Select Page

Η κόρη της Σελήνης

Η κόρη της Σελήνης

 

 

 

Σε μια Χώρα μακρινή, που πάντα είναι Άνοιξη και τα χελιδόνια ζουν μόνιμοι κάτοικοι, κατοικούσε ένας Βασιλιάς με τη μονάκριβη του κόρη. Το όνομα της ήταν Ξακουστή. Η Ξακουστή ήταν πολύ ευτυχισμένη. Είχε πολλά όμορφα και πανάκριβα παιχνίδια, μοναδικά στην Οικουμένη. Είχε λαμπρά φορέματα, στολίδια και κοσμήματα, μα πιο πολύ από όλα η μικρούλα Ξακουστή προτιμούσε να διασκεδάζει καθισμένη στο χρυσό σκαμνί της, για ώρες, και να περνάει τον καιρό της, κοιτάζοντας ένα μεγάλο βιβλίο, με πολύχρωμες ζωγραφιές. Με το βλέμμα της χάιδευε αυτές τις ζωγραφιές, και θαύμαζε το φανταχτερό τους χρώμα.

Από πολύ μικρή, η Ξακουστή έδειχνε ότι θα γινόταν μια πολύ ωραία αλλά προπαντός μια καλή και μυαλωμένη κοπέλα. Ήταν πάντοτε γλυκομίλητη, φρόνιμη, ευγενική. Αγαπούσε τα βιβλία, και φερόταν σε όλους, υπηρέτες, αυλικούς και την νταντά της, με πολύ καλούς τρόπους. Το σπουδαιότερο από όλα, ήταν η αγάπη της για τα ζώα και τα λουλούδια.

Όταν κατέβαινε στους κήπους του Παλατιού, η πεντάμορφη πριγκίπισσα, για να περπατήσει, ντυμένη με το θαυμάσιο φορέμά της, φτιαγμένο από μαργαριταρένια κουμπιά και ζαφείρια, τούλια πολύχρωμα και μουσελίνες, όλα τα ζώα και τα πτηνά του ουρανού, καθώς περνούσε, της κελαηδούσαν και μιλούσαν στη δική τους γλώσσα. Ήταν τόσο χαρούμενα που την έβλεπαν και προσπαθούσαν να την πλησιάσουν.

Κι εκείνη τους τραγουδούσε :

« Ζώα του κήπου μου αγαπημένα

Πουλιά του Ουρανού

Γλυκά που κελαηδείτε

Ελάτε να σας σφίξω ένα- ένα

Κι όλα μαζί ελάτε στη μικρή μου αγκαλιά…»

Κι αφού τα αγκάλιαζε κι έπαιζε μαζί τους, έπειτα τα άφηνε ελεύθερα, αφού τα αποχαιρετούσε φιλώντας τα ένα – ένα. ΄Ηταν ένα καλό πλάσμα η μικρή Ξακουστή κι όλοι εντός κι εκτός του Βασιλείου τη λάτρευαν κι έβλεπαν σε αυτήν μια μελλοντική και δίκαιη Βασίλισσα. Φυσικά αυτός που καμάρωνε περισσότερο από όλους ήταν ο πατέρας της, ο Βασιλιάς. ΄Ηταν όλη του η ζωή!

Αυτή η χαρά δυστυχώς, δεν κράτησε για πολύ, για τη Ξακουστή.

Ο πατέρας της ένιωθε μοναξιά, κι αποφάσισε να παντρευτεί. Η δεύτερη γυναίκα του όμως, ήταν κακιά και ζηλιάρα, και δεν αγαπούσε καθόλου την προγονή της. Ο λαός τη δέχτηκε με μεγάλη αγαλλίαση. Ξεγελάστηκε με τα ωραία λόγια και την υποκρισία της, όπως και ο Βασιλιάς και είδαν στο πρόσωπό της τη μακαρίτισσα την πρώτη Βασίλισσα. Επειδή ήταν και οι δύο όμορφες, κανείς όμως δε μπόρεσε να αντιληφθεί ότι η τωρινή Βασίλισσα θα έκρυβε μια καρδιά μαύρη, σκοτεινή.

Κοίταζε κάθε φόρα τη μικρή Ξακουστή, με φθόνο και ζήλια και σιγά σιγά μια επιθυμία άρχισε να φουντώνει μέσα της έντονα, να εξαφανίσει τη μικρή πριγκίπισσα. Ήθελε να έχει όλο το παλάτι για τον εαυτό της.

Από την πρώτη μέρα κιόλας άρχισε να δείχνει τον κακό της χαρακτήρα στην Ξακουστή. Της απαγόρευε πλέον τις βόλτες στους κήπους του Παλατιού. Της απαγόρευε να διαβάζει το αγαπημένο της βιβλίο με τις πολύχρωμες ζωγραφιές. Κι αντί να της δίνει τα αγαπημένα της μπισκότα, όπως της έδιναν συνήθως για το κολατσιό, εκείνη γέμιζε ένα μπολ με άμμο κι έλεγε : «Αυτό θα φας, τίποτα άλλο δεν υπάρχει.»

Ήταν τόσο διεστραμμένη και τρομερή, που άρχισε να λέει ψέματα στο Βασιλιά, για τη συμπεριφορά της μικρής του κόρη, ότι ήταν ατίθαση και ανυπάκουη.

Ευτυχώς ο Βασιλιάς δεν άκουγε τίποτε από όλα αυτά κι ούτε πίστευε τίποτα κι αγαπούσε ακόμη πιο πολύ την Ξακουστή του. Βλέποντας αυτά η Βασίλισσα, η κακία, ο φθόνος την κυρίευε όλο και περισσότερο. Έτρεμε σύγκορμη. Τα μάτια της ήταν γεμάτα μίσος και ζήλια. Και μόλις έβρισκε ευκαιρία, πλήγωνε την όμορφη βασιλοπούλα. Χωρίς αφορμή, της μιλούσε άσχημα. Και είχε δώσει εντολές στο υπηρετικό προσωπικό, να της κρύβουν τα παιχνίδια και τα όμορφα φορέματά της. Τα μεταξένια μαλλιά της δεν της επέτρεπε πλέον να τα στολίζει με όμορφες γαλάζιες και ροζ κορδέλες. Κι όταν έκανε μπάνιο, είχε συνωμοτήσει με μια δεύτερη υπηρέτρια, να κάνει κάτι πολύ απαίσιο. Έτσι, κάθε φορά που η Ξακουστή έκανε μπάνιο, η υπηρέτρια της κακιάς Βασίλισσας της πετούσε απαίσιους βάτραχους, για να την τρομάζουν. Η ζωή της μικρής πριγκίπισσας είχε γίνει πλέον μια κόλαση. Η κακιά Βασίλισσα δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη βλέποντας την Ξακουστή να λάμπει από ομορφιά και να είναι αγαπητή.

Συνεχώς κατέβαζε το μυαλό της δαιμόνια σχέδια και πήγαινε στους βρωμερούς λάκκους με τους υπηρέτες – συνεργούς της. Εκεί όλοι μαζί μάζευαν αγριόχορτα, και πήγαιναν και τα έβραζαν στην κουζίνα. Έπειτα έβαζαν το ζουμί τους στα όμορφα καλοχτενισμένα ξανθά μαλλιά της μικρής πριγκίπισσας…

Παρόλο την επιμονή της κακιάς Βασίλισσας, τόσο πιο πολύ ομόρφαινε η μικρή πριγκιποπούλα. Και τα βάσανα της μικρής Ξακουστής δεν είχαν τέλος. Μέχρι και βρόμικες αλοιφές φτιαγμένες από τσουκνίδες και αγριόχορτα τις έβαζαν στο όμορφο ροδαλό προσωπάκι της και στο λευκό σαν πορσελάνη σώμα της.

Μα και πάλι, η Ξακουστή παρέμενε ένα πανέμορφο κι αγαπητό πλάσμα σε όλους, κι αυτό εξαγρίωνε ακόμη πιο πολύ τη μητριά της. Στο μεταξύ, η μικρή Ξακουστή υπέφερε πολύ, από όλη αυτή την άσχημη μεταχείριση της μητριάς της και απέφευγε να βγαίνει από τα διαμερίσματα της. Εκεί, νιώθοντας προστατευμένη από όλη αυτή την κακία, ξεσπούσε σε λυγμούς και τα δάκρυα της κυλούσαν στο πάτωμα.

Οι φίλοι της, τα ζώα και τα πουλιά, που τόσο καιρό δεν την είχαν δει στους κήπους, έτρεξαν στο παράθυρο της και κελαηδούσαν, για να της δώσουν παρηγοριά και κουράγιο. Η μικρή Βασιλοπούλα ήταν απαρηγόρητη. Κι έκλαιγε, έκλαιγε με πόνο μεγάλο στην καρδιά. Αισθανόταν ότι κάτι κακό θα της συνέβαινε. Πραγματικά, λίγες μέρες αργότερα οι μαύρες προαισθήσεις της δεν άργησαν να βγούν αληθινές.

Ενώ η ειρήνη βασίλευε, στην όμορφη Χώρα, κι ο Βασιλιάς χαιρόταν να βλέπει το λαό του ευτυχισμένο και να απολαμβάνουν όλοι τα αγαθά της εύφορης γης τους, μια είδηση ήρθε ξαφνικά να τους αναστατώσει…

Ένα κακό νέο που εξαπλώθηκε αμέσως σε όλη τη Χώρα. Στρατός πολύς, βάρβαροι έρχονταν προς την πατρίδα τους κι από όπου περνούσαν λεηλατούσαν, κατέστρεφαν, έκαιγαν και ρήμαζαν τις περιούσιες.

Και πριν καλά - καλά πέσει η νύχτα, ακουστήκαν κιόλας από το ψηλό παρατηρητήριο οι σάλπιγγες του κινδύνου. Οι άγρυπνοι φρουροί είδαν μέσα στο σκοτάδι τις φωτιές και το στρατό των βαρβάρων να πλησιάζει. Έτρεξαν να ειδοποιήσουν τον Βασιλιά. Σύντομα, οι βάρβαροι θα βρίσκονταν στην όμορφη Χώρα. Ο Βασιλιάς κάλεσε συμβούλιο με τους Στρατηγούς του. Η απόφαση πάρθηκε. Θα γινόταν πόλεμος.

Οι κάτοικοι πήραν ότι πολυτιμότερο είχαν και σκορπίστηκαν προς τα βουνά, κι όσοι έμειναν πίσω κλείστηκαν στα γιγάντια απόρθητα τείχη του Παλατιού. Επικρατούσε πανικός, φωνές ανθρώπων και ποδοβολητά αλόγων. Τύμπανα ακούγονταν και σάλπιγγες. Ο Πόλεμος κηρύχθηκε! Αντρειωμένοι πολεμιστές ετοιμάστηκαν, με πανοπλίες και κράνη, όπλα κι άλλοι καβάλα σε άλογα κι άλλοι πεζοί, ξεκίνησαν για τη μάχη……

 

Η συνέχεια εδώ.

Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο 'Η κόρη της Σελήνης' παραχωρήθηκε ευγενικά από τη συγγραφέα Εύα Πετροπούλου Λιανού για τους αναγνώστες του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net

Επιμέλεια κειμένου

Εύα Πετροπούλου Λιανού

Γραφω παραμυθια για παιδια και για μεγαλους γραφω για νεραιδες και για ανθρωπους που πιστεψαν στον ευατο τους εκαναν τα ονειρα αληθινα !! Βιβλια μου κυκλοφορουν σε εβοοκ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΟΤΑΞΙΔΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ , Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΕΛΟΤΟΣ Η ΖΕΡΑΛΝΤΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΞΩΤΙΚΟ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ , ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΝΙΚΗΦΟΡΟ ΒΡΕΤΤΑΚΟ ΠΟΙΗΣΗ... & ΕΓΩ ΚΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΜΟΥ ΕΥΑΤΟΣ, Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΪΤΑ. Ειμαι εισηγητρια σεμιναριων παραμυθιου.Μαθαινω και σε αλλους πως μπορουν να γραψουν για ηρωες και δρακους αλλα και για την αγαπη και τη φιλια.

1 σχόλιο

  1. Silvia Okaliova

    Τώρα πραγματικά περιμένω τη συνέχεια!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!