Ευλογημένη βροχή

22.10.2020

Βρέχει!

Ψιλές, πυκνές ψιχάλες που, στο συναπάντημά τους με τα φώτα, στα αδηφάγα μάτια μου πάνω στο ιδρωμένο τζάμι, φαντάζουν χρυσαλίδες… Άκρως εκνευριστικές! Χάθηκε να ’ναι απόγευμα; Χάθηκε να ’ναι Κυριακή; Να χουχουλιάζω στα ζεστά, πίσω από τεράστιες τζαμαρίες με διάφανη ορατότητα; Αυτή η αγαπημένη μου βροχή, είτε παρουσιάζεται χρυσή στο βλέμμα μου, είτε ασημένια.

Τώρα! Εννιά το βράδυ, καταπονημένη μετά από ένα οκτάωρο εργασίας, κρέμομαι από μια χειρολαβή, φορτωμένη. Νεαρή είμαι και ανυπόμονη. Ποθώ να φτάσω στο σπίτι το συντομότερο και ύστερα από ένα καυτό μπάνιο να απολαύσω λίγη ξεκούραση.

Βρέχει και έχει κίνηση. Αυτό το σβησμένο φανάρι μάλλον θα ευθύνεται, σα να ξεκολλήσαμε λιγάκι. Επιτέλους, φλερτάρουμε από τα δεξιά το Χίλτον, στρίβουμε στη Βασιλίσσης Σοφίας, που ξεδιπλώνεται, προς μεγάλη μου έκπληξη, σκοτεινή και ολομόναχη, πρόωρα εγκαταλειμμένη απ’ τους υπεράριθμους εραστές της. Θα κατέβω στην πρώτη στάση, ν’ αλλάξω συγκοινωνία. Προσπαθώ να συντονιστώ, συνάμα να ισορροπήσω, να σηκώσω στο ένα χέρι μου τα βάρη ώστε να έχω την ομπρέλα πρόχειρη στο άλλο. Το όχημα ακινητοποιείται, πανέτοιμη και σε εγρήγορση θα βυθιστώ στη βροχή που έχει στο μεταξύ δυναμώσει αισθητά. Κατεβαίνω, ανοίγοντας ταυτόχρονα με τον αυτοματισμό την ομπρέλα και… Ω, τι άτυχη συγκυρία! Το επόμενο λεωφορείο μου, στο αντίθετο ρεύμα πλησιάζει επικίνδυνα στη στάση μα εγώ πάση θυσία θα γίνω επιβάτης του! Ανακόπτω βιαστικά την πορεία του τρόλεϊ στο ρεύμα μου και να μαι στο μεσοδιάζωμα. Δεν έχω καιρό για σκέψεις! Μια σύντομη μισή φευγαλέα εντελώς ματιά, σα να ’ναι η εξασφάλιση της ζωής μου το πλέον περιττό και… φούρια φούρια ξεχύνομαι στο δρόμο. Στριγγλιές απ’ το απότομο φρενάρισμα, ξαφνιασμένα τα ουρλιαχτά και παρατεταμένη η κόρνα συνταράζουν την πόλη των Αθηνών, σπάζουν τη μονοτονία της νεροποντής και… μπαπ! 

«Αχ, κορίτσι μου, τι μου ’κανες απόψε!»

Παράπονο και ανησυχία, διάχυτη, στα λόγια του ευγενικού οδηγού. Ε ναι, συμβαίνουνε και θαύματα, δεν είναι όλοι ευέξαπτοι ή ανάγωγοι! 

Ο πόνος μού διαπερνάει το αριστερό μου γόνατο και καλπάζοντας χτυπάει στα μηνίγγια. Ένα αχ ξεφεύγει από τα ματωμένα χείλη μου πέφτοντας, ο αγκώνας μου ξεσκίζεται, ομπρέλα, ψώνια, εκσφενδονίζονται στην άσφαλτο. 

Η ευκαιρία σου, Βασίλισσα Σοφία μου, να ξεπλυθείς στις σκόνες μου, να ξεβγαλθείς στο μέλι και το γάλα μου. 

Τι ήταν αυτό που με χτύπησε και από πού ξεφύτρωσε; Δεν ήμουν η απόλυτη κυρίαρχος του δρόμου; Μάνα, πατέρας, αδελφός… εικόνα ανάκατη συγκεχυμένη στο μυαλό μου. Μία στιγμή, πόσο αρκετή για να τους έρθει κατακέφαλα το στερέωμα! 

Μα! Να πάω και από… Φίατ; Ετών δεκαεννιά; Κρίμα, μωρέ, και άδικο! Ας ήταν B.M.W. τουλάχιστον! Τούτη την ύστατη ώρα, ας ζήσω και κάτι σημαντικό! Μου το χρωστάει εξάλλου η σύντομη ζωή μου! 

Τα γυαλιά μου! Ευτυχώς, δε σπάσανε. Πού πήγε το ρολόι, ο χρόνος μού είναι πολύτιμος. Ψεύτικη και αυτή η ομπρέλα, διαλύθηκε με μια κατραπακιά!

Μα τι κάνω, Θεέ μου, σκέφτομαι! Σε ευχαριστώ, υπάρχω! Ακόμα ζω! Και εσείς, καλέ μου κύριε, ηρεμήστε και συγχωρήστε με! Δε βλέπετε, είμαι όρθια! Μούσκεψα μόνο, μούσκεψα, από την ευλογημένη υπέροχη βροχή. Γιατίιι… αν υπήρχε μεγαλύτερο περιθώριο ταχύτητας απόψε, ή αν τα αντανακλαστικά σας δεν αντιδρούσαν άμεσα, χμ… Ας το αφήσουμε καλύτερα, δε συμφωνείτε;

 

_

γράφει η Φωτεινή Αζαμοπούλου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Υπολείμματα χαράς

Υπολείμματα χαράς

Περπατάς στην παραλία. Είναι ξεκούραση για το μάτι και για την ψυχή η θάλασσα κι ο ουρανός που αγκαλιάζονται κι ας είσαι δίπλα στην πόλη που αγκομαχάει τους πόνους της. Βήματα που τά ’χεις ξανακάνει φορές ατέλειωτες. Άμμος και πάλι άμμος και βότσαλα και κράσπεδα από...

Βανίλια

Βανίλια

Μια πόρτα άνοιξε πίσω της. Ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του να απλώνεται στο χώρο. Άκουσε την παλιά ψάθινη καρέκλα να τρίζει. Η αναπνοή της έμεινε να αφουγκράζεται. Ένα σούρσιμο κι ένα απαλό ρυθμικό χτύπημα των δακτύλων του στο τραπέζι. Έκανε να κινηθεί, μα τα πόδια της δεν...

Μελέκ

Μελέκ

Έκατσε στο παγκάκι αναστενάζοντας με ανακούφιση. Τα πόδια του δεν συνεργάζονταν όπως άλλοτε αλλά σήμερα του έκαναν το χατήρι να τον πάνε μέχρι τη θάλασσα. Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν πρωτοείδε εκείνη την κοπέλα. Χάθηκε τόσο στο μπλε των ματιών της που απ’ την...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου