Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της

Δημοσίευση: 2.12.2021

Ετικέτες

Κατηγορία

_

γράφει η Μαργαρίτα Κτωρίδου

«Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σου!». Έτσι της έλεγαν όλοι. Μα εκείνη δεν ένιωθε έτσι. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της είχε περάσει. Ξημέρωσε κι έφυγε μαζί του.

Η Μένη. Πού είναι η Μένη;  Τη βρίσκει πάνω από το τραπέζι -φυσικά. Η Μένη την κοιτάζει με το στόμα γεμάτο κάνοντας της τα γλυκά μάτια. Στο ένα χέρι κρατά μίνι σάντουιτς ζαμπόν τυρί και στο άλλο χέρι το κρασί που προοριζόταν για κείνην. Το προβάλλει, μάλιστα, σαν να θέλει να πει ότι το χλαπάκιασμα έγινε εξαιτίας του ποτού που πήγε να της φέρει… Παράπλευρες απώλειες τα καναπεδάκια. 

Μόνο στη Μένη θα ‘βρισκε λίγη δόση σωφροσύνης αυτή την ώρα. Στην Μένη, στο κρασί που κρατούσε και στο τσιγάρο που ήθελε τόσο πολύ να καπνίσει!… Έπρεπε να ξεφύγει από το πανηγυράκι που είχε στηθεί για χάρη της και να του μιλήσει. Του μιλούσε για ό,τι σημαντικό συνέβαινε στη ζωή της. Όπως έκανε κι αυτός. Δεν έχει ανάγκη να τον ακούσει για να ξέρει αν εγκρίνει την κίνηση της. Εξάλλου γνωρίζει ότι τη θέλει ευτυχισμένη. Θέλει να τον ακούσει για να καθαρίσει λίγο το μυαλό της από όλα αυτά. Από την υπερβολική δόση αυτής της μέρας. Από όλο αυτό που ζει και που δεν είναι εκεί να το μοιραστεί μαζί της. Αποτελούσε σταθερά γι’ αυτήν ο Θάνος. Μια από τις μεγαλύτερες σταθερές της ανάμεσα στις τόσες μεταβλητές γύρω της, κι η πιο γλυκόπικρη απ’ όλες.

Πήρε το ποτήρι από το χέρι της Μένης και της είπε με ένα στραβό χαμόγελο μέσα από τα δόντια: «βρες το κινητό μου, ένα τσιγάρο κι αναπτήρα. Πάω να κατευνάσω τα πλήθη κι έρχομαι να σε βρω πίσω στο δρομάκι!»

«Τι τραβάω η έρμη η κουμπάρα, τι τραβάω…». Η Μένη τραβάει για την αποστολή της και η Μελίνα για τη μίνι παράσταση στο σαλόνι της μαμάς της. Αρχίζουν τα βιολιά και τα λαγούτα. Η συγκίνηση των συγγενών πλημμυρίζει τα πρόσωπα τους. Η μάνα, ο πατέρας της, την έκαναν να κλάψει. Χαίρονταν με μια ευτυχία δεύτερης γραμμής, αλλά επιτέλους χαίρονταν. Τους έβλεπε συγκινημένους και χαιρόταν πιο πολύ για αυτούς παρά για την ίδια. Πόσο φυσιολογικό είναι αυτό άραγε..; «όχι πολύ», σκέφτηκε. Αλλά την έδιωξε τη σκέψη και συνέχισε με τη συγκίνηση. Ήταν και πιο σημαντική και πιο ταιριαστή αυτή την ώρα.

Μόλις τελείωσαν τα «ζώματα» και τα σχετικά «καπνίσματα», έσπευσε για το άλλο κάπνισμα, το όχι και τόσο ορθόδοξο για την περίσταση. Ξεγλίστρησε λέγοντας ότι θα πρέπει πριν φύγουν να πάρει τα πράγματά της και να φρεσκαριστεί. Τους έστειλε όλους μπροστά να κεραστούν και πήγε πίσω στο δρομάκι όπου την περίμενε η Μένη. Εκείνη χωρίς καν να μιλήσει της έδωσε κινητό και τσιγάρα και πήρε τη θέση της φυλάγοντας τσίλιες πίσω από τον τοίχο. Την πίσω πόρτα την είχε κλειδώσει η Μελίνα βγαίνοντας. 

Δεν είχε σκεφτεί μέχρι εκείνη τη στιγμή το ενδεχόμενο να μην της απαντήσει. Όσο άκουγε τη γραμμή να χτυπά και να μην απαντά η φωνή του… 

-Σκαθάρι!;

-Σκαθάρι μου!!;; τι κάνεις;

-Καλά είμαι γλυκιά μου, εσύ, πώς είσαι;… Σήμερα δεν-;

-Σήμερα.

-Καλά και τι κάνεις στο τηλέφωνο ρε βλαμμένο!; Πήγαινε παιδί μου στην εκκλησία, μην τον στήσεις τον άνθρωπο.

-Αφού ξέρεις τι κάνω, τι ρωτάς;

-Ξέρω π’ ανάθεμά με, ξέρω. Μελίνα δεν μπορεί να συνεχίσει αυτό, δεν είναι δίκαιο για κανέναν μας.

-Μα δεν κάνουμε κάτι κακό.

-Σκαθάρι μου.. οι δυο μας είμαστε. Σε λίγο παντρεύεσαι και κοίτα γύρω σου, πες μου τι βλέπεις, πού είσαι και τι κάνεις;

-Πήρα να σ’ ακούσω, να σε νιώσω λίγο κοντά μου…

-Ακούς τι λες; Παντρεύεσαι Μελίνα. Κάποιον άλλον. Είσαι ο άνθρωπός μου, παντρεύεσαι κάποιον άλλον και θες να ‘μαι δίπλα σου και να παραμείνω στη ζωή σου κομπάρσος.

-Αυτό πιστεύεις; Νόμιζα πως ήξερες ποιος είσαι για μένα. Το γεγονός ότι αναγκαζόμαστε να ζήσουμε χώρια δεν αλλάζει τίποτα.

-Κι όμως.. αλλάζει. Προχωρούμε ο ένας χώρια από τον άλλον. Πρέπει να προχωρήσουμε ο ένας χωρίς τον άλλον.

-Δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό Θάνο…

Ο πόνος τρέχει από τα μάτια της. Παράπονο που γυαλίζει και κυλάει αντί για τη χαρά μιας τέτοιας μέρας. 

-Ούτε ‘γώ.  Αλλά θα πρέπει να βρούμε τον τρόπο. Είναι πια δικό μου θέμα να βρω τον τρόπο για μένα, και δικό σου θέμα να βρεις τον τρόπο για σένα.

-Τόσο απλά, λοιπόν;

-Απλά, ναι. Εύκολα, όχι.

Δεν μπορούσε να μιλήσει. Την άκουγε που έκλαιγε και έκλαιγε κι αυτός μέσα του. Μα ήξερε πως αυτό έπρεπε να γίνει.

Η Μένη στο μεταξύ της κάνει νεύμα πως άρχισαν να την ψάχνουν. 

Καθαρίζει λίγο το λαιμό της προσπαθώντας να ακουστεί η φωνή της σταθερή: «κχμ, χμ… πρέπει να κλείσω, με ψάχνουν.»

-Πήγαινε. Πήγαινε και να ‘σαι ευτυχισμένη σκαθάρι μου. Μην κοιτάξεις πίσω. Μόνο μπροστά να κοιτάς. Μ’ ακούς, μόνο μπροστά;»

«Σ’ ακούω. Να προσέχεις… Σ’ αγ-» 

«Σσσσς… μην το πεις. Μη λες τίποτα. Αντίο Σκαθάρι μου» 

 

 

«Μελίνα, Μελίνα!», η φωνή της Μένης τη βγάζει από την άβυσσο στην οποία βυθίστηκε για λίγο. «Συγκεντρώσου παιδί που σου μιλάω! Σε ψάχνουν σου λέω, δεν μπορούν να σε δουν σ’ αυτό το χάλι. Ό,τι κι αν είπατε το ξεχνάς, φοράς χαμόγελο και φύγαμε.»

«Μα θα θέλω φρεσκάρισμα, δε γίνεται να…»

«Αχ, αν δεν είχες κι εμένανε! Μαζί μου τα έχω όλα, θα σε φτιάξω. Πάμε.» Την πιάνει από το χέρι και αρχίζει να περπατά. Η Μελίνα τη σταματά.

-Μένη…;» Την αγκαλιάζει σφιχτά.

-Ναι, Ναι. Ξέρω. Μ’ αγαπάς. Κι εγώ σ’ αγαπάω Μελινάκι μου…». Κι αμέσως μετά αποφορτίζει την ατμόσφαιρα με το γνωστό τρόπο: «Τελείωνε τώρα γιατί άρχισαν να με χτυπούν τα παπούτσια και θα την ακούσεις εσύ!».

Η αγκαλιά της Μένης ήταν ό,τι είχε ανάγκη για να μπορέσει να συνεχίσει τη δεδομένη στιγμή. Έπρεπε να πάει στο αυτοκίνητο που ήταν στολισμένο γι’ αυτήν, να πάει στην εκκλησία που ήταν στολισμένη γι’ αυτήν, και να παντρευτεί τον άντρα που ήταν εκεί γι’ αυτήν. Και όλα τούτα τα έκανε σαν μια ξένη. 

Δεν του άξιζε αυτό. Ήταν αποφασισμένη να σταθεί στο πλάι του και να του δώσει την αγάπη της, να του αφιερώσει τον εαυτό της. Να μη μοιράζεται την καρδιά της –αν το καταφέρει αυτό. Του όφειλε να προσπαθήσει να βρει τον τρόπο.  

Κοίταξε το κινητό της. Στο φόντο του έχει τη φωτογραφία του Κωνσταντίνου. Του όμορφου και γλυκού της Κωνσταντίνου. Ήταν σίγουρη ότι κάνει το σωστό. Ήθελε να τον δει στην εκκλησία, να δει τα μάτια του για να νιώσει αυτή τη σιγουριά. Ότι από ‘δω και πέρα βαδίζουν οι δυο τους. Θα γινόταν μια καινούρια αρχή αυτός ο γάμος. 

Φτάνουν στον περίβολο της μεγάλης εκκλησίας της Αγίας του Θεού Σοφίας. Παράξενο… Πάντα είχε την αίσθηση ότι αν παντρευόταν ποτέ, θα ήταν σε ένα μικρό παλιό εκκλησάκι. Αίσθηση, όνειρο, επιθυμία.. ότι κι αν ήταν, πέρασε και τώρα από το μυαλό της πριν κατέβει από το στολισμένο αμάξι. Σκοτείνιασε για δευτερόλεπτα. Έδιωξε τη σκέψη κι έψαξε με το βλέμμα της τον Κωνσταντίνο.

Ήταν εκεί. Στεκόταν με το όμορφο κουστούμι του. Κομψός και σοβαρός δίπλα στους γονείς του. Το βλέμμα του…  έψαχνε για το βλέμμα του μα ήταν κρυμμένο πίσω από τα γυαλιά ηλίου που φορούσε. Και τα χαρακτηριστικά του ήταν ασυνήθιστα σφιγμένα. Οι γωνίες του προσώπου του πιο αιχμηρές απ’ ότι συνήθως. Όσο η Μελίνα πλησίαζε, τόσο οι γωνίες γίνονταν πιο απειλητικές. Η προσπάθεια να αισθανθεί την ασφάλεια που αναζητούσε και η επιθυμία να ερμηνεύσει αυτό που έβλεπε, αλλοίωσαν το χαμόγελο της σε μια γκριμάτσα που κανένας δεν ήταν βέβαιος αν ήταν απορία, ξάφνιασμα, ή φόβος. 

Ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε αμέσως ότι είχε γίνει ολόκληρος ένας καθρέφτης του ψυχισμού του. Έσκασε αμέσως ένα χαμόγελο κι ένα φιλί στη νύφη και κατεύνασε έτσι κάθε ανησυχία των γύρω του, όχι όμως και της ίδιας. Την πήρε από το χέρι, έβγαλε τα γυαλιά που φορούσε, την κοίταξε στα μάτια με ένα βλέμμα καθ’ όλα διερευνητικό και μη καθησυχαστικό και προχώρησαν στο ναό. 

Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Δεν ήξερε τι συνέβαινε. Δεν ήξερε ποιος ήταν αυτός ο Κωνσταντίνος που έβλεπε σήμερα. Την ημέρα του γάμου τους. 

«Θα μου πεις τι συμβαίνει;» τον ρώτησε διακριτικά και προσποιούμενη για τον κόσμο ότι ακόμη χαμογελά ανέμελα.

«…Γιατί φτάσαμε ως εδώ; »

«Τι εννοείς, δεν καταλαβαίνω;»

«Τον αγαπάς ακόμα.»

«Για ποιο πράγμα μιλάς;»

«Μιλώ για αυτό Μελίνα.» και της δείχνει διακριτικά αυτό που κρατούσε κρυμμένο στη φούχτα του.

Το προηγούμενο βράδυ η Μελίνα είχε κοιμηθεί στη μητέρα της αφού κατά το έθιμο το  ζευγάρι κοιμάται χώρια. Ο Κωνσταντίνος προτίμησε να μείνει στο διαμέρισμά τους.  Νωρίς είχαν πάει οι φίλοι του εκεί για ένα ποτό και το πρωί θα πήγαινε στη μητέρα του για το παραδοσιακό ντύσιμο του γαμπρού. Αργά όταν ξάπλωσε, πήρε το μαξιλάρι της Μελίνας στην αγκαλιά του σε μια προσπάθεια να καλύψει το κενό της, αλλά περνώντας το χέρι του κάτω απ’ αυτό, ένιωσε να πιάνει κάτι μέσα από τη μαξιλαροθήκη. Υπέθεσε ότι ήταν κάποιο φυλαχτό και χαμογέλασε… το ανέσυρε απ’ τη θήκη για να δει τι είναι αυτό που φυλάει το κορίτσι του. Τελικά βρήκε ένα μενταγιόν που προφανώς της είχε χαρίσει ο Θάνος με τις φωτογραφίες τους μέσα, και του οποίου την ύπαρξη ο ίδιος αγνοούσε εντελώς. 

Η Μελίνα πάγωσε. Έκανε να σταματήσει, αλλά το χέρι του Θάνου που έσφιξε το δικό της τη συνέφερε και συνέχισε το αργό βήμα της προς τον χώρο του μυστηρίου. Το ζευγάρι πήρε τη θέση του. Η Μελίνα κοίταξε το χέρι που κρατούσε το μενταγιόν. Γύρισε στον Κωνσταντίνο. Ανέπνευσε βαθιά και μετά την παρατεταμένη εκπνοή της, του χαμογέλασε σαν να του ‘λεγε «είμαι έτοιμη». Ο Κωνσταντίνος τη φίλησε στο μάγουλο και της ψιθύρισε: «Μας αγαπώ και τους δυο πολύ για να το κάνω αυτό. Δε θα με κοιτάξεις ποτέ όπως κοιτάς εκείνον. Ούτε καν όπως κοιτάς το μενταγιόν που σου χάρισε».

Κατέβηκε το ένα σκαλοπάτι που τους χώριζε από τον κόσμο, κοίταξε τους καλεσμένους, και τους είπε: «Συγχωρέστε με. Δεν μπορώ να το κάνω. Εγώ φταίω για όλα.» Κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Οι μόνοι που έτρεξαν πίσω του ήταν ο κουμπάρος κι οι δυο κολλητοί του.  Η Μελίνα σαστισμένη δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Τον αγαπούσε τον Κωνσταντίνο και πονούσε που τον πλήγωνε… Τον θαύμασε για αυτό που έκανε, για τη δύναμη που είχε ως άνθρωπος. Δε θα μπορούσε κανείς και τίποτα να πλήξει αυτή την αξιοπρέπεια. 

Άπλωσε το χέρι στη Μένη, την κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα, την κοίταξε για άλλα δυο τρία με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Γύρισε μπροστά και περπάτησε αποφασιστικά μέχρι την έξοδο, πριν την πλησιάσουν οι συγγενείς που ξεπερνούσαν το σοκ για το «ζώον» τον γαμπρό, και αρχίσουν να ασχολούνται με την «καημένη» τη νύφη. 

Μόλις βγήκε από την εκκλησία έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τόσο γρήγορα έτρεχαν και τα δάκρυα απ’ τα μάτια της… λες κι ανταγωνίζονταν τα πόδια με τις όμορφες γόβες της. Δεν ήξερε πού πάει. Δεν ήξερε τι κάνει. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι μηδενίζει το κοντέρ. Απ’ εδώ και πέρα άρχιζε από το μηδέν. Χωρίς τον Θάνο και χωρίς καμιά δεύτερη επιλογή, όσο καλή κι αν είναι. Θα καθάριζε το μυαλό της απ’ όλα, θα ‘βρισκε τον τρόπο να ζει μόνη, για να μπορεί κάποια στιγμή να κάνει μια νέα πρώτη επιλογή. 

Για την ώρα… φορούσε ένα νυφικό και δυο γόβες που την χτύπησαν από το τρέξιμο. Τα μάτια της δεν έλεγαν να πάψουν να γεννούν δάκρυα, μα δεν προσπαθούσε και να τα σταματήσει… ένιωθε λύτρωση. Το μακιγιάζ της την έκανε να μοιάζει με πίνακα που τον χάλασε η βροχή, είχε κάτι λυπηρό και κάτι αστείο μαζί.

Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της δεν ήταν. Ήταν όμως από τις σημαντικότερες και καθοριστικότερες. …Και έτσι η ζωή θα συνεχιζόταν. Εκεί που νόμιζε πως δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 

Δύο λέξεις μόνο είχε ανάγκη να πει: «Συγχώρεσε με». Ήταν το μοναδικό μήνυμα που έστειλε εκείνη τη μέρα.

Ακολουθήστε μας

Το τελευταίο μεροκάματο

Το τελευταίο μεροκάματο

Από το μυαλό της δεν φεύγανε τα απειλητικά λόγια, που αντάλλαξαν στο τηλέφωνο χθες το βράδυ με τον πρώην άντρα της όταν αυτή αναλύθηκε σε λυγμούς, μόνη και αβοήθητη στον κόσμο.  Σήμερα κοντοστέκεται λίγο να ξαποστάσει και να πάρει μιαν ανάσα, σκουπίζοντας τον ιδρώτα...

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Επιμέλεια άρθρου

Διαβάστε κι αυτά

Ουράνιες μελωδίες

Ουράνιες μελωδίες

Ερμητικό το σφράγισμα των κτιρίων με τα σιδερένια φαντάσματα της γειτονιάς της Άνω Πόλης, κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό του Φεβρουαρίου, που τυλίγει με γκρίζο πέπλο ομίχλης, τη Νύμφη του Θερμαϊκού μέχρι κάτω, στο φωτισμένο λιμάνι. Το κρύο του Βαρδάρη αβάσταχτο. ...

Ο πραματευτής

Ο πραματευτής

ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗ ΤΟΝ ΞΕΡΑΝ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ. Ούτε ρώτησε κανείς τ’ όνομά του, ούτ’ εκείνος το ’πε ποτέ σε κανέναν. Λιγόλογος. Μέτριο, γεροδεμένο κορμί.  Πυκνά, σμιχτά φρύδια σκέπαζαν δυο μάτια βαριά. Νιότερος γνωρίζονταν από μια μεγάλη λοξή χαρακιά που ξεκίναγε από το μέτωπο,...

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

Παπαθεοδώρου Βασίλειος

«Στρατιώτης πεζικού, Παπαθεοδώρου Βασίλειος, Ε’ ΕΣΣΟ, 2018. Αιτούμαι διήμερη άδεια για...».  «Πάλι άδεια Παπαθεοδώρου; Κουράστηκες να κάθεσαι εδώ μέσα κι είπες να κάθεσαι κι έξω;». «Όχι, κύριε Διοικητά. Εγώ...». «Τι όχι Παπαθεοδώρου;». «Εγώ... κύριε... Διοικητά...»....

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου