Select Page

Η αιχμή του γήρατος, της Μάχης Τζουγανάκη

Η αιχμή του γήρατος, της Μάχης Τζουγανάκη

 

 

«10 και 5, 15, και αν προσθέσω και το 20 πάμε στο 35 και μείον 2, 33 και άλλα 8, 41. Σίγουρα 41; Την προηγούμενη φορά ήταν 43; Δε θυμάμαι. Πάμε πάλι από την αρχή» μονολογούσε ο Κ. Αποστόλης περπατώντας

«Θα πάρω το λεωφορείο με το νούμερο 430. Κοίτα να δεις έχει το 43 σαν το νούμερο που βρήκα πριν. Ή μήπως δεν το βρήκα πριν; Ήταν πιο πριν. Μοιάζει με εκείνο το σταυρόλεξο. Τι είχε το 43 καθέτως; 43 καθέτως; Υπάρχει 43 καθέτως; Πόσο μεγάλο ήταν το σταυρόλεξο; Εφημερίδας ή περιοδικού; Μπα θα ήταν το 4 και το 3. Ή το 4 και το 1. Το λεωφορείο πάντως είναι το 340. Είμαι σίγουρος» συνέχισε τις σκέψεις του

Περπατούσε με πολύ γρήγορο βήμα. Φορούσε ένα καφέ παλτό και ένα μπλε πουλόβερ. Το παντελόνι του ήταν κοτλέ όπως του αρέσει και τα παπούτσια του γυαλιστερά. Στη στάση του λεωφορείου σταμάτησε με απότομο φρενάρισμα πέφτοντας πάνω σε μια ηλικιωμένη κυρία.

- «Πού πάτε κύριέ μου!!» φωνάζει θυμωμένα η κ. Ευτέρπη που περίμενε ώρες και ώρες να φανεί το λεωφορείο με τον αριθμό 550 για να πάει στην κόρη της.

- «Εσύ πού πας και πέφτεις πάνω μου!» της είπε εκνευρισμένος και συνέχισε να περπατάει αφήνοντας τη στάση πίσω του και την κ. Ευτέρπη αναψοκοκκινισμένη να μιλάει ακατάπαυστα κουνώντας τα χέρια της

 

«Πάμε πάλι, αφαιρώ από το 10 το 7 και έχω το 3 και προσθέτω το 2 και πάμε στο 5 μαζί και άλλα 10 πάμε στο 15 και τώρα βάζω 2…όχι- όχι 3 και πάω στο 17 ..ή στο 18; Τελικά τι έβαλα;» αναρωτιέται πιέζοντας τα χέρια του στις τσέπες πού ήταν έτοιμες να τρυπήσουν!

Ο κ. Αποστόλης συνέχισε τις πράξεις όπως του μάθαινε τόσο καιρό ο Κώστας. Και με σίγουρο βήμα υψηλής ταχύτητας έφτασε στην επόμενη στάση. Αυτή τη φορά κοντοστάθηκε και κοίταξε το δρόμο. Τότε ένα λεωφορείο σταμάτησε. Ο οδηγός άνοιξε τις πόρτες, και καθώς κατέβαινε ο κόσμος, ανέβηκε και εκείνος σπρώχνοντάς τους από εδώ κι από εκεί.

Γέλασε με την επιτυχία του, καλησπέρισε το μηχάνημα για τα εισιτήρια και κάθισε με φόρα σε μία μονή καρέκλα κοιτάζοντας από το παράθυρο. Όταν το λεωφορείο ξεκίνησε, ο κ. Αποστόλης άρχιζε να αχνίζει με την αναπνοή του το τζάμι. Έγραφε συνεχώς νούμερα και νούμερα κάνοντας τα απέναντι καθίσματα να τον παρατηρούν όλα. Άλλοι γελούσαν και άλλοι τον δείχνανε.

«Νάτο το 1. Και ο φίλος μας το 43. Το θυμήθηκα! 43. Και 17. Ναι 17 σίγουρα. Και το λεωφορείο είναι το 417. Όχι είναι το 430. Ή μήπως το 340;» σκεφτόταν κάνοντας μουντζούρες με τα χέρια του στο τζάμι εκνευρισμένος

- «Ποιο λεωφορείο είναι αυτό;» είπε απότομα στον μπροστινό του τραβώντας τον από το πουκάμισο

- «Μάζεψε τα χέρια σου από πάνω μου γέρο!» του είπε θυμωμένα ο καλοντυμένος νεαρός

- «Ο Μανώλης μου είσαι;» του είπε και τον έπιασε πάλι από το πουκάμισο απαλά

- «Γέρο ξεκόλλα! Και άσε μου το πουκάμισο!» είπε ο νεαρός και έφυγε από την καρέκλα που καθόταν

- «Τον είδες; Μα τον είδες; Τι του έκανα; Ούτε να τον αγγίζω δε θέλει πια. Τότε που τον ξεσκάτιζα καλά ήταν ε;» είπε κοιτάζοντας στον αέρα χτυπώντας το ένα του χέρι νευρικά στο γόνατο.

Μία κυρία στα πίσω καθίσματα τον κοίταζε επίμονα. Στην αρχή ήταν πολύ ενοχλημένη με την άφιξή του και βουτήχτηκε στην εφημερίδα της χωρίς να σηκώνει βλέφαρο. Μα λίγο αργότερα, έκλεισε απότομα την εφημερίδα και έμεινε να τον κοιτάζει. Λίγες στάσεις μετά, αφότου έκανε μια σύντομη συνομιλία στο τηλέφωνο, αποφάσισε να κάτσει δίπλα του.

-«Έτσι είναι. Ξενυχτάγαμε όταν πόναγε η κοιλιά του, όταν ανέβαζε πυρετό. Και τώρα άσε με   γέρο! Άκου γέρο τον πατέρα του! Πατέρα ρε!!! Πατέρα!!!» είπε και φώναζε θυμωμένα

- « Μη στεναχωριέσαι! Έτσι είναι και η κόρη μου!» του είπε στοργικά

Ο κ. Αποστόλης γύρισε και την κοίταξε με το έντονο γαλάζιο του βλέμμα που σχεδόν τη μούδιασε. Δεν της απάντησε. Γύρισε ξανά μπροστά και σιώπησε συνεχίζοντας να κάνει σχέδια στο τζάμι

- «Θέλεις να κατεβούμε μαζί στη στάση;» του είπε ακουμπώντας τον μαλακά στην πλάτη

Ο κ. Αποστόλης τινάχτηκε μόλις τον ακούμπησε και πήγε πιο μπροστά το σώμα του.

«11 και 2, 13 και ένα 14. Δεν την ξέρω Κώστα. 14 και 4 είναι 18 και το λεωφορείο είναι το 418. Όχι είναι το 43. Όχι είναι το 430. Πρέπει να είναι το 430. Δεν την ξέρω» σκεφτόταν χτυπώντας νευρικά τα πόδια του στο πάτωμα του λεωφορείου

- «Πήραμε το ίδιο λεωφορείο και κατεβαίνουμε στο ίδιο σημείο για αυτό στο λέω μην τρομάζεις δα κοτζάμ παλληκάρι! Δε με ξέρεις. Είμαι η Ευτέρπη. Πάω να δω την κόρη μου και τα εγγόνια μου. Να, κοίτα τους έφτιαξα και σπανακόπιτα. Σου αρέσει η σπανακόπιτα;» του είπε απαλά και άνοιξε το τάπερ

Ο κ. Αποστόλης γύρισε και πάλι απότομα προς τη μεριά της. Είδε την πίτα μέσα στο ανοιχτό τάπερ και άρπαξε ένα κομμάτι. Νευρικά και απότομα άρχισε να τρώει το κομμάτι. Η κ. Ευτέρπη χαμογέλασε.

- «Νόστιμη ε; Η μαμά μου, μου την είχε μάθει. Μόνο που κουράστηκαν τα χέρια μου βρε Αποστόλη και δεν ανοίγω καλά το φύλλο…συμπάθα με αν δεν το βρίσκεις πολύ λεπτό» του είπε με χαμόγελο

Το λεωφορείο ετοιμαζόταν να σταματήσει. Τότε η κ. Ευτέρπη σηκώθηκε ήρεμα, τον έπιασε από το μπράτσο και του είπε

- «Φτάσαμε Αποστόλη μου. Έλα, σε περιμένει και ο φίλος σου ο Κώστας στη στάση » του είπε ήρεμα

Ο κ. Αποστόλης, σηκώθηκε αργά και την κοίταξε βαθειά στα μάτια και της χαμογέλασε ανακουφισμένος. Κατεβήκαν στη στάση και η κ. Ευτέρπη τον κρατούσε γερά από το χέρι της. Στη στάση περίμενε ένας νεαρός με αγωνία. Όταν είδε τον κ. Αποστόλη ήρθε κοντά του, τον έπιασε από το χέρι και του χάιδεψε την πλάτη

- « Α….με το 430 ήρθες ε;» του είπε γλυκά και συνέχισε «Μπράβο Αποστόλη, είδες πόσο καλά τα πας;»

Ύστερα, έδωσε το χέρι στην κ. Ευτέρπη, της είπε σιγανά «Σε ευχαριστώ» και έφυγαν και οι 2 με ένα αυτοκίνητο. Η κ. Ευτέρπη βουρκωμένη κάθισε πάλι στη στάση περιμένοντας το επόμενο 550. Ξαναπήρε την εφημερίδα στα χέρια της και κοίταξε τη φωτογραφία.

«Amber Alert. Εξαφανίστηκε ηλικιωμένος ετών 75 που πάσχει από alzheimer. Ονομάζεται Αποστόλης Στεργίου και την ημέρα που εξαφανίστηκε φορούσε ένα καφέ κοτλέ παντελόνι, καφέ γυαλιστερά παπούτσια, μπλε πουλόβερ και ένα καφέ παλτό. Η κατάσταση της υγείας του είναι σοβαρή για αυτό όποιος τον δει….»

- «Να…να τι σε περιμένει στην αιχμή…» είπε πληγωμένη και πέταξε την εφημερίδα στα σκουπίδια

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Δυσκολεύομαι να σχολιάσω κι ας έχω βιώσει και βιώνω μια παρόμοια κατάσταση …. ίσως γι αυτο να δυσκολεύομαι … πάντως δεν δυσκολεύομαι να νιώσω Μάχη!!Συγχαρητήρια!!!!!!!

    Απάντηση
    • Μάχη Τζουγανάκη

      Σας ευχαριστώ πολύ…

      Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σε μια γιαγιά που είχα την τύχη να αποκτήσω σα φόρεσα τη βέρα στο δεξί και που δυστυχώς και η δική της η αιχμή… της πάγωσε το χρόνο και τις λέξεις…

      Καταλαβαίνω τη δυσκολία σας ..

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος