Select Page

Η κυρά Ντίνα του Στέργιου

Η κυρά Ντίνα του Στέργιου

 

«Οι παλιές αγάπες κρατάνε για πάντα μου είχαν πει κάποτε, οι αγάπες όμως που παλιώνουν είναι εκείνες που με κράτησαν ζωντανό κι ακόμα με κρατούν κι ας μην μπορώ εδώ που έχω φτάσει να περπατήσω περισσότερο από δυο μέτρα χωρίς να παλεύει η ανάσα μου ν’ αδράξει τον αέρα ολόγυρα…», μουρμούρισε με φωνή που δεν ήταν βαθιά κι επιβλητική όπως παλιά αν και η χροιά της παρέμενε ίδια στο πέρασμα του χρόνου. Ο κυρ Στέργιος έκατσε στο πολυκαιρισμένο παγκάκι και κοίταξε την ερειπωμένη βάρκα του που έλιωνε όπως έλιωνε μέσα του κι εκείνος. «Σκούρος ο καιρός πια, δεν ξημερώνουν οι μέρες φωτεινές όπως παλιά…» σκέφτηκε. «Κι εγώ… δύσκολες οι ώρες μου, με κουράζει ακόμα κι η ανάσα μου, στεγνώνουν τα χείλια για να τραβήξω μέσα μου τ’ οξυγόνο, τα χέρια τρέμουν σαν το στάχυ όταν λυσσομανάει ο άνεμος. Λίγος χρόνος…, λίγες μέρες…, η ζωή είναι λιγοστή πια…, το ξέρω…». Κούνησε καταφατικά το ηλιοκαμένο του κεφάλι λες κι ήθελε να επιβεβαιώσει τις ίδιες του τις σκέψεις.

Έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός, ακίνητος, να μετρά τις δύσκολες στιγμές που έπρεπε το ταλαιπωρημένο του κορμί να περιπλανιέται ακόμα αδιάφορα και πονεμένα πάνω σε τούτον τον κόσμο. Το βλέμμα, σκουριασμένο κι αυτό από τα χρόνια της αλμύρας στο βαπόρι, έμεινε καρφωμένο στο πληγωμένο σκαρί που πάσχιζε να κρατήσει την αξιοπρέπειά του απέναντι στο κύμα. Τα γράμματα στο πλάι είχαν σβηστεί, η «Κυρά Ντίνα» ήταν ανώνυμη πια και η θάλασσα μπορούσε να ασελγήσει σε βάρος της χωρίς αιδώ κι ενδοιασμούς, μήπως σέβεται κανείς ή λογαριάζει τον ανώνυμο που μοιάζει με φάντασμα χωρίς πιστοποιητικό γέννησης μήτε και θανάτου, σκέφτηκε. Τα κουπιά που έδιναν κίνηση και ρότα στο σκαρί είχαν από καιρό σαπίσει, ο καιρός δεν χαρίζεται σε κανέναν, διαβρώνει και τη σκληρότερη πέτρα και την παραδίνει στον άνεμο σκόνη που τη σκορπά στα πέρατα της οικουμένης, άλλωστε σύνορα ο αγέρας δε γνωρίζει, ούτε άλλα των ανθρώπων κατασκευάσματα που διαιρούν αντί να πολλαπλασιάζουν την ουσία του. Ένα δάκρυ κύλησε προσπαθώντας να ξεπλύνει από το χαραγμένο του πρόσωπο όλες τις αναμνήσεις του χρόνου, τις στιγμές μέσα μα κι έξω από τη βάρκα, μα δεν τα κατάφερε. Ύστερα κύλησε κι άλλο ένα, μάταια όμως, οι χαρακιές ήταν πολύ βαθιές σαν τις πληγές της ψυχής που δε γιατρεύονται απ’ έξω παρά θέλουν το γιατρικό να χυθεί με βιά εντός, βαθιά μέσα στα σκοτεινά της βάθη μήπως και τη φωτίσουν.

«Πόσες φορές με κράτησες μέσα στο σκαρί σου πάνω στη ρυτιδιασμένη θάλασσα; Πόσες φορές σου σιγοτραγουδούσα εκείνο το παλιό τραγούδι απ’ την ανατολή που ’λεγε για τις όμορφες φελάχες; Πόσες φορές δεν ονειρεύτηκα κρατώντας σφιχτά τα κουπιά σου για τις μέρες που θα έρθουν και μού ’φερνες το χαμόγελο στα χείλη; Και τώρα; Αφήσαμε κι οι δυο τον καιρό να μας σαθρώσει μέσα κι έξω, εγώ δεν μπορώ να περπατήσω κι εσύ να κρατηθείς απάνω στο αλμυρό νερό. Δεν ξέρω τελικά ποιος φταίει, ο καιρός που πέρασε ή εμείς οι δυο Κυρά Ντίνα που τον αφήσαμε να φύγει μαζί με τα όνειρά μας; Δεν είχα φανταστεί ποτέ πως ο μεγαλύτερος κλέφτης στη ζωή μας είναι εκείνος ο μικρός ο δείχτης του ρολογιού που αλλάζει θέση ασταμάτητα κάθε δευτερόλεπτο χρόνια ολάκερα. Είναι τόσο μικρός και τόσο λεπτοκαμωμένος που κανείς δεν του δίνει τη σημασία που του πρέπει γι’ αυτό μας εκδικείται τη μέρα που κάθε του κίνηση τη μετράμε με λαχτάρα και προσμένουμε με αγωνία για να κάνει την επόμενη, για να δούμε την επόμενη, για να ανασάνουμε την επόμενη… Φυλακίσαμε το χρόνο στα ρολόγια κι εκείνος μας εκδικήθηκε φυλακίζοντας τη ζωή μας στα δευτερόλεπτα!»

Η βάρκα στα ρηχά πάλευε με το αλάτι. Εκείνος απ’ την άλλη πάλευε με την καρδιά του που είχε κουραστεί να χτυπάει ρυθμικά όλα τα χρόνια της ζωής του και τελευταία έκανε του κεφαλιού της. Είχε πάρει απόφαση να την κάψει, όχι την καρδιά μα τη βάρκα του. Να πέσουν οι στάχτες της στη θάλασσα να γευτούν την Κυρά Ντίνα όλα τα πελάγη κι οι ωκεανοί, μα το τρεμάμενο χέρι του δίσταζε να ανάψει το σπίρτο. Κάθε απόγευμα, στο ίδιο πολυκαιρισμένο παγκάκι έλεγε τον πόνο του στη βάρκα κι εκείνη βουβά τον άκουγε με λατρεία. Μέχρι που μια μέρα ο δείκτης των δευτερολέπτων στο παλιό του ρολόι έκανε την τελευταία του στροφή και σταμάτησε το ίδιο απροσδόκητα με την καρδιά του. Το παγκάκι έμεινε αδειανό να κοιτάζει με παράπονο τη βάρκα κάθε ανατολή και κάθε δύση του ηλίου. Η Κυρά Ντίνα δεν άντεξε τη μοναξιά και χαρίστηκε στο κύμα, άφησε το νερό να πλημμυρίσει το μέσα της και παραδόθηκε κι αυτή στο χρόνο και την αλμύρα που δεν άργησε να κάνει και το δικό της το ρολόι να σταματήσει. Αν είχε λαλιά θα φώναζε στους ανθρώπους πως ο χρόνος διαβρώνει ακόμα και τις μνήμες, τις λειαίνει για να μην είναι κοφτερές και ματώσουν την ψυχή τους αλλά τούτο το κόψιμο καμιά φορά είναι απαραίτητο για να φεύγει μαζί με το αίμα και το βάρος που κουβαλά.

 

Η βάρκα χάθηκε. Ο καπετάν Στέργιος κοιμόταν ασάλευτος πια δίπλα στη γυναίκα του την κυρα-Ντίνα, είχε προνοήσει να φύγει νωρίτερα από εκείνον για να του έχει έτοιμες τις τραγανές πίτες που του άρεσαν, τις έριχνε στο τηγάνι για να νοστιμέψουν πιότερο, έτσι πρόσταζε η συνταγή που κουβάλησαν μαζί τους από τη Μικρά Ασία. Για τους άλλους καπετάνιους και για τις άλλες βάρκες ο χρόνος κύλησε κι αθόρυβα, όπως το συνηθίζει, έσβησε τη θύμηση του καπετάν Στέργιου και της κυρά Ντίνας απ’ τα βότσαλα της ακροθαλασσιάς μα κάπου, σίγουρα κάπου, υπάρχει ακόμα βαθιά μέσα σε κάποιες ψυχές, θολή ίσως αλλά τούτο θαρρώ πως δεν έχει δα και τόση σημασία, η εικόνα τους δίπλα στη θάλασσα να ονειρεύονται το αύριο που πια έχει περάσει…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Ερωτηματολόγιο 2018

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!