Select Page

Η θάλασσα είναι…

Η θάλασσα είναι…

 

«Για διάβασέ μας τι έγραψες Ελενίτσα», είπε η κυρία Αντιγόνη.

Η Ελενίτσα σηκώθηκε αμέσως όρθια, κράτησε το μπλε τετράδιο ανάμεσα στα δυο της χεράκια και διάβασε με τρεμάμενη φωνή: «Η θάλασσα. Της μαθήτριας Ελένης Αναγνώστου. Η θάλασσα είναι γαλάζια και έχει πολύ νερό. Μέσα στη θάλασσα ζουν τα ψάρια. Τα ψάρια είναι νόστιμα και κάνουν καλό στα μάτια. Το καλοκαίρι η θάλασσα είναι ζεστή και πάμε για μπάνιο. Το χειμώνα είναι κρύα και δεν πάμε για μπάνιο. Εγώ αγαπώ πολύ τη θάλασσα γιατί εκεί ζουν τα δελφίνια, που είναι τα αγαπημένα μου ζώα. Και τα δελφίνια είναι ψάρια, αλλά δεν τα τρώμε. Εκτός ίσως από τους Κινέζους που τρώνε τα πάντα.»

 «Μπράβο Ελενίτσα! Φέρε εδώ το τετράδιό σου» είπε η κυρία Αντιγόνη κι έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου της ένα κόκκινο μπικ. Η Ελενίτσα προχώρησε βιαστικά ανάμεσα στα ξύλινα θρανία. Μόλις έφτασε στην έδρα, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι ακούμπησε με ευλάβεια το τετράδιο μπροστά στην κυρία. Αυτή, κατέβασε τα μικροσκοπικά κοκάλινα γυαλιά της στην άκρη της μύτης, έλεγξε για άλλη μια φορά το γραπτό και σημείωσε με μεγάλους χαρακτήρες στο κάτω μέρος της σελίδας: «Άριστα 10΄».

Η Ελενίτσα μ’ ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά πήρε το τετράδιό αγκαλιά και γύρισε στη θέση της που ήταν ακριβώς μπροστά μου. Εγώ, έσκυψα όσο περισσότερο μπορούσα για να κρυφτώ πίσω από τα φουντωτά ξανθά μαλλιά της.

Η κυρία Αντιγόνη, που προφανώς είχε αντιληφθεί την κίνησή μου, έβγαλε τα γυαλιά της και δάγκωσε την άκρη του ενός μπράτσου τους κάνοντας ότι σκέφτεται. Μετά από δυο – τρία λεπτά που εμένα μου φάνηκαν σαν αιώνας, ανασήκωσε το κεφάλι και είπε: «Δε μας διαβάζεις Δημητράκη κι εσύ τι έγραψες για τη θάλασσα;»

Στην αρχή έκανα ότι δεν κατάλαβα. Έδειξα με το δάχτυλο προς το στήθος μου και κούνησα ερωτηματικά το κεφάλι. «Ναι, εσύ», είπε αυστηρά η κυρία. «Απ’ όσο ξέρω δεν έχουμε άλλο Δημήτρη σε αυτήν την τάξη, έτσι δεν είναι;» συμπλήρωσε και τα υπόλοιπα παιδιά έσκασαν στα γέλια.

 «Σσστ! Ησυχία!» πρόσταξε η κυρία και χτύπησε το χέρι πάνω στην έδρα. Τα γέλια και τα χαχανητά κόπηκαν μονομιάς. Σηκώθηκα απρόθυμα, κόλλησα τα χέρια πάνω στο σώμα και κάρφωσα το βλέμμα μου στο κενό. Γι’ αυτό που θα έλεγα δε χρειαζόταν να κοιτάζω το τετράδιό μου.

 «Λοιπόν;» είπε η κυρία. «Θα μιλήσεις επιτέλους;»

Πήρα βαθιά ανάσα. Πήρα και δεύτερη και είπα: «Η θάλασσα. Του μαθητή Δημητρίου Σταύρου. Η θάλασσα είναι…»

Σιωπή. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περίμεναν τη συνέχεια. Μόνο που δεν υπήρχε. Αυτή ήταν η έκθεσή μου. Τρεις λέξεις όλες κι όλες, κι άλλες τρεις τελείες.

Τη σιωπή την έσπασε πρώτη η κυρία. «Τι έπαθες παιδί μου, σου έφαγε τη γλώσσα η γάτα;» ρώτησε.

 «Όχι κυρία, εδώ είναι» απάντησα βγάζοντας τη γλώσσα μου για να τη δείξω κι αυτό ήταν μάλλον λάθος γιατί την εξόργισε ακόμα περισσότερο. Τα παιδιά έκαναν να γελάσουν αλλά το αυστηρό βλέμμα της κυρίας τους έκοψε κάθε σχετική διάθεση.

 «Γιατί δε μας λες τότε παρακάτω Δημητράκη;»

 «Δεν υπάρχει παρακάτω,» είπα με αμηχανία. «Αυτό είναι όλο.»

 «Αυτό; Τι είναι αυτό;» φώναξε η κυρία που τώρα πια ήταν έξαλλη μαζί μου. «Τι θα πει, η θάλασσα είναι; Ε; Τι είναι; Πες μας ντε. Τι είναι η θάλασσα;»

 «Είναι κυρία, είναι» επανέλαβα εγώ, που στο μυαλό μου φαινόταν τόσο ξεκάθαρο αυτό που έλεγα.

Η κυρία πετάχτηκε αγανακτισμένη από την έδρα και με μεγάλες δρασκελιές έφτασε ως το θρανίο μου. Έβγαλε το κόκκινο μπικ από το τσεπάκι και τράβηξε το καπάκι του σαν ιππότης που τραβά το σπαθί από το θηκάρι έτοιμος για μάχη. Στη συνέχεια, πήρε το τετράδιο που ήταν ακόμα ανοιχτό μπροστά μου και κάτω από τις τρεις λέξεις που είχα γράψει πρόσθεσε με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα: «Παντελής έλλειψις φαντασίας» και λίγο πιο δίπλα ένα τεράστιο, ολοστρόγγυλο μηδενικό.

Τότε εγώ, με δάκρια στα μάτια, έσκισα τη σελίδα στα δυο και την πέταξα στον αέρα. Πριν προλάβει να αντιδράσει η κυρία Αντιγόνη, βγήκα τρέχοντας από την τάξη, ενώ πίσω μου την άκουσα να φωνάζει, «αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά σου δεν θα την ξεχάσω ποτέ Σταύρου, να το θυμάσαι αυτό.»

---

Παρόλο που από τότε έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια, το περιστατικό αυτό έχει μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου και κάθε φορά που το σκέφτομαι μου φαίνεται σα να έγινε μόλις χτες. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά γρήγορα, τα μάτια μου βουρκώνουν και ρίχνω κλεφτές ματιές να δω που είναι η πιο κοντινή πόρτα, σε περίπτωση που χρειαστεί να το σκάσω και πάλι.

Και δεν είναι λίγες οι φορές που έχω αναρωτηθεί τι θ’ απαντούσα σήμερα στην κυρία Αντιγόνη αν την είχα απέναντί μου και μου έκανε την ίδια ερώτηση. «Τι είναι η θάλασσα Σταύρου; Ε, τι είναι;»

Δεν είμαι σίγουρος, αλλά ίσως να της έλεγα ότι η θάλασσα είναι αγκαλιά, αγάπη, πάθος, ελευθερία, ζωή, τροφή, μάνα, ερωμένη, συντροφιά, φάρμακο κι άλλα πολλά ακόμα που δε μπορώ ούτε καν να φανταστώ, γιατί για τον καθένα είναι μάλλον και κάτι διαφορετικό.

Μα από την άλλη, όλες αυτές δεν είναι παρά λέξεις – αυθαίρετα κατασκευάσματα του ανθρώπινου νου. Κι η θάλασσα είναι σίγουρα πέρα και πάνω από αυτές. Γιατί, σε αντιδιαστολή με οτιδήποτε άλλο, η θάλασσα υπάρχει. Οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φυτά, ακόμα και τα βράχια ή τα βουνά είναι περαστικά, εφήμερα, φθαρτά. Μόνο η θάλασσα πραγματικά υπάρχει. Από αυτήν ξεκινά η ζωή κι εκεί τελειώνει. Μα για την ίδια δεν υπάρχει ούτε αρχή, ούτε και τέλος.

 «Η θάλασσα είναι…» θα της έλεγα τελικά και πάλι, μόνο που αυτή τη φορά θα ήξερα καλύτερα το γιατί και δε θα έτρεχα να φύγω. Ούτε και θα ‘σκιζα τη σελίδα.

---

Τα περασμένα Χριστούγεννα, όπως και κάθε Χριστούγεννα άλλωστε, πήγα για λίγες μέρες στην Κέρκυρα να δω την οικογένεια και τους παιδικούς μου φίλους. Μια μέρα πριν φύγω, πήρα το αυτοκίνητο του πατέρα μου κι έκανα μια μεγάλη βόλτα στην εξοχή. Λίγο πριν δύσει ο ήλιος, επισκέφθηκα το αγαπημένο μου μέρος. Έναν κόλπο στη δυτική ακτή που μοιάζει με μια μεγάλη λίμνη. Στο κέντρο του υπάρχει ένα μικρό μισογκρεμισμένο εκκλησάκι περιτριγυρισμένο από βράχια. Όταν κάθεσαι στα σκαλιά στην πίσω πλευρά του το κύμα σκάει σχεδόν στα πόδια σου κι όπου και να κοιτάξεις τριγύρω βλέπεις παντού θάλασσα. Το μόνο που ενώνει το εκκλησάκι με τη στεριά είναι μια πολύ στενή λωρίδα από πέτρες, που όταν έχει κακοκαιρία σκεπάζεται από το νερό.

Εκείνη τη μέρα ευτυχώς δεν είχε καθόλου αέρα. Πάρκαρα το αυτοκίνητο στην ακροθαλασσιά και χοροπηδώντας από πέτρα σε πέτρα έφτασα γρήγορα μέχρι την είσοδο της ερειπωμένης εκκλησίας. Το ηλιοβασίλεμα έβαφε βαθυκόκκινο τον ορίζοντα κι έδινε στη θάλασσα ένα απόκοσμο μαβί χρώμα. Ήθελα να απολαύσω αυτό το υπέροχο θέαμα από την αγαπημένη μου θέση. Σκαρφάλωσα στα βράχια και πέρασα στην πίσω πλευρά.

Δυστυχώς όμως, προς μεγάλη μου απογοήτευση, κάποιος άλλος καθόταν ήδη στα σκαλιά. Ήταν μια ηλικιωμένη κυρία ντυμένη στα μαύρα. Έκανα να φύγω διακριτικά, αλλά κατάλαβα ότι με είχε δει. Σκέφτηκα ότι θα ήταν αγένεια να μην τη χαιρετήσω. Προχώρησα προς το μέρος της ενώ αυτή σηκώθηκε τινάζοντας τα μαύρα ρούχα της που είχαν γεμίσει αλάτι.

 «Καλησπέρα,» της είπα και χαιρέτησα κουνώντας το χέρι.

 «Καλησπέρα σας,» μου ανταπάντησε και με πλησίασε.

Δεν ήμουν σίγουρος, αλλά σαν κάτι να μου θύμιζε το πρόσωπό της. Πιο πολύ τα μάτια της νομίζω, παρόλο που ήταν υγρά και κόκκινα από το κλάμα. Σκέφτηκα όμως πως όταν λείπεις πολλά χρόνια από έναν τόπο και ξαναγυρνάς, όλα τα πρόσωπα σου φαίνονται λίγο-πολύ γνωστά. Αλλά κι αυτή πάλι φάνηκε σα να προσπαθούσε να διακρίνει κάτι πάνω μου. Έτσι, για λίγα λεπτά μείναμε βουβοί εξετάζοντας ο ένας τον άλλο.

 «Δημητράκη, εσύ είσαι, έτσι δεν είναι;» μου είπε τελικά.

 «Ναι, Δημήτρη με λένε. Αλλά μήπως με μπερδεύετε με κάποιον άλλο; Δεν νομίζω ότι σας γνωρίζω.»

 «Όχι, όχι παιδί μου, δεν κάνω λάθος. Ήμουν σίγουρη ότι ήσουν εσύ. Μεγάλωσες κι άλλαξες, αλλά έχεις πάντα το ίδιο χαμόγελο κι αυτή τη λάμψη στα μάτια. Που να με γνωρίσεις τώρα βέβαια έτσι που γέρασα. Είμαι η δασκάλα σου, Δημητράκη, η κυρία Αντιγόνη.»

Δε μπορούσα να το πιστέψω. Η στιγμή που περίμενα τόσο καιρό είχε φτάσει. Δεν ήταν βέβαια καθόλου όπως τη φανταζόμουν, αλλά δεν είχε σημασία. Επιτέλους, θα ξεφορτωνόμουν το βαρύ φορτίο που κουβαλούσα χρόνια μέσα μου. Πήρα βαθιά ανάσα. Πήρα και δεύτερη. Αλλά πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στόμα μου, μίλησε αυτή.

 «Θ’ αναρωτιέσαι βέβαια, τι κάνω εδώ στις ερημιές γριά γυναίκα, ε;» με ρώτησε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε.

 «Ξέρεις, Δημητράκη – δε σε πειράζει που σε λέω ακόμα Δημητράκη παρόλο που μεγάλωσες; Είχα κάποτε έναν άντρα, κι έναν γιό είχα. Να κοίτα,» είπε κι έβγαλε μια φωτογραφία από την τσέπη του μαύρου παλτού της και μου την έδειξε.

Από ευγένεια, πήρα τη φωτογραφία στα χέρια μου και την περιεργάστηκα για λίγο. Έδειχνε έναν ασπρομάλλη με ηλιοκαμένο πρόσωπο να δαγκώνει ανάμεσα στα κιτρινισμένα του δόντια μια μαύρη κοκάλινη πίπα και δίπλα του έναν νεαρό με ναυτικό καπέλο να στέκονται στη γέφυρα ενός πλοίου, ενώ στο βάθος φαινόταν η θάλασσα γαλήνια.

 «Ναυτικός ήταν ο άντρας μου. Κι ο γιος μου, πριν καλά-καλά κλείσει τα δεκάξι από δίπλα. Τους μάγεψε τούτη δω η κακούργα», είπε και μου ’δειξε τη θάλασσα που απλωνόταν σαν ένα μεγάλο μπλε χαλί μπροστά στα πόδια μας.

 «Κι ύστερα μου τους πήρε. Και τους δυο. Σαν σήμερα ήτανε. Θα ‘χεις ακούσει για το Δύστος. Μαζί του χάθηκαν. Για πάντα. Δεν τους βρήκαν ποτέ.»

Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της και πλημμύρισαν τις βαθιές αυλακιές στο ρυτιδιασμένο της πρόσωπο. «Τάφο δεν έχω να προσκυνήσω κι έτσι έρχομαι εδώ, να ‘μαι κοντά τους. Από τη μια τη μισώ τούτη τη λάμια γιατί μου τους έκλεψε, μα από την άλλη την αγαπώ γιατί είναι μέσα της. Τώρα πια είναι για μένα φίλη κι εχθρός, χαρά και θλίψη, πληγή και νάμα μαζί. Περίεργο πράμα, ε;»

Ξαφνικά, κάθε μου επιθυμία να της μιλήσω για τη θάλασσα είχε σβήσει. Το μόνο που ήθελα πραγματικά ήταν να φύγω και μάλιστα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ασυναίσθητα, το βλέμμα μου πλανήθηκε στο χώρο αναζητώντας μια πόρτα που ήξερα πως δεν ήταν εκεί.

 «Λυπάμαι, λυπάμαι πολύ» είπα χαμηλώνοντας το βλέμμα και της έδωσα πίσω τη φωτογραφία. Γύρισα να φύγω, αλλά μ’ άρπαξε από το μπράτσο και με τράβηξε κοντά της.

 «Μισό λεπτό, μη φεύγεις» μου είπε με έντονο τόνο που δεν κατάλαβα αν ήταν παράκληση ή προσταγή.

Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα με απορία.

 «Σου χρωστάω κάτι», απολογήθηκε.

Γύρισε ανάποδα τη φωτογραφία που κρατούσε ακόμα στα χέρια της. Έβγαλε από την τσέπη ένα κόκκινο μπικ κι έγραψε κάτι.

 «Στο είχα πει ότι δε θα το ξεχάσω ποτέ,» είπε και μου έδωσε τη φωτογραφία.

Εγώ, κάπως σαστισμένος, την πήρα στα χέρια μου.

Τα μάτια μου βούρκωσαν. Ένας κόμπος έσφιξε το λαιμό μου.

Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας έγραφε με τα γνώριμα καλλιγραφικά γράμματα: «Η θάλασσα είναι…» και ακριβώς από κάτω «Άριστα 10΄».

 

 

του Δημήτρη Γραμμένου

Ο Δημήτρης είναι …

(Περισσότερα εδώ: http://dgrammenos.blogspot.gr/)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

7 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Συγκλονιστικό!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  2. fofi walter-kyrlidou

    ενα κειμενο που αφηνει την εσωτερικη μας θαλασσα να ξεχειλισει δακρυα.ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ.

    Απάντηση
  3. ΣΤΑΝΙΤΣΑ ΣΟΦΙΑ . 04/3/2014

    ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ. ΟΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΑΓΓΙΖΕΙ ΒΑΘΕΙΑ, ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΜΕ ΑΠΛΟΤΗΤΑ. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!

    Απάντηση
  4. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    «Η θάλασσα είναι…» και ακριβώς από κάτω «Άριστα 10΄».

    Η θάλασσα ΕΙΝΑΙ – τελεία και παύλα! Πόσα μπορούν να πουν λέξεις που δεν ειπώθηκαν!

    Πολύ δυνατό κι όμορφο, φίλε μου Δημήτρη!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!