Άλλαξε η εποχή κι έπιασε υγρασία μες στο κελί,
στάζουν οι μούχλες από το ταβάνι, τα σίδερα σκουριάζουν σιγά σιγά.
Είδα μέσα μου σκοτάδι και φοβήθηκα πως δεν θα ξημερώσει,
πεθύμησα μια όμορφη χαραυγή, πληγωμένα μάτια και μόνο ασπρόμαυρα βλέπω πια,
αυτή η μοναξιά εδώ κάτω τρυπά τους τοίχους κι εγώ αγρίμι ανήμερο χωρίς παράθυρα.
Όσο δε βρίσκω λευτεριά γίνομαι φίλος του θανάτου,
ο χώρος μου μικραίνει,
ο χρόνος τελειώνει,
τελειώνει η αναμονή,
κι η αγάπη περιμένει.
Έλα όνειρο γλυκό, έλα να πιούμε τον καφέ που αφήσαμε στη μέση.
Έλα γιατί θα κρυώσει ο καφές, θα κρυώσει η καρδιά μου,
και ό,τι κρυώνει σπάει πιο εύκολα.
Προσπαθώ να ζωγραφίσω το πρόσωπο σου,
έστω από μνήμης μα πάει καιρός κι η μνήμη με απατά με το χρόνο.
Με εμπαίζει αυτή η ανήλεη πραγματικότητα,
πώς χωρίς την παρουσία σου δεν μπορώ να ζήσω.
Αλλά που να ξέρει η μνήμη από αγάπη,
αυτή πετάει ο,τι την πληγώνει, μα τα σημάδια μένουν στο σώμα,
κάτω απ’ το δέρμα υπάρχουν όλα.
Αυταπάτη η λήθη,
Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να ξεχνάω,
όταν το πότε αγάπησα κάθε μέρα το πληρώνω.
Στα πόσα δάκρυα ξεχρεώνω δεν γνωρίζω,
μα σίγουρα η άνοιξη θα έχει αρκετές βροχές,
και όταν πέσουν τα σίδερα από τη σκουριά…
Θα είμαι πλέον ελεύθερος!…
_
γράφει o Αλέξανδρος Παπαδόπουλος








0 Σχόλια