Η Μεταμόρφωση – Φραντς Κάφκα

3.06.2020

Franz Kafka | 3 Ιουλίου 1883 – 3 Ιουνίου 1924

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Η μετάβαση του Γκρέγκορ Σάμσα (ή μήπως Κάφκα;) από τον κόσμο των ανθρώπων σε εκείνον των εντόμων γίνεται απότομα, απλά και καταλυτικά: «Ένα πρωινό, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ξυπνώντας από εφιαλτικό ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε τερατώδη κατσαρίδα». Με μοναδικό προειδοποιητικό σημάδι ίσως τον εφιάλτη της προηγούμενης νύχτας, ο Γκρέγκορ από υποταγμένος γιος με μοναδικό σκοπό ζωής την οικονομική διευκόλυνση της οικογένειάς του με αντάλλαγμα ψήγματα αγάπης, αφήνεται στον κόσμο της κατάρρευσης. Εκεί που καθετί απλό, όπως η κίνηση και το άνοιγμα μιας πόρτας ή η σίτιση και η ομιλία, καταντούν καθημερινός επώδυνος αγώνας. Η διαπίστωση είναι τόσο ρεαλιστικά απλή, όσο και τρομαχτική. Αν μάλιστα αναλογιστεί κάποιος την εύθραυστη υγεία, την αγοραφοβία και τα ψυχικά τραύματα του Κάφκα, μπορεί να αισθανθεί την καθημερινότητα ενός ψυχαναγκαστικού και φοβικού ανθρώπου, που πασχίζει καθημερινά να φανεί στους άλλους φυσιολογικός, προκειμένου να παραμείνει ανθρώπινος, άρα αποδεκτός.

Σε πρώτη φάση λοιπόν ο Γκρέγκορ Σάμσα προσπαθεί να συμπεριφερθεί φυσιολογικά προκειμένου να μην αντιληφθούν κάτι οι γονείς και η αδερφή του, σαν να επρόκειτο για μια συνηθισμένη μέρα που θα πήγαινε στην δουλειά. Πίσω από την κλειδωμένη πόρτα του δωματίου του, τους διαβεβαιώνει μονολεκτικά – γιατί η φωνή του είναι πια φωνή ζώου- πως σηκώνεται από το κρεβάτι άμεσα και ταυτόχρονα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να το πετύχει. Μόνη του σκέψη, όπως πάντα, οι άλλοι και η αποδοχή τους, κάτι πιο τρομαχτικό και από το νέο αποκρουστικό του σώμα: «Και ξανάρχισε να κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις για να πεταχτεί έξω. Αν κατάφερνε να πέσει κρατώντας ψηλά το κεφάλι, δεν θα πάθαινε τίποτα. Την πλάτη του την ένιωθε σκληρή. Έτσι, πέφτοντας πάνω στο χαλί δεν υπήρχε φόβος να τσακιστεί. Η πιο μεγάλη του έγνοια ήταν ο φόβος που θα έκανε πέφτοντας. Θα προξενούσε τρόμο ή προβλήματα στους απ’ έξω. Αλλά έπρεπε να το διακινδυνεύσει».

Ο αγώνας του βέβαια αποδεικνύεται μάταιος. Η ενοχή του ωστόσο δεν τον εγκαταλείπει ποτέ, μάλιστα κορυφώνεται όταν τον αναζητά στο σπίτι του ο προϊστάμενός του, μια και απόρησε που δεν ήρθε εγκαίρως στην δουλειά. Όλοι πια έχουν ανησυχήσει για τα καλά, καθώς κατανοούν πως κάτι δεν πάει καλά με τον Γκρέγκορ: η αλλόκοτη συμπεριφορά του, η αλλοιωμένη φωνή και το κλειδωμένο του δωμάτιο τους πείθουν πως κάτι κακό συμβαίνει στον νεαρό άντρα και μάλιστα σκέφτονται να φέρουν κλειδαρά και γιατρό. «Όλοι τώρα αντιλαμβάνονταν πως κάτι ασυνήθιστο του συνέβαινε και ήθελαν να τον βοηθήσουν. Η σιγουριά των πρώτων διαταγών κι ενεργειών του τόνωσαν το ηθικό. Έμπαινε ξανά στον κύκλο των ανθρώπων και περίμενε…» Όχι, ό,τι τρομερό και να του συνέβαινε, οι άνθρωποι δεν τον είχαν εγκαταλείψει ακόμα. Ο Γκρέγκορ θα έβρισκε την λύση, θα γινόταν ξανά κανονικός, ανθρώπινος.

Το γεγονός αυτό του δίνει δύναμη ώστε να ανοίξει επιτέλους την πόρτα με υπεράνθρωπες (; ) προσπάθειες με το στόμα του και τότε βρίσκεται για πρώτη φορά σε κοινή θέα το νέο του σώμα. Ο προϊστάμενος, ο πατέρας, η μητέρα και η αδερφή του τον αντικρίζουν εκτεθειμένο, αποκρουστικό, ανήμπορο. Οι αντιδράσεις τους αποδεικνύονται μη αναμενόμενες για τον άντρα- κατσαρίδα. Φρίκη, αποτροπιασμός, ντροπή, απέχθεια, τρόμος είναι μόνο μερικές από αυτές, ενώ ο πατέρας – το αιώνιο καφκικό τραύμα- αναλαμβάνει αμέσως δράση: «Ο πατέρας τον έσπρωχνε χωρίς έλεος στο δωμάτιο και μούγκριζε. Καθώς ο Γκρέγκορ δεν είχε μάθει να βαδίζει προς τα πίσω, πήγαινε πολύ αργά. Αν έστριβε λίγο θα βρισκόταν στο δωμάτιο, αλλά φοβόταν μήπως κάνοντας την στροφή, ο πατέρας του τον χτυπούσε με το μπαστούνι στη ράχη ή στο κεφάλι με μοιραίο αποτέλεσμα…Σφηνώθηκε στο άνοιγμα και τα μικρά του ποδαράκια κρέμονταν στο κενό κι από την άλλη πονούσαν καθώς άγγιζαν το σκληρό δάπεδο. Τότε, ο πατέρας του κατάφερε το τελειωτικό, λυτρωτικό χτύπημα και ο Γκρέγκορ σωριάστηκε στο δωμάτιό του πλημμυρισμένος στα αίματα. Το μπαστούνι έσπρωξε απ’ έξω με δύναμη την πόρτα και ξαφνικά έπεσε απόλυτη ησυχία».

Αυτό ακριβώς το «τελειωτικό χτύπημα» είναι ένα από τα πολλά τραύματα που έφερε στην ψυχή του ο Σάμσα/Κάφκα από την πατρική απόρριψη και του «άφησε ουλή που τον πονούσε».

Έκτοτε, ο αρχικός τρόμος της οικογένειας μετατρέπεται σταδιακά σε αποστροφή και περιφρόνηση, κυρίως από τον πατέρα, ενώ η μητέρα εκδηλώνει μια αμήχανη αποφυγή, καθώς δεν αντέχει ούτε να τον κοιτάξει. Η αδερφή του Γκρέτε λοιπόν αναλαμβάνει το βαρύ καθήκον της περιποίησής του, να του αφήνει δηλαδή μια γαβάθα με αποφάγια και λίγο νερό σε μια άκρη, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη οπτική επαφή. Ο Γκρέγκορ αρχικά αρνείται να τραφεί και παραμένει κρυμμένος κάτω από τον καναπέ λαχταρώντας την επαφή με την οικογένειά του («Άδικα περίμενε, η πόρτα δεν άνοιξε. Το πρωί που οι πόρτες ήταν κλειδωμένες, ήθελαν όλοι να μπουν στο δωμάτιό του, τώρα που αυτός είχε ανοίξει μια πόρτα και τους προσκαλούσε να μπουν κανείς δεν ερχόταν…»).

Αρκείται λοιπόν σε μικρές ματιές από το παράθυρο του καθιστικού με την βοήθεια μιας καρέκλας- όταν όλοι κοιμούνται- ενώ τα βράδια κρυφακούει τις σιγανές συζητήσεις της οικογένειάς του στο καθιστικό. Εκεί που ο πατέρας κάθεται στον «θρόνο» του με την καλή ρόμπα και με σοβαρότητα αναλύει όλα τους τα οικονομικά προβλήματα, που αποδίδονται στην κατάσταση του Γκρέγκορ. Παράλληλα, ως αρχηγός της οικογένειας απολαμβάνει τις εκδηλώσεις λατρείας της οικογένειας δίχως καν να μπει στον κόπο της ανταπόδοσης, σύμφωνα με το κλασικό σκληρό πατριαρχικό καθεστώς. Όλοι μιλούν για τον Γκρέγκορ σιγανά, συνωμοτικά, χωρίς αυτόν.

Όσο οι μέρες περνούν, ο άτυχος μεταμορφωμένος άντρας παλεύει μάταια να κρατηθεί στον κόσμο των ανθρώπων, ενώ εισχωρεί σταδιακά στον κόσμο των ανεπιθύμητων εντόμων. Σε πρώτη φάση, του αδειάζουν σταδιακά το δωμάτιο από τα έπιπλα, με το πρόσχημα της αδερφής του πως έτσι θα αναρριχάται πιο εύκολα στους τοίχους- μια πρόσφατα αποκτημένη συνήθεια, «άδειαζαν την κάμαρά του, του έπαιρναν όσα αγαπούσε». Σε μια ύστατη προσπάθεια να κρατήσει στον τοίχο ένα αγαπημένο κάδρο κολλά ολόκληρο το μαυριδερό κορμί του πάνω στην ταπετσαρία αρνούμενος να την αφήσει, παρά τις επιπλήξεις της αδερφής του. Αφού χάσει λοιπόν ό,τι αγαπά και ό, τι θυμίζει την ανθρώπινη υπόστασή του από το δωμάτιό του, η απόρριψη θα κορυφωθεί στην ανάλγητη επίθεση του πατέρα πάνω του: «Ο Γκρέγκορ κοκκάλωσε κατατρομαγμένος. Ήταν μάταιο να συνεχίσει την κούρσα του, αφού ο πατέρας του είχε αποφασίσει να τον βομβαρδίσει με φρούτα… Είχε γεμίσει τις τσέπες του με μήλα και χωρίς να στοχεύει πάνω του εκείνη τη στιγμή, τα πετούσε το ένα μετά το άλλο… Ένα απ’ αυτά άγγιξε την πλάτη του Γκρέγκορ και συνέχισε να κυλάει χωρίς να του κάνει ζημιά. Αλλά ένα άλλο που ακολούθησε, σφηνώθηκε στην κυριολεξία στην πλάτη του. Προσπάθησε ν’ απομακρυνθεί, λες κι αυτός ο απίστευτος ξαφνικός πόνος θα περνούσε αν άλλαζε θέση….» Μετά από παρέμβαση της μητέρας, ο Γκρέγκορ γλιτώνει τον θάνατο, αλλά αυτό το σάπιο μήλο θα μείνει για όλη του την ζωή σφηνωμένο στην πλάτη του να τον πονάει κατά καιρούς. Ένα ακόμη θανάσιμο τραύμα που με την σειρά του ενεργοποιεί ετεροχρονισμένα όλα τα τραύματα του παρελθόντος από το οικογενειακό του περιβάλλον.

Μετά από αυτό το περιστατικό, μια αδιόρατη αίσθηση ενοχής του πατέρα δίνει την άδεια στον βαριά τραυματισμένο Γκρέγκορ να παρακολουθεί από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου του για λίγο το βράδυ την καθιερωμένη συνάθροιση της οικογένειας. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ τους έχει μεγαλώσει δραματικά και είναι πλέον αγεφύρωτη. Όλοι τον αγνοούν πια και – το χειρότερο- τον θεωρούν βάρος. Η Γκρέτε επαναστατεί και αποφασίζουν να αναλάβει πλέον το θλιβερό καθήκον της σίτισής του μια παραδουλεύτρα. Πρόκειται για μια σκληρή γυναίκα που τον κακομεταχειρίζεται και τον αποκαλεί διαρκώς «βρομιάρη». Ο Γκρέγκορ όμως επιμένει να αγαπά την οικογένειά του, παρότι υποτροπιάζει διαρκώς η κατάστασή του, καθώς δεν τρώει πια και το δωμάτιό του έχει καταντήσει αποθήκη για τα άχρηστα και τα απορρίμματα. Τίποτα πια δεν θυμίζει πως ένα ανθρώπινο όν κάποτε έμενε εκεί μέσα: «ήταν γεμάτος σκόνη, απ’ αυτή που υπήρχε παντού στο δωμάτιό του και που κυκλοφορούσε ακόμα και στον αέρα. Η ράχη και τα πλευρά του ήταν σκεπασμένα και έσερνε μαζί του κλωστές, μαλλιά, απομεινάρια τροφών».

Η ύστατη «εισβολή» στο σπίτι γίνεται όταν έρχονται υπενοικιαστές και καταλαμβάνουν μέρος του σπιτιού, προκειμένου να ενισχυθεί οικονομικά η οικογένεια και να ελέγξει τα χρέη της. Ο Γκρέγκορ από την «φυλακή» του τους ακούσει να γλεντούν στο σαλόνι, να πίνουν και να ακούν την αδερφή του να παίζει βιολί. Το μόνο που λαχταρά είναι να φτάσει κοντά της στο σαλόνι και να ακούσει την μουσική της. Η παρόρμηση αυτή – η ύστατη προσπάθεια να κρατήσει κάτι από την ανθρώπινη υπόστασή του- η μουσική θα τον εκθέσει στα αδιάκριτα βλέμματα των αντρών στο σαλόνι. Το χειρότερο δε όλων είναι πως η αντίδρασή τους δεν είναι καν τρόμος, αλλά περίγελος, περιφρόνηση και οργή, καθώς ο ένας από αυτούς δηλώνει μάλιστα πως αποχωρεί από το σπίτι. Απέναντι σε αυτήν την περιφρόνηση, η οικογένεια του Γκρέγκορ – και κυρίως η Γκρέτε- δηλώνουν απερίφραστα την απέχθειά τους προς τον Γκέγκορ: «Δεν θέλω να αντικρίζω αυτό το τερατούργημα και να προφέρω το όνομα του αδερφού μου, γι’ αυτό σας λέω πως πρέπει να επιχειρήσουμε να απαλλαγούμε. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να τον περιποιηθούμε και να τον υπομείνουμε. Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει». Έκπληκτος, πληγωμένος και σαστισμένος ο Γκρέγκορ αναγκάζεται να οπισθοχωρήσει στο δωμάτιό του, όπου τον κλειδώνουν στο σκοτάδι. Μάλιστα, το κλειδί το γυρίζει στην κλειδαριά η ίδια η Γκρέτε αναφωνώντας «Επιτέλους!» σε μια ύστατη μορφή προδοσίας. Εκεί, ο άτυχος άντρας/έντομο πέφτει σε μια μορφή νάρκης, που ούτε καν νιώθει πλέον τους πόνους του. Έχει πια παραδοθεί ολοκληρωτικά στην νέα φύση του, στην μοίρα ενός αξιοθρήνητου ετοιμοθάνατου εντόμου που έχει πλήρως διαχωριστεί από τον κόσμο των ανθρώπων: «Έμεινε σ’ αυτήν την κατάσταση του ανώφελου και γαλήνιου ρεμβασμού μέχρι που το εκκρεμές χτύπησε τρεις το πρωί. Είδε το πρώτο φως ν’ αχνοφέγγει στο παράθυρο. Μετά, χωρίς να το θέλει, το κεφάλι του έπεσε τελείως και τα ρουθούνια του άφησαν να ξεφύγει αδύναμα η τελευταία του πνοή».

«Έσκασε!» δήλωσε η παραδουλεύτρα όταν τον βρήκε νεκρό το επόμενο πρωί. Κι έπειτα ακολουθεί η ανακούφιση της οικογένειάς του που ευχαριστεί τον Θεό για την απαλλαγή τους από το βάσανο του εντόμου, ενώ αναθέτουν στην παραδουλεύτρα να ξεφορτωθεί το εξαθλιωμένο κουφάρι με οποιοδήποτε τρόπο. Σε αυτό το ανάλγητο τελευταίο κεφάλαιο, η οικογένεια Σάμσα ανακτά την χαμένη ευτυχία της: διώχνει τους τελευταίους υπενοικιαστές, την παραδουλεύτρα και όλοι μαζί αναχωρούν για μια εκδρομή στα προάστια προκειμένου ν’ απολαύσουν επιτέλους τον ήλιο και την ανεξαρτησία τους. Εκεί, στο βαγόνι στην απέναντι θέση, οι γονείς του Γκρέγκορ θαυμάζουν την ομορφιά της κόρης τους Γκρέτε, που ανθίζει σε πλήρη αντίθεση με τον μαρασμό και τον θάνατο αυτού του εκτρώματος, του «γιου»: «…έφτανε ο καιρός που θα έπρεπε να της βρουν ένα καλό παιδί για σύζυγο. Η επιβεβαίωση γι’ αυτά τα όνειρα και τις καλές προθέσεις ήρθε καθώς φτάνοντας στον προορισμό τους, είδαν το κορίτσι τους να πετάγεται από το κάθισμα πρώτο και να ξεδιπλώνει το νεανικό κορμί του».

Η Μεταμόρφωση του Franz Kafka αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές αλληγορίες για την σκληρότητα της πατριαρχίας, ιδιαίτερα εκείνης της εποχής. Προκειμένου να ενταχθεί κάποιος στον κύκλο αυτό, οφείλει να διάγει μια ζωή με συγκεκριμένους κανόνες, που συχνά καταντούν για τον ίδιο αδιέξοδο. Εάν λοιπόν ένας νέος άντρας- όπως ο συγγραφέας- γεμάτος φοβίες και ευαισθησίες, δεν μπορεί ν’ ανταποκριθεί στο άτεγκτο αυτό πρότυπο, αποβάλλεται και αποκόβεται από το ανθρώπινο σώμα. Το σκληρότερο δε σε όλη αυτήν την κατάσταση, είναι πως οι πρωτεργάτες αυτής της απομόνωσης είναι συνήθως οι άνθρωποι που βρίσκονται κοντά μας, αυτοί που αγαπάμε και έχουμε την αδήριτη ανάγκη να μας αγαπούν κι αυτοί σε κάθε έκφανση της «μεταμόρφωσής» μας κατά την διάρκεια της ζωής μας. Και, ας μην γελιόμαστε, η ζωή του καθενός μας περνά αναγκαστικά από διάφορα στάδια «εκκόλαψης» και τελικά «μεταμόρφωσης» στην διαδικασία της υπαρξιακής αναζήτησης.

Υποσημείωση: έχει διατυπωθεί από αρκετούς πως η γραφή του Κάφκα είναι δύσκολη, στριφνή, κάτι που ίσως οφείλεται σε ατυχείς μεταφράσεις στα Ελληνικά. Στην πραγματικότητα, ο Κάφκα γράφει συγκλονιστικά απλά, εντάσσοντας εύστοχα το παράλογο/ αλληγορικό στοιχείο στον ρεαλισμό της καθημερινότητας, δημιουργώντας έτσι την ζοφερή προσωπική του εκδοχή της πραγματικότητας. Παράλληλα, χωρίς λυρικές εξάρσεις και πομπώδεις εκφράσεις οδηγεί τους ήρωές του σταδιακά στην απόλυτη κατάρρευση, αφήνοντας ανοιχτές όλες τις πληγές του(ς). Μαζί και τις δικές μας.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου