Έχω φτάσει στα 60 μου. Ήμουν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Είχα τη δουλειά μου, το σπίτι μου, τη γυναίκα που λάτρεψα από νέος. Περνούσα καλά, μέχρι που άρχισε η λεγόμενη κρίση στη χώρα μου. Κι όπως λέει ο φιλόσοφος λαός μας, «ενός κακού, μύρια έπονται». Ξεκίνησε με την αρρώστια της Ελένης μου, μέχρι που μ’ εγκατέλειψε για πάντα, χωρίς να το θέλει κι εκείνη. Το πάλεψε, το παλέψαμε, αλλά… Χαλάλι της όσα ξοδέψαμε, μήπως και σωθεί… Δεν κατάφερα τίποτα. Και λίγο πριν συνταξιοδοτηθώ, ήρθε και το κλείσιμο της επιχείρησης που δούλευα. Πού θα έβρισκα δουλειά στην ηλικία αυτή; Έχασα σπίτι, έχασα φίλους, έχασα τα πάντα.

Άρχισα να κοιμάμαι σε παγκάκια, να ζητιανεύω για ένα πιάτο φαΐ. Δεν άντεξα πολύ. Έτσι πήρα το δρόμο, χωρίς να ορίζω και να καταλάβω τα βήματά μου που με οδήγησαν στον Σταθμό. Από κει περνούν κάθε πέντε με εφτά λεπτά κι ένα τρένο. Κάποιο θα με απαλλάξει από όλα αυτά που με βάραιναν και θα με πήγαιναν κοντά στην Ελένη μου.

Στάθηκα στη γέφυρα πάνω από το Σταθμό, κοιτάζοντας μαγνητισμένος τις ράγες που λαμποκοπούσαν. Κόσμος πολύς. Γέροι, νέοι, άσπροι, μαύροι, λυπημένοι, χαρούμενοι, μόνοι και παρέες ή ομάδες, σκεπτικοί, κουρασμένοι, νυσταγμένοι ή και αδιάφοροι, ταλαιπωρημένοι και απορροφημένοι ο καθένας στο πρόβλημά του. Βαλίτσες, τσάντες, σάκκοι, άδεια χέρια σαν την ψυχή μου…

Έψαξα με το βλέμμα μου ένα σημείο από όπου δεν θα προκαλούσα την προσοχή κανενός, όταν στην απέναντι μεριά της γέφυρας είδα μια λεπτεπίλεπτη ονειρική φιγούρα.

«Πλάκα μου κάνει το μυαλό μου» σκέφτηκα και με βήματα προσεκτικά, χωρίς να με αντιληφθεί, πέρασα απέναντι κι άρχισα να την πλησιάζω, χωρίς να θέλω να την τρομάξω… Μπορεί να είναι η Ελένη μου και να με περιμένει…

Κι όμως, δεν είναι. Είναι ένα μελαχρινό κορίτσι, ντυμένο στα μαύρα, τα μαλλιά της πιασμένα σε χαμηλή αλογοουρά. Ακίνητη. Τα αδύνατα μαγουλά της χαρακώνουν δάκρυα, χωρίς κανένα σπασμό στο πρόσωπο, χωρίς να κινείται. Σαν οπτασία. Δεν ακούει, δεν βγάζει άχνα, σαν να είναι ήδη φευγάτη.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Πώς μου αλλάζει τα σχέδια τούτο δω το πλάσμα… Να πάω πάλι απέναντι, σαν να μην την είχα δει; Μπορώ; Τα πόδια μου έχουν καρφωθεί και δεν με υπακούν, δεν θέλουν να κάνουν βήμα. Να την πλησιάσω; Κι αν την τρομάξω; Να πάω τώρα που δεν ακούγεται το τρένο; Ναι, τώρα.

Την πιάνω δειλά από το χέρι. Δεν αντιδρά. Μένει εκεί, σαν να μην υπήρχε, σαν να είναι αποκύημα της φαντασίας μου. Της έσφιξα την παλάμη. Πάλι δεν αντιδρά. Στέκομαι δίπλα της. Δεν την κοιτάζω, δεν με κοιτάζει.

«Θα πηδήξουμε μαζί» σκέφτομαι. «Είναι ωραίο, μετά από τόσον καιρό, να κάνεις το ταξίδι σου και μάλιστα το τελευταίο, με μια τόσο όμορφη παρέα…»

Ακούγεται από μακρυά το τρένο. Σφυρίζει, σαν να ξέρει πως πρέπει να μας ειδοποιήσει για να ετοιμαστούμε.. Έχω καρφώσει το βλέμμα μου στις ράγες που γυαλίζουν και αστράφτουν. Η καρδιά μου έπαψε να χτυπά. Πάγωσα…

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Το μόνο που ξέρω, είναι πως κρατώ στην αγκαλιά μου αυτό το κορίτσι. Κι εκείνο έχει τρυπώσει σαν τρομαγμένο πουλάκι και τώρα κλαίει με αναφιλητά…
«Κλάψε, κλάψε, κοριτσάκι μου… Δεν έπρεπε εσύ να το κάνεις… Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου… Ό,τι και να σε πλήγωσε, ό,τι κι αν είναι αυτό που σε ανάγκασε να φτάσεις μέχρι εδώ, σε λίγο καιρό, θα δεις, θα είναι σαν μια κακιά ανάμνηση.»

Όσο της μιλούσα, τόσο έκλαιγε κι έτρεμε στην αγκαλιά μου. Αλήθεια, θα μπορούσε να είναι παιδί μου…
«Δεν σου αξίζει, κορίτσι μου… Δεν σου αξίζει… Αλήθεια, πως σε λένε;»

«Ελένη… Ελένη με λένε και σας ευχαριστώ… Έχουμε τόσα να πούμε… Σας χρωστάω τη ζωή μου…»

«Όχι, Ελένη μου, όχι. Δεν μου χρωστάς… Κανείς μας δεν χρωστάει… Κανείς, Ελένη μου…»

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!