Select Page

Η Κυρία Γιούλα

Η Κυρία Γιούλα

 

 Διαβάστε το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ, το δεύτερο εδώ, το τρίτο εδώ, το τέταρτο εδώ και το πέμπτο εδώ.

 

- Λιάκο μου, φεύγω, πάω το φόρεμα της κυρίας Φρόσως για δοκιμή. Έχει γάμο αύριο και το βιάζεται. Άφησα το φαΐ στο τραπέζι, αν πεινάσεις φάε, μπορεί να αργήσω.

- Εντάξει κυρία Γιούλα. Δεν πειράζει, θα σε περιμένω να φάμε μαζί. Μέχρι να τελειώσει ο “Πάνος” και οι “Λαϊκοί Βάρδοι” θα χαζέψω λίγο εδώ. Δεν πειράζει, κάνε την δουλειά σου. Α, πες χαιρετίσματα στον Παντελή και τα παιδιά.

Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο του καραβόσκυλου, κάθε απόγευμα, χειμώνα καλοκαίρι, γέμιζε από τις πενιές των “Λαϊκών Βάρδων” και την γαλήνια φωνή του Πάνου Γεραμάνη. Έρχονταν από ένα παλιό ραδιόφωνο BLAUKPUNT, που η βελόνα του δεν ξεκόλλησε ποτέ από την συχνότητα του Β' Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Κάθε απόγευμα στο μικρό δωμάτιο ο Λιάκος περιπλανιόταν στα παλιά καραβίσια βιβλία του μπάρμπα, καθισμένος στην κουνιστή ψάθινη πολυθρόνα του. Μερικές φορές, χάζευε από το παράθυρο τα σπουργίτια να χοροπηδάνε στην γέρικη βερικοκιά του κήπου.

Το κράτησε το δωμάτιο ανέπαφο στο χρόνο. Όπως ήταν εκείνη την τελευταία μέρα που ο καραβόσκυλος έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι. Το καθάριζε μόνος του και σκάλιζε τις αναμνήσεις του με τα μπιμπελό που έφτασαν στην μικρή βιβλιοθήκη από όλα τα λιμάνια του κόσμου. Θυμόταν τις ιστορίες του μπάρμπα με νοσταλγία και αγάπη.

Άλλες φορές πάλι, κάρφωνε το βλέμμα του στο κάδρο με τους ναυτικούς κόμπους και προσπαθούσε με το μυαλό του να καταλάβει πώς φτιάχνονται, πώς λύνονται και πώς δένονται.

Η κυρία Γιούλα, η σύντροφος της ζωής του πάλι, πλάσμα επίσης εξαιρετικό, αντιλαμβανόταν την ανάγκη του να ταξιδεύει με το μυαλό του, να απομονώνεται σε έναν χώρο προσωπικό και διακριτικά φρόντιζε πάντα την αγαπημένη του ώρα να τον αφήνει μόνο του. Κρατούσε μια ισορροπία σε αυτό που λέγεται συμβίωση, κοινή ζωή, συζυγικός βίος.

Ήταν μια γλυκύτατη ύπαρξη η Γιούλα. Δυσανάλογα μικροκαμωμένη για τα δεδομένα του γίγαντα Λιάκου, αλλά δυνατή, τόσο που να κρατάει την ψυχή του σε άνθιση και ευημερία όσο πέρναγαν τα χρόνια.

Συναντιόνταν επί βδομάδες στην ίδια στάση του τρόλεϊ όσο εκείνος πήγαινε στην σχολή τα βράδια και εκείνη κατέβαινε στο κέντρο στη δική της σχολή για μοδίστρες.

Στην αρχή, δεν έδιναν σημασία ο ένας στον άλλο, όσο κι αν μέσα τους γίνονταν μικρές εκρήξεις άγχους κάθε φορά που τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν. Λίγο η ντροπή, λίγο η κούραση που κουβάλαγαν μέσα τους από τις πρωινές δουλειές τους, το άφηναν το σαράκι του έρωτα να τρυπώνει μέσα τους χωρίς να του πολυδίνουν σημασία. Το άφηναν να ωριμάζει χωρίς να το καταλαβαίνουν.

Η Γιούλα θαύμαζε το μεγαλόσωμο αγόρι και το επεξεργαζόταν από την κορφή ως τα νύχια. Ας μην είχαν μιλήσει ποτέ, όποτε βρίσκονταν στην στάση ένιωθε πως τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να την ενοχλήσει όσο εκείνος ήταν εκεί.

Ο Λιάκος πάλι, με την άκρη του ματιού του, δεν έχανε την παραμικρή της κίνηση ο μπαγάσας και κρυβόταν κάθε που εκείνη σήκωνε το βλέμμα τάχα για να κοιτάξει στο απέναντι μπαλκόνι. Τόση δύναμη σε τόση μικρή συσκευασία σκεφτόταν. Καλά το λένε, τα ακριβά αρώματα που μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια.

Το κρυφτούλι κάποια στιγμή σταμάτησε. Ένα ντροπαλό δικό της χαμόγελο, ένα δικό του “γεια” και μια μέρα με τις απαραίτητες συστάσεις, πως σε λένε, πού πας, πού δουλεύεις, όταν αναγκαστικά κάθισαν δίπλα δίπλα γιατί δεν υπήρχαν άλλες θέσεις κενές.

Ένα απότομο φρενάρισμα του τρόλεϊ και αστραπιαία ο Λιάκος την άρπαξε πριν πέσει στο μπροστινό κάθισμα και χτυπήσει με το κεφάλι στο κάγκελο.

- Τρόμαξες, της είπε γεμάτος ανησυχία στο βλέμμα του.

- Όχι, καλά είμαι, σε ευχαριστώ πάντως που με γλίτωσες από ένα μεγάλο καρούμπαλο.

- Είσαι σίγουρα καλά;

- Ναι καλά είμαι, μην ανησυχείς, του είπε, τρισευτυχισμένη για την ανταπόκρισή του. Καλά είμαι.

Εκείνη η διαδρομή του τρόλεϊ, κράτησε μια ολόκληρη ζωή. Παρά το γεγονός ότι αρχικά δεν μπορούσαν να βρουν την αρχή του νήματος, να αρχίσουν μια κουβέντα, από ντροπή και  συστολή, μπήκαν σε αυτό το τρόλεϊ και δεν ξανακατέβηκαν ποτέ.

Μια μικρή μόνο διακοπή, όταν ο Λιάκος πήγε να υπηρετήσει την μητέρα πατρίδα, κόντεψε να τους κοστίσει ακριβά. Να χαθούν και να μην ξαναβρεθούν, αλλά η ζωή είχε καταστρώσει τα σχέδια της και αυτά δεν ανατρέπονται με καμία δύναμη.

- Ρε μπαγάσα, έχεις κάψει καρδιές. Μια ψυχή έχει ανοίξει αυλάκι από το πέρα δώθε έξω από το μαγαζί, του είπε ο μάστορας στην τελευταία άδεια πριν απολυθεί.

- Ποια ρε μάστορα;

- Εκείνη η μικροκαμωμένη ομορφούλα που δουλεύει στης κυρα – Φωφώς της μοδίστρας.

- Δεν την ξέρω ρε μάστορα, πλάκα μου κάνεις;

- Άστα τα σάπια σου ρε, μαζί δεν πηγαίνατε στην σχολή πριν φύγεις. Μαζί δεν γυρνάγατε; Σε ποιον τα πουλάς αυτά ρε λαμόγιο, στο μάστορά σου; Μασάει κουτόχορτο ρε ο μάστορας;

- Για την Γιούλα μιλάς ρε μάστορα; Εγώ νόμιζα ότι...

- Τα νομίσματα είναι για τους κουμπαράδες, άστα αυτά σε εμένα. Το ξέρεις δεν σε παίρνει. Ήρθε τάχα μου δήθεν μια μέρα η κυρά -Φωφώ τις προάλλες να φτιάξει ένα φτερό στο αμάξι της και άρχισε τα “που χάθηκε εκείνο το παιδί”, και “τι καλό παιδί που είναι”, και “πότε απολύεται”. Δασκαλεμένη ήταν από την μικρή που μάλλον χρειάζεται “οδοντίατρο”. Μετά το φτερό άρχισαν τα σούρτα φέρτα και την μέρα που ήρθε η κυρά της να πάρει το αυτοκίνητο ήταν μαζί της. Έκοβε τα ντουβάρια με τα μάτια. Τι λες να έψαχνε; Εμένα; Οι άλλοι δεν ήταν εδώ, οπότε; Αυτό που σου λέω. Τράβα να μπαλώσεις καμιά σκελέα και άσε τους κουμπαράδες και τα νομίσματα.

Και σκελέα μπάλωσε, και παντελόνι και τα εθνόσημα που είχαν ξηλωθεί αλλά και την ζωή του. Τα βρήκαν τα λόγια τους και οι δυο, είχαν να πουν πολλά και τα είπαν και συνέχισαν να τα λένε για πάντα. Κράτησαν μόνο εκείνη την ευγένεια και τον σεβασμό που προκαλούσε ο ένας στον άλλο. Τα κράτησαν σαν φυλαχτό. Για πάντα.

Τον μεγάλο έρωτα, τον αντάρτη, τη φωτιά, σαν να τον προσπέρασαν γρήγορα. Ωρίμασε μέσα τους η αγάπη πολύ γρήγορα και παραμέρισε ο έρωτας για να περάσει και να στρογγυλοκάτσει στις καρδιές τους και να μείνει εκεί, ως σεβασμός, νοιάξιμο, στοργή, φροντίδα παντοτινή.

Παιδιά δεν έκαναν. Το λόγο δεν τον έμαθαν ποτέ, αλλά και δεν έριξαν ποτέ το φταίξιμο ο ένας στον άλλο. Δεν φαρμάκωναν ότι τους χάρισε η ζωή με εκείνα που τους στέρησε. Ζούσαν ο ένας για τον άλλο και αυτό τους ήταν υπέρ αρκετό για να νιώθουν ευτυχισμένοι. Άλλωστε τόσα και τόσα παιδιά πέρασαν από τα χέρια τους, άλλα σαν μαθητευόμενοι μαστόροι από τον Λιάκο, άλλα από τα χέρια της Γιούλας σαν μοδίστρες. Τους έδιναν ότι αυθεντικό και γνήσιο είχαν μέσα τους και αυτό τους γέμιζε.

- Από όλες τις εκδρομές Λιάκο μου που κάνουμε, ξέρεις ποια μου αρέσει περισσότερο;

- Ποια κυρία – Γιούλα; (κυρία ήταν στην ψυχή του, έτσι την αποκαλούσε πάντα είτε ήταν μόνοι τους είτε ήταν με κόσμο. Της έδινε κύρος έτσι και αξία)

- Όταν πάμε στο Σούνιο με φεγγαράδα και χαζεύουμε τον ουρανό. Τότε που οι κολώνες και τα μάρμαρα φωτίζονται και η θάλασσα λαμπυρίζει από κάτω. Μου θυμίζουν τότε που κόντεψα να χτυπήσω στο κάγκελο και με κράτησες. Έτσι ένιωσα τότε. Σαν να σε έλουζε ένα φως και να ήσουν όρθιος και αγέρωχος σαν κολόνα αρχαία που θα με φυλάει για πάντα.

- Και γιατί δεν το έλεγες τότε κυρία Γιούλα; Είχες πάθει γλωσσοδέτη σαν και μένα ε; Που ήθελα να σου πω χιλιάδες πράγματα και από τα πολλά μπέρδεψα και δεν είπα τίποτα.

- Ντρεπόμουν βρε Λιάκο, τι ήμουν τότε; Ένα κοριτσάκι, άμαθο και μαζεμένο. Με θόλωνες και εσύ έτσι μεγάλος που ήσουν, τι να σου έλεγα;

- Ναι και με άφησες να φύγω, σκέτος και ρέμπελος για την αγκαλιά της μητέρας πατρίδας. Να ξαπλώνω κάτω από καναδέζες.

-Χα, χα, χα άλλο πάλι και τούτο. Όταν μου πρωτοείπες για τις καναδέζες, ζήλεψα. Τι διάολο έλεγα, τι στρατόπεδο είναι αυτό που έχουν και καναδέζες για τους φαντάρους. Νόμιζα πως ήταν γυναίκες, πού να πάει το μυαλό μου σε αυτοκίνητα.

- Είχα γελάσει με την ψυχή μου τότε κυρία Γιούλα που ζήλεψες με τις καναδέζες, την Καλλιόπη και το “πλοίο της αγάπης” . Ακόμη και τώρα το σκέφτομαι και γελάω καμιά φορά μόνος μου.

- Ε, μα πού να πάει το μυαλό μου σε αυτοκίνητα, τουαλέτες και σκουπίδια. Σε αγγαρείες και βρωμιά.

 

του Βαγγέλη Τσερεμέγκλ​η

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

9 Σχόλια

  1. Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

    Υπάρχει ο έρωτας ο αντάρτης, αυτός που σε αναστατώνει και σε καίει. Σε ξεμυαλίζει. Υπάρχει όμως και ο έρωτας ο ισορροπιστής, ο ώριμος που παραμερίζει και με ευγένεια παραχωρεί την θέση του στην αγάπη και την βαθιά εκτίμηση για το αντικείμενο του ερωτικού πόθου. Κυρία Γιούλα το όνομά του, για τον Λιάκο , Λιάκος για την Κυρία Γιούλα.
    Απολαύστε τον και αναπολήστε….
    Ευχαριστώ.

    Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    “Τους έδιναν ότι αυθεντικό και γνήσιο είχαν μέσα τους και αυτό τους γέμιζε”. Θα κρατήσω αυτό συντροφιά μου όλη μέρα!!Α και προλαβα και πήγα και στο Σούνιο!!!Για άλλη μια φορά σε συγχαίρω Βαγγέλη και σε ευχαριστώ!!!!!!!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Εκείνος που οφείλει ένα μεγάλο ευχαριστώ Άννα, νομίζω πως είμαι εγώ. Για την αφοσίωση και τις αναγνώσεις.

      Απάντηση
  3. Αθηνά Μαραβέγια

    Τι υπέροχο κείμενο!!!!!!
    Πόσο τρυφερό και αληθινό!!!
    Πόση ανάγκη έχουμε, τελικά, όλοι από αυτό το μυστήριο που λέγεται ΑΓΑΠΗ!!!
    Ευχαριστώ πολύ!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Αθηνά σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια.

      Απάντηση
  4. Βάσω Αποστολοπούλου

    “Εκείνη η διαδρομή του τρόλεϊ, κράτησε μια ολόκληρη ζωή”.

    Τι όμορφο να κρατούν μια ζωή οι διαδρομές του τρόλει… τι όμορφα που μας έδωσες αυτό το ταξίδι, Βαγγέλη μου!

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Βάσω χαίρομαι πολύ που σου άρεσε. Να είσαι καλά και σε ευχαριστώ πολύ.

      Απάντηση
  5. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

    Οι εξαιρετικές μας φίλες πιο πάνω με την ευαισθησία αλλά και την καλαισθησία που τις διακρίνει είδαν την αλήθεια που δεν κρύβεται μέσα στο εξαιρετικό σου αφήγημα. Δεν υπάρχει παράγραφος που να μην σου προσφέρει κάτι σαν τροφή για την ψυχή,
    Εμένα ας μου επιτραπεί να εστιάσω στην παράγραφο που με συγκίνησε περισσότερο:
    «Το κράτησε το δωμάτιο ανέπαφο στο χρόνο. Όπως ήταν εκείνη την τελευταία μέρα που ο καραβόσκυλος έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι. Το καθάριζε μόνος του και σκάλιζε τις αναμνήσεις του με τα μπιμπελό που έφτασαν στην μικρή βιβλιοθήκη από όλα τα λιμάνια του κόσμου. Θυμόταν τις ιστορίες του μπάρμπα με νοσταλγία και αγάπη.

    Ίσως επειδή είμαι παππούς τώρα, και σκέφτομαι το μέλλον!.

    Απάντηση
    • Βαγγέλης Τσερεμέγκλης

      Τελικά από ότι φαίνεται η κάθε ψυχή είναι ένα διαφορετικό είδος άρα και η τροφή που την θρέφει διαφορετική. Κοινός τόπος ότι όλες οι ψυχές έχουν ανάγκη από πνευματική διατροφή, για να ανθίζουν, να ευαισθητοποιούνται, να υπάρχουν..
      Αν καταφέρνω με ένα κείμενο να δίνω ξεχωριστή ευχαρίστηση σε ξεχωριστές ψυχές, τότε η δική μου γαληνεύει τρεφόμενη, από την ευχαρίστηση που πρόσφερε.

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!