Μύρο χυμένο στη γη, γλυκό κρασί τα χείλη σου και το κορμί σου 

ένας ανθοφόρος ορίζοντας γιομάτος αμαρυλλίδες, χρυσάνθεμα, κυκλάμινα

και γιασεμιά.

Με τη δύναμη της ανεξίτηλης γοητείας σου παρασέρνεις τα πάντα 

στο πέρασμά σου κι ο αντίλαλος της φωνής σου, άπλετο φως,

που ιστιοδρομεί στις αφύλαχτες κι απερίφρακτες νύχτες…

Ακάματος οδοιπόρος περιδιαβαίνω στις ίδιες διαδρομές

χωρίς να μπορώ να κατασιγάσω τις υλικές και τις ψυχικές μου αναζητήσεις.

Ένα κομμάτι χρόνου που ανήκει στη δική σου αιωνιότητα διεκδικώ 

κι ότι έζησα δίπλα σου το κουβαλάω ακέραιο μέσα μου.

Και στον ήλιο και στη βροχή απολαμβάνω την πνοή της θαλασσινής σου αύρας που ακκίζεται στους λασπωμένους χωματόδρομους,

στα γόνιμα χωράφια με τους ηλίανθους και τ’ αραποσίτια,

στα χορταριασμένα περάσματα που συνταξιδεύουν οι ελπίδες, οι λαχτάρες και τα όνειρα.

 

Καμιά εποχή του χρόνου δε διαθέτει τη δική σου ωραιότητα!

Για τον οίστρο σου μιλώ, για το βλέμμα που ανανεώνεται στο αυγινό φως 

και γίνεται καθάριος ουρανός, για την ερωτευμένη σου καρδιά που πάλλεται

από αιφνίδια κι από αμετρίαστα συναισθήματα.

Στα ουρανοθέμελα που διασταυρώνονται η ύλη και το πνεύμα των ανθρώπων και των άστρων γύρεψα να βρω την ταυτοπροσωπία μου

κι όταν βρέθηκα μπροστά στη δική σου θέαση αποφάσισα πάραυτα

να πράξω εκείνο που λιμπιζόμουν πάντα. Δώσε μου μόνο μιαν υπόσχεση…

Τι όμορφη που είσαι! 

Τώρα πια, έχω αποκτήσει αξία κι υπόσταση 

γιατί υπάρχει χαραγμένο στο νου μου το δικό σου απολλώνιο πρότυπο. 

Μέλι στ’ ανθισμένα κρίνα κύλισε από τα κοραλλένια χείλη σου 

που ‘ναι κόκκινα  σαν το αίμα κι ένθερμα σαν το κάμα του καλοκαιριού.

Εγώ σ’ ακολουθώ κι εσύ, σαν το κρυσταλλένιο νερό που αναδύεται 

από τα έγκατα της γης, εγκωμιάζεις μιαν πρωτόβγαλτη κι ανεξάσκητη άνοιξη.

 

Ένα λουλούδι άνθισε στη δροσεράδα του κήπου μου κι ανήγγειλε 

τον εξάγγελο της εξεγερμένης νιότης σου. Κι είναι πλέον απόλυτα κατανοητό κι αναγνωρίσιμο: στην ακαθόριστη κίνηση των γεγονότων, 

στο χρόνο που κυλά με τον ίδιο ρυθμό προς μια μοναδική κατεύθυνση,

ότι κι αν παρακμάσει στο σώμα μου μπορεί κάλλιστα ν’ απογίνει 

πύρινη λαίλαπα στην ψυχή μου!

Θα υπογραμμίσω τα γράμματα, τις λέξεις και τα νοήματα,

για να εκθειάσω την τελειομανία της πλάσης που σμίλεψε τ’ ακριβά σου μάτια!

Κι θα ‘μαι πάντα σ’ ετοιμότητα να εντοπίσω ότι πιο ευρηματικό και γόνιμο θα φανερωθεί στη μαγεία που εκπέμπει το γλαυκό σου βλέμμα.

Στο βαθύ ωκεανό του θεϊκού σου κάλλους θα κατοπτεύσω 

τα μαργαριτοφόρα στρείδια, τα άδολα αγαθά της άμεμπτης κι άπλετης ελευθερίας σου, τ’ αρίφνητα πλούτη της ψυχής σου!

Όταν χαμογελάς, χαμογελούν μαζί κι οι ανοιχτοί ορίζοντες

με κείνη την εξεζητημένη ηδύτητα, με τη ζωτικότητα

και με τη θελκτική δύναμη που ξεπερνά κάθε εμπειρική γνώση,

που αλλάζει εμπεριστατωμένα κι αποτελεσματικά την κοινωνική ολότητα,

το χαρακτήρα και τη μορφή των ομοφρόνων ζηλωτών,

την ηθική συνείδηση των ενάρετων ανθρώπων που έχουν αφιερωθεί 

στη δική σου δόξα!

 

Σε κοιτώ στα μάτια… Η θλίψη μου αθωώνεται 

κι ένα παράφορο σαγήνευμα διεισδύει απολέμητο στο άλικο αίμα 

της καρδιάς μου.

Τώρα πια ξέρω που θα βρω τον εξαγνισμό, την αποκατάσταση

και την απελευθέρωση, αφού έχω εντοπίσει το υπέρλαμπρο άστρο σου

στον περιαυγή κι ευοίωνο ουρανό μου,…

 

_

γράφει ο Γεώργιος Μπίμης