Select Page

Η διαφήμιση

Η διαφήμιση

 

«Καλημέρα σας. Παρακαλώ θα μπορούσα να μιλήσω με την οικοδέσποινα, την κυρία Τσιρίδου;»
«Γιατί, μ’ εμάς τους οικοδεσπότες δεν κάνει να μιλήσετε;»
«Μα αστειεύεστε; Και βέβαια μπορώ. Το θέμα μου όμως είναι αν αυτά που έχω να πω ενδιαφέρουν εσάς κύριε… κύριε…»
«Τσιρίδης Μάριος δεσποινίς μου και στην διάθεσή σας».
«Χαίρω πολύ. Κοίταξε τώρα σύμπτωση. Κύριε Μάριε, εμένα με λένε Μαρία».
«Σύμπτωση μεν δεσποινίς μου αλλά και τα ονόματά μας είναι από τα πιο συνηθισμένα του ορθόδοξου εορτολογίου, δεν βρίσκετε;…»
«Λοιπόν κύριε Μάριε;…»
«Λοιπόν Μαρία; Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;»
«Σε πολλά κύριε. Αρκεί να το θέλετε, γιατί, για να μπορείτε δεν τίθεται θέμα. Είναι απλό. Ανοίγετε το πορτοφόλι σας στην περίπτωση που η κυρία οικοδέσποινα δεν έχει δικό της, της δίνετε ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, εκείνη το δίνει σ’ εμάς και μείς της παραδίδουμε το ΤHΓΑΝΙ των ονείρων της, να σας κάνει ομελέτες ονειρεμένες, πατάτες τραγανιστές και κεφτεδάκια που πιο όμορφα μαγειρεμένα δεν έχετε δοκιμάσει ποτέ…»
«Ξέρω, ξέρω, του ονείρου, έτσι Μαρία; Ούτως ή άλλως όμως, με ή χωρίς, το μαγικό σου τηγάνι αυτά τα λαχταριστά σου εδέσματα μόνο στο όνειρό μου τα βλέπω πια και τα αναπολώ σαν συνέχεια μιας μακρινής μακάριας εποχής που δυστυχώς στον… ξύπνιο μου είναι απολύτως απαγορευτικά να τα γευτώ πια. . . Ολίγη χοληστερίνη, ολίγη ουρία, ολίγον σάκχαρο… να συνεχίσω;…»
«Όχι, μη σας βάζω σε κόπο. Πείτε μου μόνο με μια λέξη, τι ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ, από τη λίστα των αιματολογικών εξετάσεων για να συντομεύουμε και να σας δώσω το κατάλληλο για την περίπτωσή σας σκεύος υγιούς μαγειρέματος».
«Μα Μαρία μου η οικοδέσποινα φρόντισε το σπίτι μας να έχει τα πάντα».
«Τα πάντα μπορεί. Πείτε μου όμως γλυκέ μου κύριε Μάριε από τα δικά μας σκεύη έχει; Αμ δεν έχει. Και είναι αυτά τα δικά μας που κάνουν τη διαφορά. Π.χ. να σας δώσω το ειδικό κατσαρολάκι για λαπά, βραστές πατατούλες και κολοκυθάκια, να τα τρώτε και να μην τα αλλάζετε με τις πιο απαγορευμένες και λαχταριστές λιχουδιές του μακρινού, όπως αντιλαμβάνομαι, παρελθόντος σας… Τα δε μπρίκια μας για το αφέψημά σας όπως το χαμομήλι και το φασκόμηλο, σάς προσφέρουν τέτοια ευωχία, συγκρίσιμη μόνο με το νέκταρ των Αρχαίων Ελλήνων Θεών, ή έστω όσων εξ’ αυτών δεν αρέσκονταν στο αλκοόλ. Φημολογείται δε στους κόλπους της Εταιρείας μας, ότι την πατέντα κατασκευής τους την έχουν ανακαλύψει οι κατασκευαστές μας στα πανάρχαια χειρόγραφα ενός ερειπωμένου μοναστηριού των πρώτων Αιώνων μετά Χριστόν!!! Είπαν λοιπόν να ρισκάρουν και ω του θαύματος πέτυχαν αυτά τα θεαματικά αποτελέσματα. Σε μια δε υποσημείωση αυτών των χειρόγραφων αναφερόταν ότι και οι Αρχαίοι αυτοί μοναχοί την πατέντα την είχαν πάρει από προγόνους τους, η ρίζα των οποίων χάνονταν στα βάθη της θρησκευτικής ιστορίας του δωδεκάθεου. Ε, όσο να 'ναι κύριε Μάριε για να πίνει το φασκόμηλό του από ένα τέτοιο μπρίκι ολόκληρος Δίας μετά της παράξενης και δύστροπης συμβίας του της Ήρας, κάτι θα ήξερε περισσότερο ο Θεός. Σε συνέχεια της υποσημείωσης αναφέρονταν ότι και η Πυθία, τα μαγικά της βότανα εκεί μέσα τα έβραζε για να τα πιει και να δώσει τους έξυπνους χρησμούς της σ’ αυτούς που της τους ζητούσαν, με το αζημίωτο βέβαια…»
«Τς τς τς, τι μου λες βρε Μαρία μου δεν το ήξερα ότι αυτό το ευλογημένο χόρτο με το οποίο "τάιζε" η Πυθία τους ικέτες της βραζόταν σε τέτοιου είδους σκεύη. Να δεις πώς το έλεγαν, πώς το έλεγαν…, ναι το θυμήθηκα, "κουτόχορτο" τελείως όμως διαφορετικό από αυτό το δικό της που μασούσε, το πασίγνωστο "πονηρόχορτο"
Τι να σου πω κορίτσι μου με εντυπωσίασες στ’ αλήθεια. Δεν ξέρω. Θέλεις να ξαναπάρεις αύριο; Όχι πως είμαι σίγουρος για το αν θα είναι παρούσα η οικοδέσποινα, είναι τόσο απρόβλεπτη ως προς τις εμφανίσεις της αλλά, να, για να το σκεφτώ καλύτερα. Θύμισέ μού ποια κυρία μου είπες ότι σου την συνέστησε…»
«Μια πολύ φίλη της».
«Και σου είπε να της δώσεις τους χαιρετισμούς και την αγάπη της; Γιατί, είχε καιρό να τη δει;»
«Ω, όχι. Πριν κάτι μέρες την είχε δει στο ΚΑΠΗ της γειτονιάς σας, αλλά ξέρετε τώρα πώς είναι οι φίλες, ποτέ δεν χορταίνει η μία την άλλη…».
«Και πώς είπαμε πως τη λένε;»
«Κυρία Ελένη».
«Κατάλαβα, άλλο σπάνιο όνομα. Τι κάνει αυτή η ψυχή; Χρόνια και ζαμάνια έχω να τη δω… Ε, όχι κι έτσι κυρία Ελένη μας, θαρρείς και άνοιξε η γη και σε κατάπιε. Κούφια η ώρα που τ’ ακούει… Μα γιατί χάθηκε έτσι; να την ρωτήσεις αν την ξαναδείς».
«Τι να σας πω, Και εγώ λεπτομέρειες δε γνωρίζω. Τώρα θυμάμαι πως μου είχε ανοιχτεί αρκετά, αλλά εγώ δυστυχώς λόγω φόρτου εργασίας δε μπορούσα να πυκνώσω τις επαφές μας και χαθήκαμε…».
«Ώστε σου είπε να δώσεις χαιρετισμούς στη κολλητή της;
Άκου Μαρία, δεν θέλω να χάσεις πελάτη, μα η συμβία μου δεν μπορεί να αγοράσει τίποτα».
«Μα γιατί καλέ κύριε Μάριε; Για τσιγκούνης δεν μου ακούγεστε, για μερακλής το πιθανότερο. Γιατί να στερήσετε τόσο σ’ εκείνη όσο και στον εαυτό σας αυτή την απόλαυση που σας προτείνω, μια πρόταση μακροζωίας που σας προσφέρεται σε μια τέτοια προνομιακή τιμή για λόγους διαφημίσεως και γνωριμίας των σκευών μας;»
«Μακροζωίας, είπες Μαρία; Δηλαδή αυτά τα θαυματουργά σκεύη κάνουν και αυτό εκτός της απόλαυσης; Μα τότε αλλάζει. Κρίμα που η σύζυγος δεν μπορεί να ελπίζει ότι με την αγορά τους θα επιμηκύνει τη ζωή της. Κρίμα. Κομματάκι αργά ήρθες στη ζωή μας».
«ΠΟΤΕ δεν είναι αργά κύριε, ποτέ όμως».
«Αλήθεια το λες αυτό κορίτσι μου, αλήθεια; Τι να σου πω. Μου έφτιαξες τη μέρα. Θα περιμένω ανυπόμονα να ξαναπάρεις αύριο την ίδια ώρα έτσι; Και θα έχεις οπωσδήποτε απάντησή μου είτε θετική είτε αρνητική. Γεια σου κορίτσι μου, γεια σου…»
Ο Μάριος, άγνωστο για ποιον λόγο, μετά απ αυτό το τηλεφώνημα αισθάνθηκε λιγότερο μόνος και με αναπτερωμένο το πεσμένο ηθικό του. Δεν είναι και λίγο να σου τονίζει ένα νέο προφανώς κορίτσι, (αν έκρινε από τη φωνή της και τον τρόπο της εκφοράς του λόγου), ότι ποτέ δεν είναι αργά, ακόμη και για όλους τους Μάριους αυτής της ζωής που διάγουν ήδη την έβδομη δεκαετία της ζωής τους!!!
Περίεργο, μα την ένιωσε σαν πρόσωπο οικείο, σαν άνθρωπο δικό του που τού διέκοψε τη μοναξιά για να ανταλλάξουν απόψεις και κατ’ ουδέναν τρόπο να αλλάξουν χέρια τα χρήματά του. Για άγνωστη αιτία που ο Μάριος δεν ξέρει από πού πήγαζε, είχε την αίσθηση ότι ξαφνικά στον ανήλιαγο κόσμο του όρμησαν δέσμες ακτίνων ηλιακού φωτός που τύλιξαν με μια γλυκιά θαλπωρή το σκεβρωμένο και παραιτημένο κορμί του δίνοντάς του ζωντάνια. Και ξάφνου είχε την όρεξη να γελάσει, να τραγουδήσει ακόμη και να χορέψει, όχι τσάμικα και καλαματιανά, μα ένα απαλό μπλουζ με απαλή μουσική υπό το φως όχι του μισοσκόταδου ή του αμπαζούρ, μα υπό το φως ενός γελαστού ήλιου που έμπαινε ορμητικά από το ολάνοιχτο παράθυρό του και τον χάιδευε θαρρείς. Τη δροσιά δεν την ένιωθε, πρωινιάτικα - ήταν ακόμα Απρίλης - και υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε τώρα να καθόταν στην πολυθρόνα του με το aircondition αναμμένο γιατί για καλοριφέρ στην πολυκατοικία, δεν γινόταν κουβέντα με το πρόσχημα της κρίσης… Άνοιξη στη φύση, Άνοιξη και στην καρδιά του.
"Τι μου συνέβη Ύψιστε;" αναρωτήθηκε έκπληκτος, μια διαφήμιση ήταν όλη κι όλη όπως τόσες και τόσες που καθημερινά κατακλύζουν τα τηλέφωνά μας κινητά και ακίνητα. Καινούρια ήθη βλέπεις και σ’ αυτόν τον τομέα. Π.χ. κτυπά το τηλέφωνό σου μεσημεριάτικα, συνήθως την ώρα της σιέστας καλοκαίρι ας πούμε, σκασμένος εσύ από τη ζέστη και ακούς μια νεανική φωνή, ως επί το πλείστον, να σε ρωτά, με ένα ενδιαφέρον που ούτε ο εγγονός σου που σε λατρεύει δεν το εκδηλώνει έτσι, : ‘’Γεια σας. Τί κάνετε κύριε Τάδε (ξέρει και το όνομά σου ένδειξη ακόμη μιας οικειότητας. Τι άλλο ξέρει για σένα δεν ξέρουμε να σας πούμε.), είστε καλά; Πολύ χαίρομαι, αλήθεια σας λέω. ’’
Αστραπιαία σκέπτεσαι: "για να με ρωτά με τόσο ενδιαφέρον, κάποιος γιος φίλου θα είναι ή φίλος του εγγονού που ενδιαφέρθηκε για μένα". Και του πιάνεις ευγενικά την κουβέντα, ανταποδίδοντας την ευγένεια σαν καλός οπαδός του savoir vivre. Που σημαίνει ότι ο νέος πέτυχε στο πρώτο σκέλος του σκοπού του. Από δω και ύστερα, ακόμη και αν τον έχεις καταλάβει τον αληθινό σκοπό του, κάθεσαι και τον ακούς να σου πλασάρει το υπό πώληση προϊόν του με τέτοιο πάθος και ευγλωττία που απορείς πως και κάνει αυτή την άχαρη δουλειά ένας τόσο ευπροσήγορος νεαρός. (Και συ καημένε… Και πού να την βρει την καλύτερη δουλειά; Δεν λες που βρέθηκε και τούτη εδώ που Κύριος  οίδε τι διαβολοστέλματα εισπράττει την κάθε ημέρα από υποψήφιους πελάτες που δεν έχουν ούτε το ήθος ούτε την κατανόηση και την ευγένεια την δική σου. Μα γι’ αυτό και οι πλασιέ αυτοί, στο δικό σου το μικρό ποσοστό ευγενών ποντάρουν υπομένοντας. Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες, συγγνώμη για νέους ήθελα να πω). Και για όσο διάστημα κρατήσει το μεταξύ σας αλισβερίσι αποκτάς έναν απρόσμενο "φίλο" που η φιλία του, συνήθως, κρατά όσο και το αλισβερίσι, είτε το αγόρασες το προϊόν του, είτε όχι. Κι επειδή αληθινούς φίλους δεν έχεις και η μοναξιά σου όσο πάει και μεγαλώνει έτοιμη να κτυπήσει κόκκινο, αποκτάς αυτού του είδους τις "φιλίες". Γεμάτο το σπίτι σου από τού κόσμου τα άχρηστα πράγματα που αγοράζεις. Και όσο για τις τηλεφωνίες!... Εκεί να δεις. Ως που να κλείσεις ένα συμβόλαιο με μια εταιρεία, έρχεται καπάκι μια άλλη σου κάνει πιο δελεαστική προσφορά, σπάζεις το συμβόλαιο της προηγούμενης πληρώνοντας ένα πέναλτι, στην ουσία ισοφαρίζοντας την διαφορά! Αλλά είπαμε, σε δουλειά να βρισκόμαστε και να γεμίζουμε τα κενά της ζωής μας και αυτής άχρηστης για τους άλλους όπως τα αντικείμενα των τηλεφωνικών αγορών μας.
Με τούτο όμως το κορίτσι, δεν κύλησαν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Δεν ήταν μήτε τα νιάτα της που τα υποψιαζόταν, αν και καμιά φορά η φωνή σε ξεγελάει, δεν ήταν η ζεστασιά και η γλύκα της μόνο, ήταν η τσαχπινιά της που σε έκανε να ξεχνιέσαι και να μην θυμάσαι την ηλικία σου έχοντας την ψευδαίσθηση ενός διακριτικού φλερτ μεταξύ ενός… ώριμου κυρίου, πρόσεξε όχι ηλικιωμένου, αλλά να, μιας κάποιας ακαθόριστης ηλικίας, με ευχάριστο παρουσιαστικό και ασημένιους κροτάφους εκεί γύρω στα 63 άντε 66 ετών το πολύ και ας έχεις καβατζάρει όπως είπαμε τα εβδομήκοντα... Θεέ μου… Ένας ώριμος λοιπόν κύριος, γοητευτικός ακόμη, χάρις κυρίως στο ακόμη γοητευτικότερο περιεχόμενο ενός παχυλού πορτοφολιού. (σημ. να εξηγούμαστε. Περί τέτοιου κυρίου ομιλούμε, όχι περί ενός συνομηλίκου του και ιδίων σωματικών προσόντων μεν, αλλά κενού πορτοφολιού δε. Γιατί, αυτός ο δεύτερος είναι αμετακλήτως ΓΕΡΟΣ!!!).

Την επομένη, από το πρωί ο Μάριος σιγοτραγουδούσε μαγειρεύοντας φασολάδα με μπόλικο σέλινο και μπόλικα καρότα, πολυαγαπημένο φαγητό των μεγάλων ανθρώπων και παραδόξως μισητό από τους νέους (Χρήζει έρευνας το θέμα. Κατοχικό κατάλοιπο των μεν και υπερεπάρκειας αγαθών των δε; Είναι μια άποψη…).
Το ραδιόφωνο στην κουζίνα, απορώντας κατά πώς φαίνεται για το πώς και το θυμήθηκε ο Μάριος μετά τα τόσα χρόνια που είχε να το ανοίξει, αρνήθηκε να πάρει μπρος. Ένα μακρόσυρτο γκρρρρ… και παράσιτα να σου τρελαίνουν τα αφτιά ακούστηκαν και ο Μάριος έσπευσε να το κλείσει χωρίς να νευριάσει, λέγοντας: "Καλά γρουσούζικο, δεν θέλεις να τραγουδήσουμε μαζί; Ωραία, δεν τραγουδάμε. Τραγουδάω και μόνος μου…"
Ντρν, Ντρν. Το τηλέφωνο να ήταν ή το κουδούνι της εξώπορτας; Τον ίδιο ήχο έχουν. Ξανά μανά: ντρν… ντρν… κι αυτή τη φορά συνεχές και επίμονο.
«Ναι;»
«Ο κύριος Μάριος τάδε; Τι κάνετε κύριε; Είστε καλά;»
«Εγώ καλούτσικα είμαι, εσείς ποιος είστε;»
«Λέγομαι Αριστόλαος Περβέγκης και σας πήρα να σας πληροφορήσω ότι μεταξύ των εκατοντάδων πελατών μας επιλεχθήκατε εσείς για να πάρετε το μηνιαίο δώρο μας, προσφορά της εταιρείας μας που…»
«Που είναι ποιό αγαπητέ κύριε Περβέγκη;», τον διέκοψε ο Μάριος.
«Το δώρο σας είναι ένα σερβίτσιο του φαγητού κομπλέ που…»
« Και ποια η δική μου υποχρέωση για να το αποκτήσω;», τον ξανά διέκοψε ο Μάριος.
«Κάτι το πολύ απλό κύριε. Να έρθουμε στο σπίτι σας, με λίγους φίλους σας καλεσμένους να κάνουμε μια μικρή επίδειξη της απίστευτης ηλεκτρικής σκούπας μας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν έχει ακόμη κυκλοφορήσει στο εμπόριο. Α’ βραβείο ευρεσιτεχνίας για τον χρόνο που διάγουμε. Είναι τελείως αθόρυβη και με μηδέν ηλεκτρική κατανάλωση και θα σας εξηγήσουμε πώς επιτυγχάνεται αυτό το απίστευτο θαύμα, εν μέσω κρίσεως οικονομικής. Και… και… και… Τί να σας πω. Θα τη δείτε και δεν θα πιστεύετε».
Πέρασαν ακόμη 10 λεπτά περιγράφοντας την μαγική ηλεκτρική σκούπα.
«Και δεν μου λες νέε μου και ποιος είναι αυτός που θα σκουπίζει; Γιατί ξέρεις εγώ…»
«Μα εδώ έγκειται η βράβευση της ευρεσιτεχνίας μας. Κινείται με τηλεκοντρόλ. Έχετε στα χέρια σας το κοντρόλ και την κατευθύνετε όπου εσείς θέλετε, καθισμένος στην πολυθρόνα σας, σαν να παίζετε. Αποφεύγει τα εμπόδια, πηγαίνει κάτω από κρεβάτια, πολυθρόνες, καναπέδες, καρέκλες…»
«Μισό λεπτό να σας διακόψω. Έχετε καμιά συγγένεια με το Λιακόπουλο;»
«Όχι, καμία. Γιατί ρωτάτε;»
«Ε, έναν συνειρμό να μην τον έκανα κι εγώ; Παρακαλώ, συνεχίστε. Έχω ευήκοα ώτα και υπομονή όπως βλέπετε. Πάντως ενδιαφέρουσα μου ακούγεται η σκούπα σας. Πάρτε με αύριο να σας πω».
Και με αυτόν τον τρόπο ο Μάριος είχε βρει έναν τρόπο, ένα υποκατάστατο κουβέντας, με έναν άνθρωπο, εκεί που δεν σταύρωνε λέξη με κανέναν από τους δικούς του που εδώ και καιρό τον είχανε γραμμένο!!!
Έτσι, άλλα πράγματα αγόραζε και τα έκανε δώρο, άλλα τα κρατούσε κάπου στο σπίτι του και τα ξεχνούσε ολότελα μην έχοντας κάνει καν τον κόπο να ανοίξει να δει τί είναι μέσα στην κούτα βρε αδερφέ. Και η πλάκα είναι ότι ενώ του ήταν παντελώς αδιάφορα, για να τα αγοράσει, είχε κάνει του κόσμου τα παζαρέματα θέλοντας ίσως να παρατείνει τον χρόνο της κουβέντας; Ποιός ξέρει. Αχ τι σκαρφίζεται η μοναξιά!...
Άλλες δε φορές, αφού είχε κάνει τα παζάρια του και ήταν έτοιμη η αγορά, ξαφνικά άλλαζε γνώμη και έλεγε όχι, για ν’ ακούσει αγενέστατες βρισιές (θαρρείς και υπάρχουν και βρισιές ευγενικές…).
Πλέον κρατούσε μιαν ατζέντα με ραντεβού, τηλεφωνικά βέβαια, και δίπλα την ώρα, το θέμα για το οποίο θα μιλούσαν με τον πωλητή. Και έκανε την πλάκα του και γέμιζε με μπιχλιμπίδια τα κενά ενός χρόνου που κυλούσε αργά αργά και αδιάφορα.
Και ήρθε η ώρα να πάρει η Μαρία.
Ντρν… ντρν… Από το κτύπημα και μόνο κατάλαβε ότι ήταν εκείνη.
«Ναι Μαρία…»
«Δεν είμαι η Μαρία κύριε, είμαι η Αφροδίτη αν δε σάς πειράζει».
«Και βέβαια με πειράζει».
«Δεν είστε ο κύριος Μάριος;»
«Είμαι».
«Δεν καταλαβαίνω. Η Μαρία μου είπε ότι είχατε ραντεβού και είπε να σας μιλήσω αντ’ εκείνης γιατί είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις και δεν μπορούσε να σας μιλήσει η ίδια».
Για πότε έφυγε η Άνοιξη, τόσο από τη φύση όσο και από το σπίτι του, και ένα ψιλόβροχο άρχισε να αφήνει δάκρυα στα τζάμια του παραθύρου του και στην καρδιά του. Για πότε εξαφανίστηκαν οι ηλιαχτίδες και έπιασε να κρυώνει και να θέλει να κλάψει φανερά και όχι όπως τώρα βουβά. Μπόρεσε μόνο να πει: «Καλά, δεν πειράζει. Ας με πάρει αύριο την ίδια ώρα ή τέλος πάντων οπόταν μπορεί. Δεν θέλω να σας προσβάλλω δεσποινίς, αλλά τις διαπραγματεύσεις που έκανα μ' εκείνη, δεν μπορώ να τις επαναλαμβάνω. Με καταλαβαίνετε ελπίζω».
«Πώς, πώς καταλαβαίνω», του απάντησε και ανάθεμα αν είχε καταλάβει τίποτα. Θαρρείς και θα αγόραζε κάτι το σπάνιο, που μόνο η Μαρία μπορούσε να το διαθέσει χωρίς να φαντάζεται ότι έπεσε διάνα που λένε, γιατί ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε ο Κύριος Μάριος. Αυτό το σπάνιο που μόνο η Μαρία μπορούσε όντως να τού διαθέσει (όχι να τού πουλήσει).
Έπιασαν τα χέρια του να τρέμουν και ένας κόμπος να τού πνίγει το λαιμό με μια διάθεση να κοιμηθεί, ενώ δεν είχαν περάσει παρά λίγα λεπτά από την ώρα που ξύπνησε από το μεσημεριάτικο υπνάκο του.
"Είμαι με τα καλά μου, ας ήξερα! Είμαι; Σαν τι περίμενα για το Θεό που πιστεύω; Αυτή είναι μια κοπελίτσα και εγώ ένα ραμολιμέντο. Αλλόκοτα όλα όσα μου συμβαίνουν και δεν καταλαβαίνω Χριστό" μουρμούριζε ξανά και ξανά, σπεύδοντας να φτιάξει έναν καφέ για να διώξει την αφύσικη υπνηλία που τόν κατέλαβε σαν αποτέλεσμα της έντονης απογοήτευσής του.
Έτσι του συνέβαινε πάντα από τότε που ήταν παιδί όταν στενοχωριόταν. Ήθελε να κοιμηθεί για να μη σκέπτεται το λόγο της στενοχώριας του, να μη σκέπτεται τίποτα, τίποτα… Μα όμως τώρα ήταν αλλιώς. Ο νέος τόν χρειάζεται τον ύπνο, ο γέρος όχι. Κοιμάται ελάχιστες ώρες και του είναι αρκετές. Έλα όμως που τώρα δεν άντεχε την πραγματικότητα του... ξύπνιου του, τώρα που η αυταπάτη του πήγε περίπατο, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά αλήθεια ότι γέρασε;
Δεν έριχνε το άδικο στην Μαρία. Αυτός ήταν ο πανηλίθιος που αφέθηκε έστω και για λίγο να φανταστεί ότι εκ του μακρόθεν και μέσω ασυρμάτου θα του ήταν επιτρεπτό να ονειρευτεί, σαν τον γέρο μπισμπίκη Χορν στο έργο "Τόπο στα νιάτα" που και τη ψυχή του στον διάβολο έδωσε, έστω και στον ύπνο του, για να αποκτήσει την χαμένη του νιότη. Ενώ τούτος εδώ, φερόταν σα νέος, χωρίς κανένας εξαποδώ να του ζητήσει αντάλλαγμα. Γίνονται μωρέ αυτά τα θαυμαστά έξω από τα παραμύθια;
Που να πάρει η ευχή να πάρει, πόσο σκληρό είναι για έναν άνθρωπο, ασχέτως φύλου, να ζει με αυταπάτες πια, όταν μια ζωή είχε μάθει να είναι ο πρώτος στην καρδιά εκείνου ή εκείνης που τον ενδιέφερε. Και τώρα, ακόμη και τα λίγα ψήγματα ζωής που του απέμειναν, δεχόντουσαν δυνατό ράπισμα υπενθύμισης ότι αυτό ήταν, πάει, ξόφλησε. Και το πιο περίεργο απ’ όλα είναι ότι οι σκέψεις αυτές δεν συμβάδιζαν με την φυσική του κατάσταση. Γιατί ήταν εμφανίσιμος ακόμη και το κυριότερο διόλου παροπλισμένος σαν άντρας. Μόνο ημερολογιακά ήταν όντως γέρος. Μόνον εκεί. Ακόμη μπορούσε να ερωτευθεί, να ψιθυρίσει λόγια αγάπης, να ακούει να του λένε "Σ΄ΑΓΑΠΏ" χωρίς να γίνεται γελοίος. Πώς να το κάνουμε, το είχε ανάγκη τώρα περισσότερο από ποτέ. Όχι γεροντικά σαλιαρίσματα και παλιμπαιδισμοί, όλα αυτά μακριά απ’ αυτόν.
Να γινόταν λέει και με διάταγμα και νόμο του Κράτους να απαγορευόταν να αναφέρεται κάπου η ηλικία του ανθρώπου, να μην την ήξερε ούτε ο ίδιος. Να ήταν τόσων χρόνων, όσο αισθανόταν και όσο άντεχε!!!…



***


Ο Μάριος ούτε την επομένη, ούτε τη μεθεπομένη βγήκε να πάει είτε στο σούπερ μάρκετ, είτε στο φαρμακείο να πάρει τα φάρμακά του που τού τελείωσαν και να τού μετρήσουν επί τη ευκαιρία και την πίεση. Και αυτό, από φόβο μη και πάρει η Μαρία τηλέφωνο και δεν τόν βρει.
Η εβδομάδα στο τέλος της και η Μαρία έχοντάς τον καταφανώς ξεχάσει ολότελα, τον έκανε με την σιωπή της να συνειδητοποιήσει πλήρως την κατάσταση και κάπως να συνέλθει, να δει πώς έχει η πραγματικότητα, και να ηρεμήσει. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σκληρό να σού σκοτώνουν τα όποια όνειρα τόλμησες να κάνεις κάποιο πρωινό τ’ Απρίλη ακούγοντας μια φωνή ζεστή και οικεία από το τηλέφωνο.
Και ενώ δεν την περίμενε πια, από το κτύπημα του τηλεφώνου κιόλας ήξερε ότι ήταν εκείνη - αν είναι ποτέ δυνατόν…
«Γεια σας κύριε Μάριε. Τι κάνουμε; Συγγνώμη που δεν σας πήρα και ανέθεσα τη δουλειά σε μία συνάδελφο, αλλά ήμουνα, θέλω να με πιστέψετε, κυριολεκτικά πνιγμένη, έτρεχα και δεν έφτανα, που λένε.
 Και πάλι συγγνώμη γι’ αυτό που θα σας πω τώρα, μα τα προς πώληση σκεύη μας έχουν εξαντληθεί. Αν έχετε αποφασίσει για κάτι, παρακαλώ μου δίνετε την παραγγελία σας και θα είστε στη λίστα από τους πρώτους που θα αγοράσουν μόλις παραλάβουμε».
Και ο Μάριος ακούει κατάπληκτος τον εαυτό του να της λέει με αγωνία: « Και μέχρι να γίνει αυτό Μαρία μου δεν θα ξανά ακούσω τη γλυκιά σου φωνή που ομόρφυνε τη ζωή μου;…»
Και η Μαρία, χωρίς το "κύριε" και χωρίς πληθυντικό, τού απαντάει: «Εγώ δεν έχω πρόβλημα, αν θέλεις σου τηλεφωνώ και κάθε ημέρα. Μου είναι ξέρεις πολύ ευχάριστη η τηλεφωνική μας συντροφιά, αλήθεια σου λέω».
Το πώς απέφυγε το εγκεφαλικό ο άνθρωπος, ούτε ποτέ το κατάλαβε, ούτε ποτέ πίστεψε πώς ήταν τόσο ευλογημένος.
Για πότε όρμησε η Άνοιξη στο σπίτι του και στην καρδιά του, για πότε ξαναβρήκε τα κέφι του να τραγουδάει και να στριφογυρνά με χορευτικές φιγούρες από χρόνια ξεχασμένες…
Και πράγμα απίστευτο, από μέσα του ανάβλυσε η Έμπνευση – είχε και κάποιο ταλέντο συγγραφικό – και άρχισε να γράφει, να γράφει…
Γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα σε χρόνο allegro vivace, το στέλνει στη Μαρία με email να το διαβάσει να του πει τη γνώμη της, που αυτή μετρούσε πάνω απ’ όλα, αφού απ’ αυτήν πήγασε και γι’ αυτήν γράφτηκε. Η απάντησή της, ακόμη μία έκπληξη: «Μάριε υπέροχο, δεν το πιστεύω. To διάβασα μονορούφι, ξενύχτισα μα άξιζε την αϋπνία μου. Αυτό το παθαίνω σπάνιες φορές και μία από αυτές ήταν και τούτη… Εσύ χρυσέ μου έχεις συγγραφικό ταλέντο, είναι δυνατόν να μην το ήξερες; Αν θέλεις τη συμβουλή μου σε προτρέπω να γράψεις σε δεύτερο βιβλίο τη συνέχεια. Σκέψου το σοβαρά…»
Του έβαλε ιδέες και έπεσε με τα μούτρα στο γράψιμο. Έγραφε ιστορίες, που γεννούσε μεν το μυαλό του, αλλά που θα πρέπει να υπήρχαν εν υπνώσει εκεί μέσα.
Και βέβαια η ζωή του άλλαξε όλη. Τελείως όμως, και ο ίδιος δεν ήταν πια ο
Μάριος που γνώριζε.


*


Τη Μαρία τη γνώρισε και δια ζώσης, επιτέλους.
Σε ένα από τα πυκνά τους τηλεφωνήματα του ανακοίνωσε ότι κατεβαίνει στην Αθήνα και θα ήθελε να συναντηθούν αν το επιθυμούσε και εκείνος…
Άκου ΑΝ ΉΘΕΛΕ!...
 Αυτός θα έδινε και τη μισή από τη ζωή που του απέμεινε για να τη δει και αν γινόταν λέει, να τη αγκαλιάσει να τη φιλήσει, να… Τέλος πάντων!
Και αμέσως μετά έπεσε σε βαθιά μελαγχολία συνειδητοποιώντας την απογοήτευση εκείνης σαν θα τον έβλεπε. Θα ξέφτιζε σιγά σιγά η σχέση τους, ήταν σίγουρο αυτό και θα κατέληγε να σβήσει ολοκληρωτικά στο εγγύς μέλλον. Γιατί εκείνη θα είχε φαντασιωθεί μια τού εικόνα, που πολύ θα απείχε της πραγματικής. Αλλά πάλι, ο Μάριος δεν της είχε ποτέ κρύψει την ηλικία του.
Μια μάς παράλειψη είναι ότι δεν αναφέραμε μέχρι τώρα, ότι η Μαρία έμενε μακριά, στη Αλεξανδρούπολη και γι’ αυτό δεν είχαν συναντηθεί… Μα είναι δυνατόν να στέκει μια τέτοια δικαιολογία; Πού ήταν η Αλεξανδρούπολη στην Αμερική; Τέλος πάντων, αυτό είχε συμβεί, ίσως γιατί και οι δύο και ο καθ’ ένας χωριστά, για τους δικούς του λόγους, καθυστερούσε αυτό το σμίξιμο. Αυτή η δικαιολογία, μάλιστα Στέκει.
Της είπε: «Μαρία μου πόσο χαίρομαι που θα έρθεις και μάλιστα για να μείνεις, όπως είπες, για λίγες ημέρες στο κλεινό μας Άστυ. Και δεν θέλω να με παρεξηγήσεις εάν σου προτείνω να έρθεις να σε φιλοξενήσω σπίτι μου…»
«Μάριε, Μάριε τι λες; Και η οικοδέσποινα που αποφεύγεις συστηματικά να μου την αναφέρεις, τι θα πει;»
«Η οικοδέσποινα Μαρία μου, έχει φύγει εδώ και χρόνια…»
«Για να πάει πού, καημένε μου φίλε; Πώς και δεν μου είπες τίποτα μέχρι τώρα; Πού πήγε λοιπόν; Σε εγκατέλειψε; Δεν βαριέσαι, ούτε ο πρώτος είσαι, ούτε ο τελευταίος. Αφού πέρασαν και τα χρόνια όπως λες θα έχει μετριαστεί και ο πόνος. Πού ξέρεις, μπορεί μια μέρα να γυρίσει».
«Πω πω, χείμαρρος είσαι κορίτσι μου. Η οικοδέσποινα έφυγε για κει απ’ όπου κανείς δεν έχει γυρίσει ποτέ πίσω. Εκεί που θα πάμε όλοι μας εκόντες άκοντες μια μέρα Μαρία μου. Ήταν αυτοκινητιστικό δυστύχημα αυτό που της πήρε τη ζωή…».
«Πόσο λυπάμαι καλέ μου. Πόσο πολύ λυπάμαι… Αλλά για στάσου, θυμάμαι καλά όταν σε πρωτογνώρισα ότι μια σας φίλη, μου είπε να της δώσω τα χαιρετίσματά της…»
«Ναι κι’ εγώ το θυμάμαι. Ήταν τόσο πολύ "φίλη" που δεν ήξερε ότι η Νίνα είχε πεθάνει εδώ και τρία χρόνια! Τί σου είναι όμως μερικοί άνθρωποι. Λένε ψέματα με τέτοια ευκολία! Αλλά και πάλι δεν θέλω να την κατηγορήσω την Ελένη. Μπορεί γι’ αυτήν να μετράει αλλιώς ο χρόνος. Σου είπε ότι είδε τη Νίνα πριν λίγο καιρό μόλις, γιατί απλά της ήταν τόσο αδιάφορη που δεν είχε συνειδητοποιήσει το μεγάλο διάστημα που είχε να τη δει, ή να την ακούσει… Ενώ άνθρωπο που αγαπάμε, κάνουμε δυο μέρες να τον δούμε και μας φαίνεται χρόνος. Ανθρώπινες σχέσεις… Τί να πεις!...»
«Δίκιο έχεις Μάριε, δίκιο. Όμως όχι. Σπίτι σου δεν μένω. Είναι επικίνδυνο. Δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, ντρέπομαι που το λέω, μα σου το εκμυστηρεύομαι γιατί ξέρω ότι θα με καταλάβεις και δεν θα με παρεξηγήσεις. Έκλεισα ξενοδοχείο κάπου στο κέντρο. Τα λέμε φίλε μου αύριο πάλι. »
«Αύριο κοριτσάκι, αύριο. Αρχίζω να μετράω τις ώρες και να προετοιμάζω την καρδιά μου. Γεια σου». Και επειδή ο Μάριος τις λέξεις της Μαρίας όχι μόνο τις έφερνε και τις ξανά έφερνε στο μυαλό του, αλλά τις φιλτράριζε μία προς μία, ψάχνοντας για κρυφές γωνιές και νοήματα, αναρωτήθηκε τι να εννοούσε με εκείνο το "ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ". Αν εννοούσε αυτό που στιγμιαία πέρασε από το μυαλό του, ήταν πολύ… συναρπαστικό γι’ αυτόν. Φοβόταν πιθανόν εκείνη, μη και ενδώσει σε κάτι περισσότερο; Άρα δεν τον θεωρούσε και τόσο χούφταλο πια. Και πολύ καλά έκανε, γιατί ο Μάριος στον τομέα αυτόν, είχε ακόμη ικανοποιητικότατες επιδώσεις.
«Επομένως φαντάρε;… ΗΘΙΚΟΝ;… »
«Ακμαιότατον κυρ Λοχία μου... »
Και ήρθε η Μούσα του και ήταν ακριβώς όπως τήν είχε φανταστεί. Εκεί μεταξύ 45 και 50 ετών. Παντρεμένη, χωρισμένη, και αηδιασμένη με την ελαφρότητα των αντρικών αισθημάτων και συμπεριφορών.
«Τουτέστιν Μάριε, ας μιλήσουμε για οτιδήποτε θέλεις, πλην έρωτος. Ο Κύριος αυτός δεν με αφορά πλέον».
"Για κοίταξε κάτι πράγματα φίλε μου. Έχει λιγότερα από τα μισά μου χρόνια, πάνω κάτω, κορίτσι πράγμα δηλαδή και μισεί τον έρωτα που εγώ λατρεύω και με κάνει να γράφω βιβλία, που όπως με πληροφόρησε ένας φίλος εκδότης θα γίνουν bestseller αν αποφασίσω και τα εκδώσω", σκέφτηκε ο υποψήφιος εραστής.
«Μαρία μου δεν θα προσπαθήσω να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη, ήσουν σαφής και το μήνυμα ελήφθη».
«Δηλαδή συγγνώμη, διαφωνείς μαζί μου;»
«Αν διαφωνώ ρωτάς; Φυσικά. Και οριζοντίως και καθέτως και διαγωνίως. Παντελώς αντίθετος με ό,τι είπες. Να σου πω κάτι κοριτσάκι του καλοκαιριού; Ο έρωτας έχει μια ιδιομορφία. Δεν έρχεται κατόπιν παραγγελίας, ποτέ δεν τού την έχουν στημένη που λένε. Έρχεται απρόσμενα εκεί που δεν τον περιμένεις. Και αν εσύ νιώθεις παροπλισμένος, απογοητευμένος, ξοφλημένος, δεν του καίγεται καρφί. Έχει δικό του τρόπο σκέπτεσθαι και δικά του μέτρα και σταθμά. Έναν τρόπο ίσως δυσνόητο για μας τα χωματένια ανθρωπάκια μεν, υπέροχο δε. Και ξέρεις, επειδή είναι αιώνιος, αθάνατος, τον Χρόνο δεν τον μετράει πάνω σου ημερολογιακά, το έχω ξαναπεί, αλλά υπολογίζει την άπλα, το χώρο που του δίνεις στην καρδιά και τη ψυχή σου, πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με την ηλικία έτσι όπως την μετράμε εμείς.
Πάρε εμένα π.χ. Του έχω δώσει στην καρδιά μου χώρο όσο ένα γήπεδο ποδοσφαίρου και εσύ, δεν του δίνεις ούτε ένα εκατοστό, ούτε ίχνος χώρου. Τι να έρθει να κάνει σε έναν τόσο αφιλόξενο χώρο που δεν τον θέλουν; Αν (γιατί υπάρχει και ένα ΑΝ) και επειδή είναι πεισματάρης, έτσι και το θελήσει, βρίσκει τον τρόπο να αλώσει ακόμη και έναν τέτοιο χώρο σαν τον στενόχωρο δικό σου.
Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε κοριτσάκι του Καλοκαιριού».
«Ακούγονται ποιητικά και όμορφα τα όσα λες, μα και εγώ επιμένω. Τέλος τα περί έρωτος…
Τι λες πάμε κάπου να φάμε; Η κουβέντα μου άνοιξε την όρεξη… έτσι μου συμβαίνει πάντα όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με δύσκολα συναισθηματικά διλήμματα και νοήματα».
 (σημ, πόσο θα ήθελε ο Μάριος να ήταν η όρεξή της για κάτι άλλο και όχι για την ικανοποίηση του στομάχου. Μα προτιμήσεις είναι αυτές. Τί να κάνουμε;
Και κάτι ακόμη. "ΠΡΌΣΕΧΕ" Μάριε. Μην εφησυχάσεις και μη χάνεις λεπτό την ικανότητά σου να διαβάζεις πίσω από τις λέξεις.
Διάβολε δεν μπορεί να της ξεφεύγουν αυτές οι σημαντικές λέξεις χωρίς να τις εννοεί. Χρίζουν και δεύτερης ανάγνωσης σίγουρα. )
«Ας απολαύσουμε το φαγητό μας. Το γεμάτο στομάχι είναι καλός σύμβουλος», είπε ο Μάριος και η Μαρία θαύμασε τους άψογους τρόπους του. Ήξερε πώς να περιποιηθεί μια κυρία και, το κυριότερο, να την κάνει να πιστεύει ότι ήταν γι’ αυτήν υπερήφανος, ότι ήταν το κέντρο του κόσμου του. Ο τρόπος ο άψογος που της τράβηξε την καρέκλα να καθίσει πρώτα αυτή, ο τρόπος της έγκρισης του κρασιού που του έδωσε να δοκιμάσει ο σεφ, ο κατάλογος που της έδωσε να διαλέξει το φαγητό και για τους δυο τους, άσχετα αν ίσως οι προτιμήσεις του μπορεί και να ήταν διαφορετικές, έδειχναν ότι έχεις να κάνεις με έναν gentleman του τύπου που πάντα ελκύει τη γυναίκα. Έδειχνε σαν ένας bon viveur o οποίος, καθώς φαίνεται, μετά το θάνατο της γυναίκας του αφέθηκε να βουλιάζει σε μιαν ανυπαρξία, σε μια μοναξιά, και τώρα σαν να έβρισκε εξ αιτίας της Μαρίας το χαμένο γοητευτικό και ανεπιτήδευτο εαυτό του. Τίποτα πάνω του δεν ήταν άχαρο ή παράταιρο και επίκτητο.
Η Μαρία ενθουσιάστηκε. Μέχρι σήμερα, στα 49 της χρόνια, κανείς δεν την είχε κάνει να νιώθει σαν βασίλισσα, όπως τούτος εδώ ο φίλος της ο Αθηναίος που τον γνώρισε χάρις σε ένα ευλογημένο τηγάνι.
Και χωρίς κανείς από του δύο τους να το περιμένει ή να το έχει προσχεδιάσει, εκείνη σκύβει και εναποθέτει ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο του συνοδού της, λέγοντάς του συγχρόνως: « Μάριε μου αρέσεις, μου αρέσεις πολύ… Ορίστε το είπα… Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να ξέρουμε και που βρισκόμαστε», του είπε ανταποδίδοντας μια παρόμοια φράση που είχε εκείνος πει πρωτύτερα.
Και δεν μίλησε κανείς. Σε μια τέτοια στιγμή τι ωραιότερο υπάρχει, αλήθεια, να πεις από τα λίγα λεχθέντα και τα περισσότερα ανείπωτα!!!. . .

Έφαγαν με όρεξη, με ζεστασιά. Το κρασάκι βοήθησε να χαλαρώσουν περισσότερο και τα 25 τόσα χρόνια διαφοράς τους πήγαν περίπατο. Κανένας από τους δύο δεν τα έλαβε υπ’ όψιν του, ούτε καν ο εβδομηντάρης Μάριος που ένα από τα πιστεύω του ήταν να μην υπάρχει διαφορά ηλικίας σε ένα ζευγάρι. Αυτός και η Νίνα, είχαν μια ελάχιστη διαφορά δύο χρόνων που ήταν εκείνη μεγαλύτερη. Με τούτη εδώ, τί γίνεται μπάρμπα; Όταν δηλαδή εσύ τελείωσες το Πανεπιστήμιο και μετά το στρατιωτικό σου, η Μαρία ουά ουά, μόλις γεννήθηκε. Δεν θα μπορούσε λες να είναι κόρη σου; Δεν είναι όμως, πώς να το κάνουμε. Είναι η Μούσα σου και είσαι ερωτευμένος μαζί της δυστυχώς…

Μετά το φαγητό χώρισαν, η Μαρία είχε κάτι δουλειές επαγγελματικές να διεκπεραιώσει και έδωσαν ραντεβού για τις 8 το βράδυ να πάνε στο θέατρο. Δε θα το πιστέψετε, αλλά ήταν ένα ωραίο ζευγάρι παρά το ό,τι άλλο θα πίστευε κανείς. Ένα ζευγάρι σαν νόμισμα παλαιάς κοπής. Ξέρετε. Ο γκριζομάλλης γοητευτικός επιχειρηματίας, μετά της γοητευτικής πλην πτωχής νεαράς κυρίας… Εκείνην την πάλαι ποτέ ρομαντική εποχή όπου το θέαμα ενός τέτοιου ζευγαριού δεν σόκαρε, ήταν κάτι το σύνηθες, που το εμπέδωνες και στις μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες. Οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές αυτό είχαν σαν θέμα. Καταλάβατε ελπίζουμε. Κωσταντάρας π.χ. ερωτευμένος με τη Βαλσάμη, που μπορεί να ήταν και εγγονή του στα χρόνια. Και έβλεπες σκηνές ερωτικές χωρίς να σου ανακατεύεται το στομάχι. Ίσως γιατί αυτή ήταν η ενδόμυχη σκέψη του σεναριογράφου, που πάντοτε ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Και ναι μεν διακωμωδούσε τον έρωτα του… σιτεμένου πλην γοητευτικού άντρα με μία μικρούλα, αυτός όμως ήταν και ο ανομολόγητος πόθος του. Όρκο δεν παίρνουμε πάντως…
Με το που απέκτησε χρώμα ο κινηματογράφος άλλαξαν θαρρείς και οι ανθρώπινες σχέσεις. Δεν σε ξενίζει να δεις το ανάποδο σκηνικό. Μια ζουμερή 50άρα αγκαλιά με ένα τζόβενο και αναρωτιέσαι, καθόλου έκπληκτος, άραγε γιος της ή το… αγόρι της!!!
Κάθε εποχή με τα δικά της και οι άνθρωποι είτε αποκαλούνται μοντέρνοι, είτε παλαιάς κοπής…
Οι σχέσεις τους λοιπόν ακολούθησαν μια πορεία ζεστής οικειότητας. Συζητούσαν ώρες ατέλειωτες, συναντιόντουσαν μια δυο φορές τη διμηνία και οι συναντήσεις αυτές έδιναν στο Μάριο καύσιμα αρκετά, για να παίρνει μπρος η μηχανή της Έμπνευσής. Δεν τον ενδιέφερε αν θα εκδίδονταν ή όχι τα έργα του, αρκούσε η ισορροπία που είχε βρει στη ζωή του. Άδειαζε την ψυχή του στο χαρτί πλάθοντας ιστορίες μυθοπλασίας, που όμως όλες σχεδόν ξεκινούσαν από μία αληθινή βάση πάντα. Και αισθανόταν καλά. Το γράψιμο του έγινε έξη. Από το πρωί που σηκωνόταν, με τη τσίμπλα ακόμα στο μάτι, καθόταν στον υπολογιστή και έγραφε, έγραφε απορώντας πού στην ευχή ήταν κρυμμένα όλα αυτά που τώρα τα έβλεπε τυπωμένα στο χαρτί. Ούτε η τηλεόραση τον ενδιέφερε πια, ούτε το καφενείο με την πρέφα και το τάβλι που έπαιζε με τους συνομήλικους φίλους του. Ούτε η βόλτα που έβγαζε τον σκύλο ενός γείτονα που περπατώντας μαζί του έκανε καλό και στον ίδιο τον ενδιέφερε πια. Τελικά έκανε αυτό που συμβούλευε ο Καζαντζάκης: "Πήρε μια παλέτα, μπογιές, χρωματιστά μολύβια, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπήκε μέσα."
Έγραφε διηγήματα αστυνομικά, μυστηρίου, ερωτικά, κοινωνικά, νουβέλες, μυθιστορήματα, δοκίμια, τα πάντα, ενθουσιάζοντας τον κόσμο του. Σπάνια, πολύ σπάνια, όταν τα χέρια και η πλάτη του κουράζονταν από το στήσιμο στον υπολογιστή και δεν μπορούσε να γράψει άλλο, μην έχοντας τι να κάνει, αφού όλα τα άλλα τα είχε διώξει από τη ζωή του, τον έπιανε μια μελαγχολία και μια αίσθηση απέραντης μοναξιάς…
Μα άρχισε να καταλαβαίνει σιγά σιγά, ότι αυτή η συνεχής ενασχόληση με τον εαυτό του η ενδοσκόπησή του και η κουβέντα με τους ήρωές του, δεν ήταν και κάτι απόλυτα υγιές, είχε ξεπεράσει το μέτρο. Ήταν όμως αργά να σταματήσει. Αυτό θα γινόταν μόνο όταν δεν θα είχε κάτι να πει και καθώς φαίνεται είχε πολλά ακόμη να δώσει. Η ζωή του είχε ξεστρατίσει σε έναν κόσμο που είχε φτιάξει ο ίδιος γιατί ο πραγματικός δεν του άρεσε πια αφού έβλεπε ότι δεν μπορούσε να έχει εκείνην έτσι όπως την ήθελε.

Φαινομενικά, οι σχέσεις τους σε τίποτα δεν είχαν αλλάξει, στην ουσία όμως, είχε φύγει εκείνος ο αδιόρατος ερωτισμός που έδινε στο Μάριο την έμπνευση. Η Μαρία ήταν πια μια φίλη του πολυαγαπημένη, δική του, μα όπως και αν το κάνουμε "φίλη". Δεν ήταν εκείνο το όνειρο που είχε ορμήσει στη ζωή του, δεν ήταν το τελευταίο του τάνγκο που θέλησε και πίστεψε αφελώς ότι μπορούσε να το χορέψει μαζί της. Τα γραφτά του όμορφα, μα ένα έμπειρο μάτι θα έβλεπε ότι ο έρωτας ο απελπισμένος, ο εξιδανικευμένος, ο απραγματοποίητος είχε φύγει απ' αυτά. Και βέβαια το λάθος, αν έτσι έπρεπε να το πούμε, δεν ήταν δικό του. Για να έρθει να δικαιωθεί μια αλήθεια, ότι ναι μεν "σ’ αγαπώ", "με αγαπάς", ροζ συννεφάκια και ποιήματα, μα η κινητήριος δύναμη είναι το σεξ, όχι βέβαια εκείνο το βαρετό που έχει γίνει ρουτίνα, αλλά το φευγάτο, το σαγηνευτικό, το ερωτικό που σε τρελαίνει και σε απογειώνει, που είναι περισσότερο επιταγή του μυαλού παρά του κορμιού και που δυστυχώς δεν είχε εισβάλει στη ζωή τους. Πώς να το κάνουμε, εκείνη στην κορύφωση του καλοκαιριού της και εκείνος στο μέσον του Χειμώνα του. Αδύνατη η εξίσωση. Και αν θέλουμε να είμαστε σωστοί και δίκαιοι ούτε και όμορφη θα ήταν. Άφησε που ήταν και θέμα υγείας για 'κείνον περισσότερο. Πώς να το κάνουμε, εβδομήντα χρόνια καβατζαρισμένα, στην προσπάθειά τους να φτάσουν την κορυφή, στο Μύτικα του Ολύμπου, θα άντεχε η καρδιά τους; Με ποια συχνότητα θα μπορούσε να γίνει αυτό; Για εκείνον μια στις τόσες αρκετή. Για εκείνη; Εκτός και αν δεν ήταν και τόσο φαν του σπορ της ορειβασίας. Γιατί υπάρχουν και τέτοιες ιδιοσυγκρασίες.
Τα θέματα όμως αυτά είναι πολύ λεπτά και αυστηρώς προσωπικά και δεν θα μάθουμε ποτέ αν η Μαρία ανήκε σ’ αυτήν τη κατηγορία. Μπορεί ένας έρωτας να την είχε πληγώσει τόσο πουνα τής είχε προκαλέσει ανήκεστο… βλάβη στα αισθηματικά γι’ αυτό και δεν ενέδωσε. Στην αρχή της γνωριμίας τους δεν τού το είχε δηλώσει; Πώς και εκείνος δεν το σπουδαιολόγησε και αφέθηκε να κάνει όνειρα;
Η φιλία τους συνεχίστηκε και κράτησε αρκετά ακόμη χρόνια… Πόσο ωραιότερο θα ήταν αν η σχέση τους είχε πάρει τη μορφή που κι εμείς προσδοκούσαμε γι’ αυτούς. Όμως δυστυχώς, κατέληξε να είναι μια ιστορία συνηθισμένη. Μια συμπαθητική ανθρώπινη σχέση. Και αυτός είναι ο λόγος που κάπου εδώ την κλείνουμε τη διήγηση, μετά μεγάλης μας λύπης.
Μια σοφή παροιμία λέει: «Κάθε τι στην ώρα του κι ο κολιός τον Αύγουστο». Σύμφωνοι. Μα είναι το πάθος, αυτό που ένα μυθιστόρημα το κάνει θελκτικό. Μπορεί τέλος τέλος, να μην έφταιγε η ηλικία και να είχε την ίδια έκβαση η ιστορία, έστω και αν ο Μάριος ήταν νέος. Ή ανήκεστος που λέγαμε;… Αυτό!
Ίσως, όταν εκείνος θελήσει, θα μεταφέρει στο χαρτί αυτό το κομμάτι της ζωής του και θα του δώσει αυτό το στοιχείο που δεν ήταν τυχερό να το ζήσει και να το στολίσει με μπόλικη φαντασία, ρομαντισμό, χρυσόσκονη και κάντιο. Ένα είναι το σίγουρο πάντως, ότι θα κρατήσει τον έρωτα αυτόν καλά φυλαγμένο στην καρδιά του και θα είναι γι’ αυτόν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης μέχρι να σταματήσει να γράφει, να γράφει, να γράφει… Αυτό δεν μπορεί να του το στερήσει κανείς. Δεν έχει να κάνει με ηλικίες και όρια χρονικά. Η φαντασία, τροφοδοτώντας την καρδιά με όνειρα, την κρατά πάντα νέα.
Κάπου είχε διαβάσει κάτι ωραίο: "Τα γεράματα δεν σε προστατεύουν από τον έρωτα. Ο έρωτας σε προστατεύει από τα γεράματα". Μεγάλη αλήθεια. Ακόμη και αν είναι, αυτό που λέμε, ΈΡΩΤΑΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ.

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Νίκος Φάκος

Μελισσουργώ, διαβάζω και γράφω. Σ' αυτά τα τρία αντίβαρα ακροβατώ και ζω στιγμές. Σ' αυτήν την πορεία βρέθηκα στην όμορφη οικογένεια του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net όπου φιλοξενούνται γραπτά μου. Πιστεύω ότι η δύναμη της γλώσσας έχει μία απειρίζουσα εντροπία και η γραφή είναι ο μοχλός που αποτυπώνει την ύπαρξή μας. Ίσως και τη ματαιοδοξία μας. Ζω στην όμορφη Κύμη και έχω ως το σημείο ισορροπίας μου τις δυο μου κόρες.

2 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Απόλαυσα την ιστορία σας Λένα!!Πλούσια περιγραφή συναισθημάτων και εικόνων!Πολύ ωραία!

    Απάντηση
  2. ΛέναΜαυρουδή Μούλιου

    Ευχαριστώ πολύ Αννούλα. Να είσαι καλά.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!