, μα αλλιώς τα βρήκε ή έτσι... τουλάχιστον νόμιζε. Ο αέρας μύριζε μεταστροφή. Περπατούσε, μα ουδείς δεν του έλεγε καλημέρα. Κι αν αυτός τολμούσε να το πει, τον κοίταζαν με ένα βλέμμα σκοτεινό, αγριεμένο. Ξένη γειτονιά. Ξένος μες στην γειτονιά του ή εξόριστος. Ξένος. Ακόμα κι η οικογένεια του τον κοίταζε σαν να τον συναντούσε για πρώτη φορά. Σαν να ήταν παλιός τους χωριανός που τον ξανάβλεπαν τυχαία μετά από χρόνια σε κάποια γωνιά του δρόμου.

Ένιωθε παράξενα, κάπως θλιμμένα. Όμως είχε συνηθίσει την μοναξιά. Ίσως αυτός ήταν που την αποζητούσε. Αλλιώς τα περίμενε. Ίσως όμως και τίποτα. Ξένος. Κοιτούσε την ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθισμένος στο ξύλινο παγκάκι απέναντι απ' το νηπιαγωγείο που πήγαινε μικρός. Πια δεν λειτουργούσε. Ακούμπησε την παλάμη του στο μάγουλό του που ήταν υγρό απ' τα δάκρυα. Δάκρυα νοσταλγίας ήταν περισσότερο. Το κεφάλι του ήταν σκυμμένο προς τα εμπρός. Αισθάνεται ένα χέρι. Ήταν του πατέρα του.

- Γιε μου ξέρεις, κάπως αλλιώτικος μου φαίνεσαι πια. Σαν να μην σε αναγνωρίζω.

- Σαν να μην με γνωρίζεις θες να πεις πατέρα. Ναι, έχεις δίκιο. Δεν με γνωρίζεις. Ίσως ποτέ να μην με γνώρισες. Ίσως όμως και να μην ήθελα, ίσως και να μην ήξερες. Ας συστηθούμε λοιπόν τώρα.

Ο νέος απλώνει το χέρι προς τον πατέρα του, τον κοιτάζει όπως η κουκουβάγια το θήραμά της και με όση δύναμη είχαν τα σπλάχνα του φώναξε, “Ξένος!”. Ύστερα σώπασαν κι οι δυο.

Τότε κατάλαβε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα πάντα παρέμεναν σταθερά. Όπως η κυκλική τροχιά της γης. Όπως το χρώμα των ματιών του. Γύρισε σπίτι. Στάθηκε απέναντι απ' τον καθρέφτη. Δεν έβλεπε το πρόσωπό του. Μόνο ένα παιδάκι είδε στο βάθος να τον χαιρετά.

 

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Φωτιά

Φωτιά

Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά;...

Φωτιά

Έως το τίποτα

Σκιάχτρα μορφές Έρχονται και ταράζουν τα όνειρά μου Η διέξοδος μέσα μου Ομίχλη απέραντη   Ταξίδια ανείπωτα Ανατριχιάζουν στο βλέμμα μου Ψιλά γράμματα οι λέξεις Στη συμφωνία θανάτου   Σιωπή απόλυτη Συμπαραστάτης στο πλάι μου Και βήματα μετρημένα...

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Όνειρα γραμμένα σε δίσκους

Τα θυμάμαι εκείνα τα τραγούδιαόνειρα καλοκαιρινά, αγκαλιές κάτω από τ' άστρα.Θυμάμαι την μελωδία, το στίχο, τον ρυθμόθυμάμαι, θυμάμαι την ζεστασιά και το σ' αγαπώ. Να τ' οι δίσκοι, να και τα όνειρα μαςκάθε μελωδία ξεχωριστή, όπως και κάθε μέραμια μελωδία...

Η ελιά

Η ελιά

           Μεγάλη παρηγοριά φίλε μου το γράψιμο. Σου κρατάει απίστευτη συντροφιά. Έτσι και γράψεις στο χαρτί - ή όπου αλλού δεν έχει σημασία- αυτά που σου βαραίνουν το μυαλό και την καρδιά, πάει περίπατο η όποια μοναξιά σου. Αν δε παράλληλα, τα όσα σου...

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Εγγαστριμυθία

Εγγαστριμυθία

             Πόσες ημέρες να έχουν περάσει που η Θεανώ δεν έχει ανταλλάξει δυο ανθρώπινες λέξεις με συνάνθρωπό της; Μια εβδομάδα, δυο;            “Και να δεις που, έτσι όπως πάει το πράμα, θα ξεχάσω πώς μιλάνε οι άνθρωποι, αφού εισπράττω μόνο ήχους και δεν...

Η  σταγόνα

Η σταγόνα

Δεμένος χειροπόδαρα πάνω στο χωρίς στρώμα σιδερένιο κρεβάτι, και ακριβώς πάνω από το κεφάλι του κρεμασμένο, ένα βρυσάκι σαν εκείνο του παλιού καιρού που είχαμε στους νιπτήρες μας, όχι σαν υπό απειλή Δαμόκλειας σπάθας αλλά κυριολεκτικά σπάθας εν δράση....

Ερημιά

Ερημιά

Ερημιά προκαλεί ο πόλεμος και η φτώχεια. Και μια πόλη κατάστρεψε ολοσχερώς μια βόμβα   Δίχως παιδιά, δίχως χαρά μόνο με πόνο και σκλαβιά. Δίχως διασκέδαση και καλοπερασιά μόνο με πόλεμο που προκαλεί ζημιά _ γράφει ο Ευθύμιος-Ραφαήλ...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. drmakspy

    Το τίμημα όσων σαν εμένα επιμένουν να διατηρούν αμόλυντο το παιδί μέσα τους σε ένα κόσμο μικρομέγαλων που βιάζεται και τρέχει μπροστά χωρίς να καταλαβαίνει ότι στην άλλη γωνία τον περιμένουν τα γηρατειά της ψυχής… Αλληγορικά όμορφο!

    Απάντηση
    • Ελένη Ιωαννάτου

      Σπύρο μου τα γηρατειά έρχονται σίγουρα. Όταν επισκέπτονται όμως την ψυχή, το παιδάκι πεθαίνει!!!

      Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ Σπύρο μου!!!

      Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Ελένη έφερες ποίηση και αλληγορίες στο κείμενό σου. Ωραία η ιστορία για συζητήση αρκετή. Θα πω μόνο οτι εκείνοι που ζουν όμορφα στη ζωή τους είναι εκείνοι που κουβαλάνε το παιδί μαζί τους. Είμαστε όλες μας οι ηλικίες μαζί. Ο πληγωμένος σου ήρωας δεν άφησε ποτέ ετούτο το παιδί να μιλήσει..να συστηθεί..να χαράξει πορεία…Πιο πολύ φυλακισμένο το κουβαλούσε και άγνωστο…

    Απάντηση
    • Ελένη Ιωαννάτου

      Ακριβώς όπως το είπες είναι Μάχη μου.

      Το παιδάκι που κουβαλάμε. Το ξεχνάμε, το καταπιέζουμε, το πετροβολούμε…
      Εκείνο στέκεται στην γωνία πληγωμένο. Δεν το αγκαλιάζουμε. Δεν μας γνωρίζει πια. Ούτε εμεις οι ίδιοι τον εαυτό μας και φυσικά ούτε τον διπλανό μας. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων…

      Καλή σου ημέρα!!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου