Εσύ με πέταξες στην ποίηση

εσύ μου φόρεσες το παρελθόν

να νικάω τις λέξεις να σκεβρώνω τις έξεις

να ματώνω με σκέψεις

να πλαγιάζω με παύσεις να διαβάζω οράσεις

να μαστιγώνω αιτίες ν’ αχρηστεύω φιλίες.

Το πεθαμένο μου εγώ ξεσκέπασε την ώρα

που θ’ αναπνεύσει η ζωή με του θανάτου την μορφή

το λυτρωμένο μου εγώ αναίρεσε την ώρα

που θα προβάρει η σκιά την βιβλική της φορεσιά

το αναστημένο μου εγώ ματαίωσε την ώρα

που θα πετάξει ο θάνατος τα ψεύτικα κλειδιά

που θα λυγίσει άφευκτα τα αιώνια δεσμά.

Κυκλωμένες ευθείες πλαστουργούν την χαρά μου

εγχαράσσουν με χρείες τα παλιά είδωλά μου

παρεισφρύουν στις λέξεις παρωδούν την δουλειά μου.

 

_

γράφει η Βασιλική Κουτσανδριά