little_girl

Η Ναταλία γεννήθηκε στις 8 του Οκτώβρη μεσημεράκι. Τυλίχτηκε σε ένα ροζ κουβερτάκι με κεντημένο το μονόγραμμά της και λίγες μέρες μετά γύρισε με τους γονείς της σπίτι. Στο νέο της σπίτι. Όχι τόσο νερένιο όσο το προηγούμενο ούτε τόσο στενό, μάλλον.

Η Ναταλία δε διέφερε από οποιοδήποτε μωρό που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Όταν πείναγε, έκλαιγε. Όταν κρύωνε, έκλαιγε. Όταν νύσταζε, έκλαιγε. Όταν πόναγε, έκλαιγε.

Οι γονείς της, καλοβαλμένοι μορφωμένοι και συνεπείς, που δε μπορούσαν να δεχτούν ότι έχουνε ένα κλαψιάρικο μωρό που νομίζει ότι με το κλάμα του θα επιβληθεί, ανοίξανε αμέσως και διαβάσανε τόνους από βιβλία και βιβλία προτεινόμενα από διάφορους γονείς της ίδιας κατηγορίας (καλοβαλμένων, μορφωμένων και συνεπών) και αρχίσανε να εφαρμόζουν όσα με κόπο αληθινό ξεφύλλισαν και αισθάνθηκαν ότι δεν είναι μόνοι και αβοήθητοι.

Όταν η Ναταλία πείναγε και έκλαιγε δεν την ταΐζαν αμέσως. Για να την μάθουν να έχει υπομονή. «Η υπομονή γεννιέται με την αναμονή», διάβασαν την υπέροχη φράση μιας διάσημης ψυχολόγου ενός διάσημου βιβλίου που αδυνατούν να θυμηθούν να μας πουν αλλά ήταν σίγουρα διάσημη και καταπληκτική και αυτό είναι που επιβεβαίωνε την αξία της.

Πολλά κλάματα της Ναταλίας επίσης τους μπερδεύαν. «Ένα κλάμα είναι ίδιο σαν όλα τα άλλα τα κλάματα», διαβάζανε από το διάσημο καθηγητή δακρυολογίας κύριο Αλύγιστο με το βραβείο Αλυγίστου χρονιά 2015 που το κέρδισε επάξια ευχαριστώντας τους γονείς του με πάθος «…και χρειάζεται σκληρή στάση αναμονής και απομάκρυνσης από το κλαιγόμενο ον μέχρι να σταματήσει».

Οι γονείς της Ναταλίας, όταν απεγνωσμένα θέλανε να κοιμηθεί και να αποκτήσει ένα πρόγραμμα ύπνου όπως είχαν εκείνοι χρόνια, ένα εξαίρετο βιβλίο του Ντόκτορ Σλιπ (από το Sleep αγγλιστί και όχι από το Σλιπ ελληνιστί) τους έδωσε τη λύση. Φανταστικά τα αποτελέσματα αυτής της εξαίρετης επιστημονικής μελέτης που είχε στατιστικά και στατιστικά επιτυχίας πάνω σε διάφορα πειραματόζωα παιδιά.

Το μυστικό της παγκόσμιας επιτυχίας εκπαίδευσης ύπνου ανυπότακτων και ανυπάκουων μωρών είχε ως εξής: Σαν έκλαιγε η μικρή Ναταλία όταν την έβαζαν να κοιμηθεί, την άφηναν να κλαίει και πηγαίνανε στο δικό τους δωμάτιο. Μετράγανε με το ρολόι τα λεπτά που τους έγραφε ο Ντόκτορ. Προσοχή! Δεν έπρεπε να παραλείψουν κανένα βήμα. Και κανένα λεπτό. Με μια απίστευτη αριθμητική αλληλουχία – που σίγουρα είχαν μελετήσει για χρόνια μέχρι να την υπολογίσουν μορφωμένοι άνθρωποι που δεν αντέχανε την ηχορύπανση ενός παιδικού κλάματος - εμφανιζόντουσαν στο κρεβάτι της Ναταλίας από πάνω της και της λέγανε με ένα σοβαρό ύφος «Είναι ώρα για ύπνο» και φεύγανε. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν μέχρι το πειραματόζωο, η Ναταλία, να καταλάβει τους νέους κανόνες και το πρόγραμμα ύπνου της. Οι επιστημονικά αποδεδειγμένες τεχνικές του Ντόκτορ Σλιπ (είπαμε από το Sleep αγγλιστί) πιάσανε τόπο και η μικρή Ναταλία έπαψε να κλαίει, καθόταν σιωπηλή για ώρα χωρίς να ενοχλεί και εκεί μέσα στο σκοτάδι τα κουρασμένα της βλέφαρα παραδίνονταν στο Μορφέα κάνοντας τους γονείς της να κλάψουν από χαρά για την επιτυχία τους.

Σαν μεγάλωσε λίγο η Ναταλία, άρχισε να έχει τις πρώτες της φοβίες, δείγμα παράλογης φυσιολογικής ανάπτυξης ενός μωρού. Άδικες, παράλογες και μωρουδίστικες εμμονές. Με το σκοτάδι. Με τους δυνατούς ήχους. Όμως οι γονείς της ξέρανε τι έπρεπε να κάνουν. Ό,τι είχανε μάθει και οι ίδιοι από μικρή ηλικία, εκπληκτική φράση-συνταγή που μεταφέρθηκε κειμήλιο από πάππου προς πάππου. «Μη φοβάσαι. Είσαι μεγάλο παιδί πια Ναταλία. Τι φοβάσαι το σκοτάδι; Αυτά είναι για μωρά!» της λέγανε δυνατά. Και η Ναταλία το κατάλαβε ότι δεν πρέπει να εξομολογείται τους φόβους της. Γιατί είναι μεγάλη. Γιατί δεν πρέπει…

Η Ναταλία όταν χτύπαγε και πόναγε και έκλαιγε, οι γονείς της δεν τρέχανε σαν τους άλλους γονείς να την κακομάθουν. «Την επόμενη φορά Ναταλία θα πρέπει να προσέξεις περισσότερο. Είδες τι έπαθες ε;» της έλεγαν συμβουλευτικά και κουνούσαν το κεφάλι απογοητευτικά. Το είχανε διαβάσει και αυτό εξάλλου σε ένα εξαίρετο βιβλίο που πάλι αδυνατούν να θυμηθούν το όνομα του συγγραφέα και του βιβλίου. «Εκμετάλλευση προηγούμενων εμπειριών. Το ανθρώπινο ον εξελίσσεται βάσει εμπειρίας. Αφήστε το παιδί να χτυπήσει, να πονέσει και να το ξεπεράσει μόνο του». Και η μικρή Ναταλία τους εξελισσόταν με τη δική τους υπεύθυνη υπενθύμιση.

Όταν η Ναταλία έκλαιγε για διάφορους λόγους και ήταν στεναχωρημένη, οι γονείς της, από έγκυρες πάλι πηγές (forums απελπισμένων μαμάδων, forums γονιών που δεν αντέχουν άλλο τη συνεχή γκρίνια) της λέγανε τη μαγική φράση «Μην κλαις. Γιατί κλαις; Δεν πρέπει να κλαις. Είσαι μεγάλο παιδί. Είσαι καλό παιδί. Τα καλά παιδιά δεν κλαίνε». Σώπαινε και η Ναταλία που ήθελε απεγνωσμένα να είναι ένα καλό παιδί.

Όταν η Ναταλία προσπαθούσε να μάθει κάτι, οι γονείς της ήταν από πάνω της σα σωστοί γονείς που ήταν και ιδιαιτέρως υποστηρικτικοί. Προσπαθούσε να πιάσει το μολύβι να γράψει; «Όχι έτσι Ναταλία, να σου δείξω εγώ» έλεγε ο πατέρας της και έγραφε εκείνος για εκείνη. Όταν προσπαθούσε να βγάλει τα παπούτσια της «Όχι έτσι, θα λερωθούν τα χέρια σου» της έλεγε η μαμά της και της τα έβγαζε εκείνη.

Κι όταν η Ναταλία ήθελε να παίξει, οι γονείς της ξέρανε να τη βοηθήσουν να μάθει πώς πρέπει να παίζει θέτοντας όρια. Όταν η Ναταλία έπαιζε στη βροχή της λέγανε «Όχι στη βροχή, θα βραχείς». Όταν έπαιζε στο χώμα «Όχι στο χώμα, θα λερωθείς». Όταν ζωγράφιζε με μαρκαδόρους το χέρι της «Όχι Ναταλία, οι μαρκαδόροι είναι μόνο για το χαρτί» της μαθαίναν συνεχώς και ασταμάτητα οι γονείς της με την ανεξάντλητη υπομονή που διέθεταν να συμβουλεύουν και την τεράστια database σχολίων τους.

Όταν η Ναταλία πήγε σχολείο, δεν έκανε παρέα με άλλα παιδιά. Εκείνα λερωνόντουσαν, έγραφαν με μαρκαδόρους τα χέρια τους και είχαν πόδια βρώμικα και γεμάτα μελανιές. Ήταν κλαψιάρικα και συνεχώς ζητούσαν το ένα και το άλλο με έναν παράλογο εγωισμό. Της φάνηκαν εντελώς αταίριαστοι. Και τους φάνηκε εντελώς αταίριαστη.

Στα δε μαθήματά της δεν τα πήγαινε και τόσο καλά. Κάθε φορά που ξεκίναγε να φτιάξει κάτι ή να απαντήσει στη δασκάλα της, άκουγε μια φωνή μέσα της που της έλεγε «όχι έτσι Ναταλία, άσε να σου πω εγώ ποια είναι η σωστή απάντηση» και σώπαινε. Ακόμα και αν οι γονείς της, της φωνάζανε για τους όλο και πιο πεσμένους βαθμούς της, εκείνη δεν έκλαιγε γιατί ήταν χαζό να κλαίει, δε θύμωνε γιατί είχε ξεχάσει πώς είναι να θυμώνει, δεν αντιδρούσε γιατί ήξερε ήδη από μικρή πως η αντίδρασή της δε θα αντιμετωπιστεί. Σαν τότε που την έπαιρνε ο ύπνος μετά από ώρες χωρισμένες σε αριθμητικά διαστήματα κλάματος περιμένοντας να έρθει κάποιος να την πάρει αγκαλιά και να την ηρεμήσει.

Σαν μεγάλωσε κι άλλο, σχέσεις δε μπορούσε να κάνει. Φιλικές, ερωτικές. Προτιμούσε μια μυστική ανωνυμία. Ποιος θα αγαπήσει τη Ναταλία με τα τόσα κουσούρια αναρωτιόταν. Αν δεν είσαι τέλεια πώς θα αγαπηθείς; Αν δεν τα έχεις κάνει όλα όπως πρέπει ποιος θα σε αποδεχτεί; Κι εκείνη απείχε πολύ από το τέλειο. Το έβλεπε σαν κοιταζόταν στο καθρέφτη. Το έβλεπε σαν κοίταζε τον κόσμο γύρω της. Το έβλεπε στην τηλεόραση. Το έβλεπε στους γονείς της.

Η μεγάλη Ναταλία σαν τελείωσε το σχολείο, αξιέπαινη ζωγράφος με την εγγύηση της καθηγήτριας καλλιτεχνικών που δήλωνε θαυμάστριά της, έγινε λογίστρια. Ίσα ίσα κατάφερε να περάσει στη σχολή και ίσα ίσα κατάφερε να πάρει το πτυχίο. Έπιασε δουλειά στην εταιρεία που δούλευε και ο μπαμπάς της. Σιχαινόταν να σηκώνεται το πρωί για τη δουλειά και σιχαινόταν ακόμα περισσότερο να μπαίνει εκεί μέσα. Μα ήξερε πως ο πατέρας της ξέρει καλύτερα τι είναι πιο σωστό για εκείνη οπότε σταμάτησε «να μουτζουρώνει τα χαρτιά» όπως της λέγανε και οι δυο γονείς της γελώντας.

Μία μέρα, ίδια και διαφορετική εντελώς, η Ναταλία ξύπνησε από το ξυπνητήρι της, φόρεσε τα ρούχα της και κατευθύνθηκε για τη δουλειά της. Στο δρόμο για τη δουλειά, σταμάτησε για ώρες κοιτάζοντας δύο εργάτες που αφισοκολλούσαν μια τεράστια αφίσα διαφημιστική. Ο χρόνος είχε παγώσει και μαζί και το βλέμμα της στα παράλογα άσπρα γράμματα του διαφημιστικού συνθήματος. «Μήπως τελικά δεν είσαι αυτό που σου μάθανε να είσαι;». Η Ναταλία δεν ήξερε αν αυτό είναι κάποια διάσημη φράση από κάποιον ίσως νομπελίστα. Δεν είχε καμία υπογραφή διάσημη. Και το προϊόν της διαφήμισης ήταν εξίσου άσχετο και αδιάφορο.

Η Ναταλία μια μέρα –εκείνη τη μέρα - χωρίς να ξέρει και η ίδια το γιατί, εκεί που όλοι οι συνάδελφοι γέλαγαν και λέγανε για τις ζωές τους στο μεσημεριανό τους διάλειμμα, ένιωσε τόσο ασφυκτικά που δε μπορούσε καν να αναπνεύσει. Πήρε την τσάντα της, πήγε στο γραφείο του πατέρα της, του άφησε μια ζωγραφιά με ένα τέρας να την πνίγει και του είπε «Παραιτούμαι!» και χάθηκε. Κανείς δεν έμαθε πού πήγε. Κανείς δεν κατάφερε να τη βρει. Κανείς, ακόμα και τώρα δε γνωρίζει αν η μεγάλη Ναταλία κατάφερε να συναντήσει μια μικρή που ήθελε απεγνωσμένα να μάθει από την αρχή ποια πραγματικά είναι…

 

Ήταν 8 του Οκτώβρη, μεσημεράκι και είχε γενέθλια…

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!