rain_love_b

Του βελουδένιου δέρματός σου την υφή,
σαν σου 'πιασα το χέρι,
μια κρύα νύχτα, βροχερή,
ποτέ δεν θα ξεχάσω.
Ήσουν πεσμένη καταγής.
Το γλίστρημα που σου 'λαχε,
δεν μπόρεσες να αποφύγεις.
Κι εγώ,
σαν μία δύναμη να μ’ έσπρωχνε
με ευλάβεια κοντά σου,
το χέρι μου έτεινα, να πιάσω το δικό σου.
Πεσμένη εκεί, μες στη βροχή,
λουλούδι σπάνιο που το νερό ποτίζει.
Σηκώθηκες περήφανη, μα και με ευγνωμοσύνη.
Πριγκίπισσα σ’ έχρισα μεμιάς,
με έχρισες ιππότη.
Ο Έρωτας έπαιζε βιολί,
και με ακρίβεια στόχευε τα βέλη του
στο κέντρο των καρδιών μας.
Και του ανέμου, μανιασμένη η βοή,
κρύα και παγωμένη.
Πιστή παρέα πάντοτε η φύση,
στις ξαφνικές τις συναντήσεις,
που Έρωτες όμοιους με Γίγαντες,
γεννούν.
Μόνοι μας τελείως,
σε τόσο κόσμο μέσα.
Χαθήκαμε και οι δύο,
σ’ ένα ταξίδι, που μόλις είχε ξεκινήσει.
Κοιτάζοντας μονάχα,
ο ένας του άλλου τη μορφή,
με το χαμόγελο του πάθους,
στα πρόσωπά μας φορεμένο.
Τα πιο ωραία λόγια ειπώθηκαν με θέρμη,
χωρίς κανένας απ’ τους δυο,
το στόμα του να ανοίξει.
Και σαν νεράιδα ήρθε η Άνοιξη,
στο μέσον του Χειμώνα.
Εγώ εδώ κι εσύ εκεί,
σαν μια αιώνια στιγμή,
που δεν χωράει σε εικόνα.

 

_

γράφει ο Ιωάννης Γιαννόπουλος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!