boots

Φαντάζαν από μακριά οι τριανταφυλλιές της κυρίας Ευανθίας. Τις πότιζε, τους έφτιαχνε το χώμα, τους έλεγε τραγούδια, έβγαζε προσεκτικά κάθε φύλλο ξερό και ξεθάμπωνε τα υπόλοιπα για να γυαλίζει η πρασινάδα τους. Κάθε ξημέρωμα, φόραγε μιαν αμάνικη πολύχρωμη ζακέτα και καθόταν δίπλα τους στο καρεκλάκι κάτω από τη στέγη του μπαλκονιού της και τις χάζευε, καπνίζοντας πού και πού κανένα απαγορευμένο τσιγάρο. Στις γειτόνισσες έλεγε πως αν μπορούσε να διαλέξει τάφο θα διάλεγε το χώμα από κάτω τους. Να τις φροντίζει και όταν πεθάνει. Να τις μυρίζει κι όταν εκείνη θα μυρίζει σαπίλα, έλεγε γελώντας ειρωνικά.

Ήταν διαφορετική από όλες τις κυράδες της γειτονιάς η Ευανθία. Σαν έβρεχε, έβγαζε το μαντήλι από το κεφάλι και κοίταζε τον ουρανό, πίνοντας σταγόνες. Ύστερα, φόραγε κάτι τριανταφυλλένιες γαλότσες, αταίριαστες κατά κοινή ομολογία της γειτονιάς για την ηλικία της, και έκανε τη βόλτα της στη βροχή. Σαν έβγαζε ήλιο, να ‘σου πάλι με λουλουδάτα φορέματα να το παίζει κοριτσούδι, βάζοντας ένα κραγιόν κατακόκκινο. Έβγαινε στη γειτονιά, φλερτάροντας τα γεροντάκια της κάθε αυλής, με τη σιγουριά μιας μοιραίας γυναίκας ποθητής. Και τρέχανε τα σάλια ολονών!

«Μα τι στο καλό έχει αυτή πια!»  λέγανε χολοσκασμένες οι γειτόνισσες

«Μυρίζει ζωή!»  απαντούσαν τα γερόντια γελαστά...

 

(πηγή εικόνας)

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!