Select Page

Η λευτεριά της Λέσβου

Η λευτεριά της Λέσβου

 

Το παρακάτω διήγημα είναι αφιερωμένο σ’  όλους τους Λέσβιους προγόνους μας, που πολέμησαν για τη ζωή, τις αξίες και για τον πολιτισμό του νησιού. 

 

«Το ωρολόγιον της Μητροπόλεως αντήχει μίαν μίαν τας ώρας.

Εκυλίοντο σημαίνουσαι το τέλος της τουρκικής κυριαρχίας επί της

ωραίας νύμφης του Αιγαίου, της πατρίδος της Σαπφούς, της πατρίδος του Βερναρδάκη.

Και  ήσαν καθώς το ξεψύχισμα του τέρατος της τυραννίας οι ήχοι του ωρολογίου, οι

κυλιόμενοι εις της αιωνιότητος την άβυσσον…»   

                                                                                    (Εφημερίδα «Λέσβος», 9 Νοεμβρίου 1912).

                                

Η λευτεριά της Λέσβου

 

…Ακόμα θυμάμαι τα λόγια του. Ρίζωσαν μέσα μου, στο μυαλό μου στην ψυχή μου… παντού. Θαρρώ πως ήταν πρόσφατα κι ας πέρασαν τόσα χρόνια από τότε.   Εκείνος μου διηγήθηκε για την απελευθέρωση της Λέσβου  αφού ήταν ένας απ’ αυτούς που πρωτοστάτησαν, και απ’ εκείνους που πίστεψαν στη λευτεριά αυτού του τόπου.

 Παιδί ήμουν τότε, να, σαν κι εσένα γιε μου. Τον άκουγα να μου περιγράφει όλα τα γεγονότα εκείνων των ημερών και τα αδύνατα χέρια του έσφιγγαν όλο και πιο πολύ για να γίνουν δυο ατσάλινες γροθιές. Σαν κι αυτές τις εκατοντάδες που υψώθηκαν στο λιμάνι της πόλης και έδιωξαν τον εχθρό, οδηγώντας τον μακριά από το νησί. Τα λόγια του έβγαιναν με στόμφο μέσα από τα σπλάχνα, που ηχούσαν μες στ’ αυτιά μου σαν τις σάλπιγγες της νίκης και αντάμωναν τις φωνές όλων στον λεύτερο ουρανό του νησιού. Τότε ήταν που ζητωκραύγασαν «Ήρθε η Ελλάδα στο νησί, ήρθε η λευτεριά», βλέποντας την αρμάδα του ναύαρχου Παύλου Κουντουριώτη να προελαύνει έξω από το λιμάνι της Μυτιλήνης.

Ακόμα και τότε, κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια από το μακρινό 1912, η περηφάνια κάλπαζε πάνω του και μ’ ένα περίεργο τρόπο το δικό του περήφανο εκείνο ρίγος πέρασε σ’ όλο το παιδικό μου σώμα.  «Είμαστε πια λεύτεροι μ’ ακούς, λευτερωθήκαμε», έτσι μου ’λεγε πολλές φορές γεμάτος πάθος και ενθουσιασμό. Σα να ήμουν κι εγώ εκεί παρών, σα να τα ’βλεπα όλα αυτά που μου τα διηγούταν, κι ας μην ήμουν τότε στην πόλη, στο νησί, στην λεύτερη πια Μυτιλήνη όταν σήμαναν οι καμπάνες της νίκης…

 Ξημέρωνε η 8η του Νοέμβρη, πολλά χρόνια μετά από τότε, και η δική αγωνία μου αλλά και η χαρά στο αποκορύφωμά τους για την παρέλαση. Η λαχτάρα μου έγινε ακόμα πιο μεγάλη για την επέτειο της απελευθέρωσης της Λέσβου μιας και θα κρατούσα ψηλά την σημαία του σχολείου μου για πρώτη φορά. Το πρωί ντύθηκα με τα ρούχα που είχε ράψει η μάνα μου ειδικά για εκείνη την ημέρα, και τοποθέτησα τον ιστό της σημαίας στη βάση που είχα στη μέση μου για την τελευταία πρόβα.

Τότε έξω από το σπίτι, εκεί στη γειτονιά μες στα σοκάκια έκανα μόνος την δική μου βόλτα πάνω κάτω, και από το στόμα μου έβγαιναν ζωηρά οι ήχοι του τύμπανου, όταν με άκουσε και με είδε εκείνος. Με φώναξε και πήγα κοντά του. Δάκρυσε. Το κλάμα του έγινε ακόμα πιο δυνατό όταν αγκάλιασε την γαλανόλευκη και μου ζήτησε να καθίσω δίπλα του. Την κατέβασε από τον ιστό της και αφού την φίλησε πολλές φορές την τύλιξε στους γέρικους ώμους του.

«Θέλω να σου πω μια ιστορία… γι’ αυτό και σε φώναξα. Μια αληθινή ιστορία παιδί μου που την έζησα εγώ ο ίδιος, τότε… Πες μου, ξέρεις τί γιορτάζουμε σήμερα; Πες μου ξέρεις;» Έτσι μου είπε απότομα και από τα μάτια του έτρεξαν δάκρυα συγκίνησης. Λύγισε, και η φωνή του έγινε σπαρταριστή, μέχρι το βλέμμα όπως και το μυαλό του πάγωσαν φέρνοντας κατά νου τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Κάθισα απέναντί του ξεχνώντας τις παρελάσεις και τις σχολικές προετοιμασίες για την απελευθέρωση του νησιού. Μάτια και αυτιά άνοιξαν διάπλατα για να μην μου ξεφύγει καμία λέξη απ’ αυτές που θα μου έλεγε, και υποδέχτηκα με σεβασμό και θεϊκή ευλάβεια τα λόγια του.

 

«…Μέρες πριν ξέραμε για το Γ. Αβέρωφ και για τ’ άλλα πλοία. Στόλος ολόκληρος κατέβαινε  από τον Ελλήσποντο  και απελευθέρωνε τα νησιά. Την Σαμοθράκη, τη Θάσο, τη Λήμνο…

 Ένας ψαράς από τον Μόλυβο κάτι είχε ακούσει γι’ αυτό τις πρώτες μέρες εκείνου του δοξασμένου Νοέμβρη, πως το θωρηκτό θα ερχόταν και στη Λέσβο. Αυτός, κι εμείς οι Πλωμαρίτες γνωρίζαμε για την άφιξη του στόλου και για την επικείμενη απελευθέρωση. Γρήγορα τα νέα διαδόθηκαν σε όλο το νησί και οι καρδιές όλων μας χτύπησαν δυνατά, μα δήλωναν έτοιμες που θα ξανάνιωναν ελεύθερες. Τόσα χρόνια σκλαβιάς τελείωναν, ούτε ένα ούτε δύο˙ 450 ολόκληρα χρόνια ήταν αυτά.

Αμέσως οργανώθηκαν επιτροπές της λευτεριάς στη Μυτιλήνη και στο Πλωμάρι για την πολυπόθητη επέμβαση του στόλου. Εμείς(οι Πλωμαρίτες)ξεκινήσαμε πρώτοι τον αγώνα κάνοντας μεγάλα βήματα αφού πήγαμε με τα καΐκια μας ως τη Λήμνο και συναντήσαμε τον Κουντουριώτη, τον αρχηγό του ελληνικού στόλου. Τον παρακαλέσαμε να καταλάβει το νησί όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ακόμα και την ίδια ώρα. Δεν μπορούσαμε άλλο την σκλαβιά, δεν χωρούσε άλλο μες στις ψυχές μας. Το χρωστούσαμε στους προγόνους μας αλλά και σε σας, τους νεότερους. Όλοι μας ήμασταν ξάγρυπνοι μερόνυχτα ανυπομονώντας για τα χαρμόσυνα μαντάτα κι αυτήν την άγια μέρα. Και όταν εκείνη έφτασε… Πέμπτη ήταν θυμάμαι. Η πιο όμορφη Πέμπτη απ’ όλες τις προηγούμενες και τις υπόλοιπες της ζωής μου.  Από το γλυκό της χάραμα φάνηκε πως θα ’ταν αυτή η πιο μεγάλη μέρα της λευτεριάς της Λέσβου…».

Σταμάτησε τον μονόλογό του και έκλαψε γοερά σφίγγοντας με τα χέρια του όσο πιο πολύ μπορούσε την σημαία. Την φιλούσε αδιάκοπα και κάθε τόσο έλεγε πως είμαστε πια λεύτεροι. Έτρεμε ολόκληρος και το σώμα του πάλλονταν στους χτύπους της γέρικης καρδιάς του. Έκρυψε τα μάτια με τα χέρια του σκουπίζοντας τα δάκρυα που είχαν ήδη προλάβει να φωλιάσουν μέσα στις χαραγματιές που σαν βαθιά αυλάκια ήταν σχηματισμένα πάνω στο πρόσωπό του.

«Είμαστε λεύτεροι μ’ ακούς; Η Ελλάδα ήρθε στη Λέσβο». Αυτό μου επαναλάμβανε συνεχώς.

»Την παραμονή της 8ης του Νοέμβρη έφυγα από το Πλωμάρι και πήγα στη Μυτιλήνη για να δω από κοντά τη λευτεριά του νησιού. Εκεί αντάμωσα τους άλλους της επιτροπής και οργανώσαμε το σχέδιο της χερσαίας επέμβασης. Οι Τούρκοι που έμεναν στην πόλη θορυβήθηκαν από την πρωτόγνωρη για όλους πανστρατιά της ελευθερίας, αλλά συμφωνήσαμε να μην χυθεί περισσότερο αίμα τουλάχιστον μες στην πρωτεύουσα του νησιού. Το επόμενο πρωί το λιμάνι της Μυτιλήνης γέμισε από τα μαύρα ντουμάνια των βαποριών,  και ο λυτρωτής Κουντουριώτης έδωσε το σύνθημα για την αποβίβαση των στρατιωτών. Γρήγορα το χρώμα της Μυτιλήνης έγινε μπλε και άσπρο σαν την γαλανόλευκη, και οι πυροβολισμοί  της χαράς ακούγονταν από παντού. Από τα Τσαμάκια μέχρι  την Επάνω Σκάλα, και από το Κιόσκι ως την Θερμή τα κύματα της λευτεριάς μας είχαν πια αγκαλιάσει.  Όλοι βγήκανε στους δρόμους της πόλης παραληρώντας και ανέμιζαν τις Ελληνικές σημαίες, και από κάθε χριστιανικό σπίτι ξεπηδούσαν αβίαστα τα ελεύθερα χαμόγελά τους. Σαν αυτόν τον φρενήρη ενθουσιασμό εκείνης της ημέρας, της 8ης του Νοέμβρη, δεν ξανάνιωσα ποτέ στη ζωή μου. 

Το Αβέρωφ έδεσε στον προβλήτα του λιμανιού της πόλης και από μέσα βγήκε ένας αξιωματικός που η λευκή στολή του έλαμπε από μακριά. Ομοίως και το ξίφος του που γυάλιζε, και σαν αυτό δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ.Ήταν τόσο ξεχωριστός και μεγαλόσωμος που βάδιζε ανάμεσα στο εκστασιασμένο πλήθος και όλοι παραμέριζαν για να περάσει. Τότε κάποιος από τους συγκεντρωμένους φώναξε « Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης είναι… Ανήμερα της γιορτής του Εκείνος  μας έφερε τη λευτεριά». Αυτός ήταν… Ήταν Εκείνος. Μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα μας περιέλουσε και όλοι τρέξαμε στο ναό του Άγιου Αθανασίου ακολουθώντας τον Μητροπολίτη της Μυτιλήνης Κύριλλο…  

«Χριστός Ανέστη» φωνάξαμε κι ας μην ήταν η γιορτή της Χριστιανοσύνης, μα για μας ήταν μια Αναστάσιμη ημέρα.

Ήμασταν πια λεύτεροι… Δυο μέρες μετά απ’ αυτήν τη λευτεριά της Μυτιλήνης ακολούθησαν το Πλωμάρι και η Αγιάσος και λίγο αργότερα ο Πολιχνίτος με τη Γέρα, αναγκάζοντας τα εναπομείναντα, λιγοστά όμως, τουρκικά στρατεύματα να οχυρωθούν  στο δυτικό μέρος του νησιού.

Την ίδια κιόλας μέρα το απόγευμα φόρεσα τα ρούχα σαν κι αυτά των στρατιωτών και μαζί με τους άλλους βγήκαμε στα βουνά του νησιού.  Έτσι έγινε η πολιτοφυλακή. Ξεχυθήκαμε σαν ορμητικός χείμαρρος στα χωριά της Λέσβου και πολεμούσαμε τους Τούρκους αντάρτες. Η δίψα για την εκδίκηση ήταν πια μες στο αίμα μας…

Ένα μήνα περίπου μετά απ’ αυτήν την 8η του Νοέμβρη, όλο το νησί η Λέσβος πανηγύριζε τη λευτεριά του… και το τέλος των Φόβιων* που επισκίαζε όλες αυτές τις ημέρες τον τόπο μας ήταν ένα βαρυσήμαντο γεγονός.

 Όλο το νησί από την μια άκρη ως την άλλη ήταν πια ελεύθερο…

Σταμάτησε τον λόγο του και με τρεμάμενα τα χέρια του κατάφερε κι έβαλε στον ιστό ξανά την σημαία της παρέλασης.  Με κράτησε από τους ώμους και το σώμα μου όλο ξαφνικά πάγωσε. Τον έβλεπα κατάματα και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά που είχα τόσο κοντά έναν… Έναν αληθινό ήρωα.

» Να ’σαι περήφανος για την λευτεριά μας και για τον τόπο αυτό. Να πεις στα δικά σου παιδιά όλα αυτά που άκουσες από μένα και να πιστέψεις… Να πιστέψεις στη λευτεριά και να πολεμάς κάθε εχθρό που θα θελήσει να κατακτήσει έστω κι ένα εκατοστό από τα εδάφη μας. Ποτέ να μην ξανανιώσει σκλαβωμένος και δούλος κανένας Έλληνας… Μ’ άκουσες… Κανένας».  

Γεμάτος ενθουσιασμό που ομολογουμένως ξεχείλιζε από μέσα μου, έτρεξα γρήγορα στο σχολείο για την παρέλαση. Κρατούσα γερά και περήφανα τον ιστό της σημαίας και τα λόγια που πριν λίγο άκουσα μου ’ρχονταν κάθε τόσο στο μυαλό. Σε κάθε μου βήμα έκλαιγα βαθιά συγκινημένος και έσφιγγα όλο και πιο πολύ το ξύλινο κοντάρι της γαλανόλευκης.  Αυτές τις ώρες που ήμουνα κοντά του όπως και τα λόγια που άκουσα απ’ εκείνον ορκίστηκα να μην τα ξεχάσω ποτέ… Ποτέ στη ζωή μου…

Και να σου πω κάτι παιδί μου δεν τα λησμόνησα μήτε μια μέρα.  Να μην τα ξεχάσεις ποτέ ούτε εσύ. Να τα πεις στα δικά σου παιδιά για να διατηρηθεί μες στους αιώνες η ιστορία αυτού του νησιού, και να φτάσει ως τα πέρατα όλου του κόσμου.

Στα λέω αυτά σε σένα τώρα γιε μου σήμερα που γιορτάζει η Λέσβος τη λευτεριά της, και να ξέρεις πως δίπλα από κάθε γαλανόλευκη σημαία που κυματίζει ελεύθερη στέκεται κι ένας ήρωας…

Να, σαν κι αυτόν που πολέμησε τότε για τη Λευτεριά της Λέσβου…

                                                       ΤΕΛΟΣ

         *Φόβια :Η μεταβατική περίοδος από την 8η του Νοέμβρη έως και την μάχη του Κλαπάδου, το δυτικό μέρος του νησιού στιγματίστηκε από τα Φόβια. Ήταν η περίοδος όπου στην Λεσβιακή ύπαιθρο έγιναν  λεηλασίες, δολοφονίες και γενικότερα επικρατούσε ένα τρομοκρατικό και φοβικό κλίμα (εξ’ ου και η ονομασία, Φόβια) για το οποίο φέρονται να είναι υπεύθυνες τόσο η πλευρά των Χριστιανών, όσο και η πλευρά των Τούρκων ατάκτων.  

            Πληροφορίες και στοιχεία αντλήθηκαν από εγκυκλοπαίδειες της Λεσβιακής ιστορίας όπως και από εφημερίδες εκείνης της εποχής. («Λεσβιακός αγών» της 9ης Νοεμβρίου 1912, και «Λέσβος» της ίδιας ημερομηνίας). 

     Όλα τα γεγονότα και οι καταστάσεις της απελευθέρωσης που εκτυλίσσονται στο παραπάνω διήγημα είναι πραγματικά (σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές και όλα αυτά που διδάχτηκα ή άκουσα). Όσο δε για την απόδοση του κειμένου, εκείνο είναι φανταστικό και στα πλαίσια της συγγραφικής μυθοπλασίας.       

                                                                                                                       Κώστας Ν. Βελούτσος.                           

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

1 σχόλιο

  1. marimar

    Ποτέ να μην ξανανιώσει σκλαβωμένος και δούλος κανένας Έλληνας… Μ’ άκουσες… Κανένας».
    Υπέροχο το ιστορικό σου διήγημα καλέ μου συμπατριώτη Κώστα Βελούτσε!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!