Επιστροφή…

23.03.2014

 

 

Συννεφιασμένο απόγευμα Σαββάτου. Ο μεσήλικας άντρας, καθισμένος αναπαυτικά στη θέση του στο βαγόνι του τραίνου, κοιτούσε αφηρημένα το τοπίο έξω.  Κάποια στιγμή, έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του κι έβγαλε έναν χιλιοδιπλωμένο, τσαλακωμένο φάκελο.

Το τελευταίο γράμμα της αδελφής του, πριν από ένα μήνα περίπου.

…ο πατέρας είχε κάποια ενοχλήματα στην καρδιά τελευταία…τον πήγαμε στο νοσοκομείο της πόλης, παρόλο που ο ίδιος επέμενε πως “δεν είναι τίποτα”… ο γιατρός είπε να προσέχει… χθες βράδυ, λίγο πριν αποκοιμηθεί, ψιθύρισε το όνομά σου…”Στέφανε”…, έλεγε μεταξύ άλλων.

Και το τηλεγράφημα που έλαβε πριν από λίγες μέρες.

Πέντε λέξεις μοναχά, μοιραίες και τελεσίδικες.

Πατέρας απεβίωσε. ΣΤΟΠ. Κηδεία Κυριακή απόγευμα. ΣΤΟΠ.

Πόσο καιρό, αλήθεια, είχε να δει τον άνθρωπο που τον είχε φέρει στη ζωή; Τον περήφανο  Γιώργη Ροντήρη;

Πετυχημένος παραγωγός κι έμπορος κρασιών, προόριζε το Στέφανο για διάδοχό του στην οικογενειακή επιχείρηση.

Τον νεαρό, όμως, τον μαγνήτιζε η απεραντοσύνη της θάλασσας.

Μάλωσαν έντονα πατέρας και γιος.

«Έχω άλλα όνειρα για τη ζωή μου εγώ…»

«Ούτε υπολογίζεις… ούτε  σέβεσαι τίποτα…»

Πώς πέρασαν έτσι τόσα χρόνια… τόσα χρόνια μοναξιάς; σκέφτεται ο Στέφανος, σφίγγοντας τα χαρτιά στα χέρια του.

Πλανεύτρα η θάλασσα τον κράτησε χρόνια ολόκληρα κοντά της.  Έγραφε γράμματα συχνά στους δικούς του και τους έστελνε φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από διάφορα λιμάνια.

Η μάνα κι η αδελφή του, επικοινωνούσαν όπως κι όσο μπορούσαν μαζί του. Απ’ την πλευρά του πατέρα σιωπή.

Δεν με συγχώρεσε ποτέ γι’ αυτή την “ανταρσία”, όπως μου ’πε τότε… μονολογεί ο Στέφανος, καθώς το τραίνο μπαίνει στο σταθμό.

Στην αποβάθρα τον περίμενε η αδελφή του. Βουρκωμένοι αγκαλιάστηκαν κι οι δυο, δίχως να μιλούν.

Αμίλητοι ήταν και σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι. Μοναχά όταν μπήκαν στη μεγάλη σάλα, όπου βρισκόταν τοποθετημένο το φέρετρο, ο Στέφανος έσπασε επιτέλους τη σιωπή.

«Θέλω να μείνω μόνος μαζί του…», είπε μόνο.

«Μα, αδελφέ μου….»

«Θέλω να μείνω μόνος μαζί του…», ξανάπε εκείνος.

Η αδελφή του τον άγγιξε στοργικά στον ώμο κι ύστερα βγήκε έξω, κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα.

Ο Στέφανος ακούμπησε φευγαλέα τα ακροδάχτυλα στο κρύο, ξυλιασμένο πρόσωπο του νεκρού.

«Ήρθα…», ψιθύρισε. «Είμαι εδώ. Χρόνια ολόκληρα περίμενες κι εσύ μια λέξη, μια κίνηση από μένα… χρόνια ολόκληρα περίμενα κι εγώ μια λέξη, μια κίνηση από σένα. Πόσο καιρό χάσαμε, αλήθεια.  Σε είχα συνέχεια στο νου μου. Κι όταν ταξίδευα μήνες ολόκληρους σε ξένες θάλασσες… κι όταν έριξα άγκυρα στην Ισπανία για το χατίρι της Μαρισόλ της Καστιλιάνας… κι όταν γεννήθηκε ο γιος μας ο Χόρχε. Σου μοιάζει, πατέρα. Να ‘ξερες πόσο σου μοιάζει. Και…»

Μια φωνή τον διέκοψε.

«Είναι ώρα, τέκνον μου!» η φωνή του ιερέα.

Ο Στέφανος έγνεψε αχνά.

Αμίλητος, με το κεφάλι σκυφτό, ακολούθησε τη νεκρική πομπή. Στο νου του στριφογύριζαν αυτά που του ‘χε πει ο Χόρχε, στην τελευταία τους συνάντηση.

«Αν ζούσε η μητέρα, σίγουρα θα με καταλάβαινε…»

Μαχαίρι στην καρδιά του η απώλεια της Μαρισόλ, σαν να ‘ταν μόλις χθες… κι ας είχε περάσει τόσος καιρός. Ποτέ δεν την ξέχασε κι ούτε θέλησε να βάλει άλλη γυναίκα στο πλάι του.

«Έχω κι εγώ τα δικά μου όνειρα, πατέρα. Προσπάθησε να με καταλάβεις, σε παρακαλώ».

Ο Χόρχε μου, το παλληκάρι μου, σκέφτηκε σκουπίζοντας ένα δάκρυ. Πού τον χάνεις, πού τον βρίσκεις, στα αμπέλια….

Πήγε να χαμογελάσει σ’ αυτή τη σκέψη, μα συγκρατήθηκε.

Γιώργη Ροντήρη, θαρρείς κι η ψυχή σου ζητά να βρει διέξοδο μέσα από τον εγγονό που δεν γνώρισες ποτέ, είπε από μέσα του.

Είχε πάρει την απόφασή του. Την επόμενη μέρα κιόλας θα έπαιρνε το αεροπλάνο και θα πήγαινε στην Καστίλη. Ήδη ένιωθε να του λείπει πολύ ο γιος του. Κι είχε τόσα να του πει….

 

Η εικόνα είναι από το flickr (http://www.flickr.com/photos/pat_mcdonald/8900212085/)

Ακολουθήστε μας

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

Να βλέπω το Θεό…

Να βλέπω το Θεό…

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Είχε ανάγκη την παρουσία του, έστω και βουβή. Οι Παρασκευές ήταν δύσκολες, άλλαξαν όλα από τότε που εκείνος έφυγε από κοντά της μια Παρασκευή βράδυ, ένα φθινόπωρο σαν και τούτο, μουντό κι αφιονισμένο σαν τα λυσσασμένα σκυλιά που...

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Αυτά τα αβέβαια χρόνια

Ο Παύλος δεν ήταν ξεκούραστος. Άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί για λίγο στις αφίσες του φοιτητικού του διαμερίσματος και στο ομοίωμα ανθρώπινου σκελετού που στόλιζε το γραφείο του και στη σκέψη του άφηνε τον εαυτό να τον φαντάζεται να καθαρίζει τη βρωμιά που...

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - «Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του. Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η...

Ιστορίες καραντίνας

Ιστορίες καραντίνας

_ γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου - Ι. ΤΙ ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ; Είναι Κυριακή. Όχι είναι Τρίτη. Αποκλείεται να είναι Κυριακή σήμερα, γιατί τότε σημαίνει πως χθες που έκανα φασόλια ήταν Σάββατο. Δεν είναι μέρα για φασόλια το Σάββατο. Και αν χθες ήταν Σάββατο κι εμείς...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου