Select Page

Η μοναδική μύτη του κυρίου Ιππόλυτου Εξαρχόπουλου.

Η μοναδική μύτη του κυρίου Ιππόλυτου Εξαρχόπουλου.

 

 

       Στην υπηρεσία απολεσθέντων του Παρισιού, στο νούμερο 36 της οδού Morillon, κοντά στο πάρκο George Brassens, καταφθάνουν καθημερινά 180.000 αντικείμενα, ικανά να καλύψουν, αν τοποθετηθούν δίπλα-δίπλα, την απόσταση μεταξύ της Παναγίας των Παρισίων και της Porte Maillot, δηλαδή έξι χιλιόμετρα. Ανάμεσα στα πιο περίεργα αντικείμενα που φυλάσσονται στην υπόγεια σάλα μεγέθους 550 τετραγωνικών μέτρων της υπηρεσίας, συμπεριλαμβάνεται ένα δαχτυλίδι αξίας 22.000 ευρώ, ένα κινητό τηλέφωνο αξίας 14.000 ευρώ, όπλα και σπαθιά, ένα άγαλμα της Αγίας Τερέζας, μια σανίδα του σέρφ, μια ξύλινη γάμπα, μια τεφροδόχος και ο υπάλληλος εκτιμήσεων Ιππόλυτος Εξαρχόπουλος.

       Ο Ιππόλυτος ζούσε μόνος του, σε ένα μικρό και χαμηλοτάβανο διαμέρισμα μιας θεόρατης πολυκατοικίας του εικοστού τομέα του Παρισιού. Από τη στιγμή που γεννήθηκε, ο Ιππόλυτος ήταν αλλόκοτος και, σύμφωνα με τη μητέρα του, ανυπόφορος: γκρινιάρης, εγωκεντρικός, καχύποπτος, υποχόνδριος, φαντασιόπληκτος, υπερόπτης και, από την ηλικία των δύο ετών περίπου, μισογύνης· η μόνη γυναίκα που κατάφερε να κερδίσει την εκτίμησή του στα πενήντα χρόνια της έμβιας καριέρας του, μετά τη μάνα του, ήταν η μαντάμ Μποβαρύ.

       Μια παράξενη συνήθεια του Ιππόλυτου ήταν ότι τραβούσε το καζανάκι όχι μόνο αφού χρησιμοποιούσε την τουαλέτα αλλά κυρίως πριν, εις διπλούν, αλλά δεν ήταν η μόνη· ο Ιππόλυτος είχε μια ολόκληρη συλλογή από παράξενες συνήθειες. Κρατούσε κλειστά τα πατζούρια του σπιτιού του χειμώνα-καλοκαίρι, μιλούσε σπάνια, έτρωγε μόνο λευκά φαγητά, φορούσε καμπαρντίνες χρώματος γκρενά, ροζ πουκάμισα και λαιμοδέτες και κυκλοφορούσε με μαγκούρα αν και δεν είχε κανένα πρόβλημα στα πόδια. Επιπλέον, κάθε πρωί, πριν ετοιμαστεί για τη δουλειά, στεκόταν με τα σώβρακα μπροστά στον καθρέφτη της τουαλέτας του, μετρούσε τη μύτη του με ένα μικρό, μεταλλικό χαρακάκι κι αφού κατέγραφε προσεκτικά τις μετρήσεις σε ένα σημειωματάριο, την καθάριζε προσεκτικά με γαλάκτωμα και την κάλυπτε με πούδρα. Τέλος, σα να μην έφταναν όλα αυτά, όποτε είχε πανσέληνο, ο Ιππόλυτος ανέβαινε από τον φωταγωγό στη ταράτσα της πολυκατοικίας κι από ’κει χάζευε το φεγγάρι.

       Κι αν η μανία του να τραβάει το καζανάκι προκαταβολικά, να μετράει τη μύτη του με χάρακα και να χώνεται στο φωταγωγό, δεν είναι επαρκείς λόγοι για να χαρακτηριστεί κάποιος σαλεμένος, η συνήθειά του να καλεί σε γεύμα τον Μαρσέλ Προυστ και τον Κάρολο Σουάν, τους αδελφούς Ιβάν, Μίτια και Αλιόσα Καραμάζοφ, τον Τομ Ρίπλεϋ, τον Σάντσο Πάντσα και την μαντάμ Μποβαρύ, έπειθε και τον πλέον καλοπροαίρετο πως ο Ιππόλυτος Εξαρχόπουλος ήταν τρελός για δέσιμο.

       Κάθε δεύτερη Παρασκευή του μήνα, μόλις το ρολόι σήμαινε το τέλος του ωραρίου του, ο Ιππόλυτος έφευγε τρέχοντας από την υπηρεσία για να ετοιμάσει το γεύμα των εννιά, όπως το ονόμαζε, το οποίο αποτελούνταν από σπαραγγόσουπα, βραστό στήθος κοτόπουλου, λευκές φέτες ψωμιού χωρίς κόρα, κατσικίσιο τυρί, ελληνικό γιαούρτι με αμύγδαλα και λευκό κρασί. Οι φίλοι του έφταναν στην ώρα τους. Μόλις το καλοκουρδισμένο εκκρεμές του σαλονιού του σήμαινε την ενάτη βραδινή, ο Ιππόλυτος άνοιγε την εξώπορτα και τους υποδεχόταν έναν-έναν, με ευγένεια και επισημότητα και δεν ήταν λίγοι οι γείτονες που ορκίζονταν πως τον είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια να υποκλίνεται και να χαμογελάει στον αέρα τον κοπανιστό.

       Όμως ο Ιππόλυτος δεν έδινε δεκάρα για τα σχόλια και τις φήμες εις βάρος του. “Σημασία έχει να είναι κανείς μοναδικός κι ας μείνει μόνος”, έλεγε συχνά στον στενό του φίλο Σάντσο Πάντσα και κάθε βράδυ μετά τη δουλειά, καταπιανόταν με την απόδειξη αυτής της μοναδικότητας. Έψαχνε για δεδομένα της ευγενικής του καταγωγής παντού: στα αρχεία των ληξιαρχείων και στις βάσεις ανθρωπολογικών και εξελικτικών δεδομένων στο διαδίκτυο, στα οικογενειακά άλμπουμ φωτογραφιών (από τα οποία είχε φροντίσει να εξαφανίσει κάθε ανεπιθύμητη φάτσα), στην αλληλογραφία των γονιών και στα ημερολόγια των παππούδων του, στην κούτα με τις παιδικές του αναμνήσεις, στα αποτελέσματα της ανάλυσης του γενετικού του υλικού, τα οποία είχε λάβει από την αμερικάνικη εταιρεία μοριακών ερευνών “Γολιάθ” καθώς και στην συγκριτική μελέτη της υπέροχα λεπτής, μακριάς και ελαφρά γαμψής μύτης του, στο σχήμα και στη μορφή της οποίας, ο Ιππόλυτος πίστευε ότι κρυβόταν η μοναδικότητα του χαρακτήρα του, όπως άλλωστε τον είχε διαβεβαιώσει ότι συμβαίνει ο φίλος του Μαρσέλ Προυστ.

       Ένα συνηθισμένο βράδυ με γεμάτο φεγγάρι, ο Ιππόλυτος έχωσε το μακρόστενο σώμα του στο φωταγωγό όπως το συνήθιζε, ανέβηκε αργά τα λεπτά, σιδερένια σκαλοπάτια κι έφτασε στην ταράτσα για να παρακολουθήσει το υπερθέαμα της πανσελήνου. Κάθισε κάτω οκλαδόν όπως το συνήθιζε και με τελετουργικές κινήσεις έβγαλε τον καπνό και το τσιμπούκι από το σακκάκι του, το γέμισε και το άναψε κάτω από τον έναστρο ουρανό, πήρε δυο-τρεις βαθιές ρουφηξιές και κοίταξε εκστατικά το στερέωμα. Μόλις όμως τα φώτα της πόλης άρχισαν να σβήνουν και οι ήχοι της να απομακρύνονται, ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν νοιώσει μόνος σε ολόκληρο τον φθορίζον σύμπαν και η ευφορία τον κατακλύσει από την κορυφή μέχρι τα νύχια όπως συνέβαινε συνήθως, το σύμπαν του έπεσε στο κεφάλι. Ή κάπως έτσι του φάνηκε. Διότι κάτω από το αμείλικτο φως της πανσελήνου και των υπόλοιπων άστρων, ο Ιππόλυτος συνειδητοποίησε πως όχι μόνο δεν ήταν μόνος του στο σύμπαν αλλά πως ένας μακρόστενος τύπος με λευκά μαλλιά και λευκή γενειάδα παρόμοια με τη δική του, είχε εμφανιστεί στην απέναντι ταράτσα και κουνούσε το χέρι προς το μέρος του.

       Ο Ιππόλυτος έκανε φοβερή προσπάθεια για να μην χάσει την ψυχραιμία του. Κατέβηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα σιδερένια σκαλιά του φωταγωγού, χώθηκε στην τουαλέτα του σπιτιού του και προσπάθησε να ηρεμήσει και να καταλάβει αν αυτό που είχε μόλις είχε δει ήταν αλήθεια ή παραίσθηση. Δεν πρόλαβε όμως. Λίγα λεπτά αργότερα, το κουδούνι χτύπησε και, κόντρα στη φωνή που του φώναζε να μην το κάνει, ο Ιππόλυτος άνοιξε την πόρτα και άσπρισε σαν τον ασβέστη. Και άσπρισε σαν τον ασβέστη, διότι στο κατώφλι του δεν στεκόταν άλλος από τον εαυτό του, με την ίδια σάρκα και τα ίδια οστά, με ροζ πουκάμισο, λαιμοδέτη, καμπαρντίνα χρώματος γκρενά, μαγκούρα και -το χειρότερο απ’ όλα- με την ίδια, υπέροχα λεπτή, μακριά κι ελαφρά γαμψή μύτη με τη δική του. “Αγαπητέ Ιππόλυτε καλησπέρα”, άκουσε τον άγνωστο εαυτό του να του λέει. “Είμαι ο Ευριπίδης, ο δίδυμος αδελφός σου. Με συνοδεύει ο Πρίγκιπας Μίσκιν. Μπορούμε να περάσουμε;”

 

 

Γράφει η Αργυρώ Μπίστη

Η Αργυρώ Μπίστη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το βιολογικό τμήμα της σχολής Θετικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως μεταπτυχιακή υπότροφος στο εργαστήριο Μοριακής Παρασιτολογίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ (Ε.Ι.Π) όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή σε συνεργασία με την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2006 έως το 2009 εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Ε.Ι.Π. Από τον Φεβρουάριο του 2009 ζει και εργάζεται στο Παρίσι.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. claire

    Καταπληκτικό!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  2. Στάθης Ταλιούρης

    Η φινετσάτη σου γραφή απορρέει Yann Tiersen! Άκουσα της μελωδίες του!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος