Select Page

Η πυραμίδα μου

Η πυραμίδα μου

cave

Μετά βίας μπορούσα να ανοίξω πια τα μάτια μου. Το λιγοστό φως, που έτρεμε στο βάθος με τύφλωνε. Σαν πήγαινα να κοιτάξω μ’ έδιωχνε μακριά, τσουρουφλίζοντας τα βρώμικα και πονεμένα μου μάτια. Ένιωθα το σώμα ένα κουρέλι, που ρουφά ασύστολα σκόνη. Τα ρούχα μου δεν ξεχώριζαν πια απ’ το δέρμα και έπιασα τον εαυτό μου να με σιχαίνεται. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Ήμουν βουτηγμένος στο αίμα. Από παντού τριγύρω αναδυόταν μια μυρωδιά προχωρημένης αποσύνθεσης. Τα δάχτυλά μου είχαν ποτίσει αίμα, το ένιωθα ως και το στόμα μου. Ευτυχώς δεν μπορούσα να το δω καθαρά.

Έπρεπε να κινούμαι αργά και προσεκτικά. Έτρεμα στην ιδέα μήπως ακουμπήσω κάποιο πτώμα και κολλήσω θάνατο. Τα ‘χα στοιβάξει προσεκτικά το ένα δίπλα στ’ άλλο, πάνω στ’ άλλο και από κάτω. Το βάθος του πηγαδιού ήταν αρκετό ώστε να μην μπορείς με την πρώτη ματιά να διακρίνεις τι υπάρχει στον πάτο. Ήμουν πολύ προσεκτικός, αθόρυβος και μεθοδικός. Κάθε βήμα στην επιφάνεια του εδάφους αντηχούσε στον πάτο, σαν σήμαντρα σε μέρα γιορτής. Με προειδοποιούσε για την έλευση του επόμενου επισκέπτη. Σαν πλησίαζαν έπαιρνα αμέσως τη θέση μου, χανόμουν ανάμεσα στους νεκρούς. Μόλις πετούσαν το πιο πρόσφατο θύμα τους και σιγουρευόμουν ότι είχαν απομακρυνθεί αρκετά, ριχνόμουν και πάλι στη δουλειά.

Η διαδικασία ήταν τόσο κουραστική, όμως είχα αρχίσει να τη συνηθίζω. Μόλις ζωντάνευα και πάλι, σηκωνόμουν προσεκτικά και έπαιρνα στους ώμους μου τον τελευταίο, αδικοχαμένο μου αδερφό. Πατούσα στις μύτες των ποδιών μου, σχεδόν αιωρούμουν πάνω απ τη σωρό των πτωμάτων που είχαν τόσο δεξιοτεχνικά στήσει. Αν η σωρός μου φαινόταν σταθερή έβαζα τον τελευταίο ψηλά, στην κορυφή ν’ αγναντεύει λίγο ήλιο. Αν όμως μου φαινόταν ετοιμόρροπη τον έβαζα κάτω στα θεμέλια. Έτσι, μέρα με τη μέρα, έκτιζα την ανθρώπινη πυραμίδα μου, τη μόνη μου ελπίδα σωτηρίας.

Μετά το πέρας της δεύτερης μέρας σταμάτησα πια να μετρώ το χρόνο, οπότε μπορεί και να βρίσκομαι εδώ κάτω για μήνες. Δεν τολμώ να βγω, περιμένω να ηρεμήσουν τα πράγματα και να εμφανιστεί η κατάλληλη ευκαιρία. Τότε, θα σκαρφαλώσω σαν ακροβάτης πάνω στο βουνό, που εγώ ο ίδιος έχτισα και θα βγω επιτέλους στο φως. Όσο είμαστε ακόμη σε εμπόλεμη κατάσταση, δεν προβλέπεται σύντομα η φυγή μου. Το καταλαβαίνω, γιατί ακούω τις βόμβες να πέφτουν βροχή καθώς το έδαφος σείεται ανελέητα. Πόσο θα ήθελα να νιώσω για λίγο την πραγματική βροχή, τις αγνές της σταγόνες να ποτίζουν το ταλαιπωρημένο μου κορμί. Να πλύνω έστω για μια στιγμή το πρόσωπο μου με νερό κι ας ταξιδέψει ύστερα η ψυχή μου, όπου τη βγάλει. Αλλά εδώ κάτω, στην πραγματικότητα, παλεύω με δυο άδεια παγούρια να ξεγελάσω τη δίψα μου.

Το μόνο καλό, είναι ότι γνωρίζω τον εχθρό. Φοράει μαύρη στολή και στέκει κάθε τόσο πάνω απ’ το χείλος του πηγαδιού. Καμαρώνει τη λεία του, που τόσο δεξιοτεχνικά κατάφερε να ξεκληρήσει. Αισθάνεται περήφανος κι ολοκληρωμένος, τολμώ να πω πως μοιάζει και χαρούμενος. Έχει εκπληρώσει το σκοπό του κι είν’ η χαρά του ο μεγαλύτερος πόνος μου. Είναι τόσο τρομακτικά ωμός. Δεν τον αγγίζει τίποτα. Είναι ψυχρός και διψά για αίμα. Όσες ψυχές κι αν πάρει δεν του είναι ποτέ αρκετές. Μια απόκοσμη ηδονή διαπερνά το κορμί του, όταν με τη λόγχη του σκίζει τη σάρκα του αντιπάλου. Αυτός είναι ο εχθρός μου, υπερέχει σε δύναμη, μα υστερεί σ’ εξυπνάδα. Εκεί βασίζω τις ελπίδες μου. Το μόνο κακό, είναι ότι δεν γνωρίζω πια τον εαυτό μου.

Υπάρχουν μέρες που η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη. Φέρνουν τους νεκρούς δεκάδες και τους πετούν σαν τσουβάλια με αλεύρι σε σιταποθήκη. Τα σώματά τους χτυπούν άτσαλα στη σωρό. Μερικές φορές ρίχνουν τόσους πολλούς, που βρίσκω τον εαυτό μου παγιδευμένο ανάμεσα τους. Κουνάω απελπισμένος χέρια και πόδια, τους σπρώχνω από πάνω μου, σαν να φοβάμαι μην μου κάνουν κακό. Σαν να ‘ ναι αρρώστια ο θάνατος και τρέμω μην κολλήσω και εγώ. Τελικά, ξεγλιστρώ. Σέρνω το αδύναμο κουφάρι μου μακριά απ’ τη σωρό και για τις επόμενες ώρες δεν κινώ ούτε τα βλέφαρά μου. Δεν αισθάνομαι καλά. Η θλίψη κατατρώει την ψυχή μου και η πείνα τη σάρκα μου. Δυσκολεύομαι να συνειδητοποιήσω το πού βρίσκομαι κι όταν το κατορθώνω πασχίζω να το ξεχάσω. Γιατί αν πιστέψω πως αυτή είναι η πραγματικότητα, θα χάσω τα λογικά μου.

Νιώθω ότι έχουν περάσει χρόνια. Σαν να μην πρόκειται ποτέ να τελειώσει αυτός ο καταραμένος ο πόλεμος. Αν κάνω να ανέβω προς την κορυφή θα με εκτελέσουν επί τόπου. Ίσως πρέπει να σκαρφιστώ άλλο τρόπου διαφυγής. Μια σκέψη βασανίζει το μυαλό μου τις τελευταίες μέρες, αλλά δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να την πραγματοποιήσω. Ίσως αν κατάφερνα να βρω το κουράγιο και τη δύναμη, ίσως τότε να μπορούσα. Να βγάλω τα μαχαίρια απ’ τα θηκάρια των αδερφών μου και να σκάψω τον τοίχο. Να σκάψω μέχρι τα χέρια μου να ματώσουν και να μη σταματήσω αν δεν δω την πρώτη ακτίνα φωτός. Όμως φοβάμαι, τρέμω να αντικρύσω τον έξω κόσμο. Δεν θα αντέξω να δω άλλον νεκρό.

Δεν ξέρω το λόγο, αλλά σήμερα ξύπνησα με μια αλλόκοτη αισιοδοξία. Νιώθω ότι η λύτρωσή μου πλησιάζει. Ξαφνικά το σχέδιό μου, από τρελό μοιάζει εφικτό. «Παιχνιδάκι», σκέφτομαι συνεχώς. Ήπια δυο γουλιές κι έφαγα κάποια ψίχουλα που είχα φυλάξει στη στολή μου για ώρα ανάγκης. Έψαξα τους στρατιώτες στη βάση της πυραμίδας μου και βρήκα ένα τσεκούρι και δυο σπαθιά. Ρίχτηκα αμέσως στη δουλειά. Έσπαγα τις πέτρες με μανία και σφυροκοπούσα ανελέητα το σκληρό χώμα. Σε τέτοιο βάθος το σκάψιμο ήταν εξαιρετικά επίπονο. Αλλά δεν είχα σκοπό να τα παρατήσω.

Δεν είχε νυχτώσει ακόμα κι ήδη ένιωθα τα πρώτα σημάδια κούρασης. Η πρόοδός μου ήταν απελπιστική, αλλά το ηθικό μου ακμαίο. Η μέρα σήμερα μου φαινόταν πως είχε κυλήσει εξαιρετικά ήσυχα. Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτε άλλο πέρα απ’ τα σκισίματα του τσεκουριού μου. Σύντομα επέστρεψα στην πυραμίδα μου. Ακούμπησα την πλάτη μου στα πόδια μιας μορφής, που ήταν κάποτε άνδρας. Δεν με φόβιζαν πλέον οι νεκροί, ήμουν τόσο κουρασμένος.

Τη στιγμή που πήγα να κλείσω τα μάτια μου, είδα στον απέναντι τοίχο να διαγράφεται μια παράξενη σκιά. Χωρίς να κινηθώ έστρεψα τα μάτια μου ψηλά. Γύρω απ’ το χείλος του πηγαδιού στέκονταν μαύροι στρατιώτες. Έτσι όπως έκρυβαν τις πρώτες δειλές ακτίνες της ανατολής, η αντανάκλασή τους έμοιαζε με στεφάνι από γαρύφαλλα, που κρέμονταν ολόφρεσκα και στόλιζαν τον χωμάτινο τοίχο. Ένιωσα τα όπλα τους να με σημαδεύουν. Γιατί δεν σκέφτηκα να κάνω ησυχία; Άκουσα την πρώτη σφαίρα να εξοστρακίζεται σε κάποιο πτώμα και τη δεύτερη να τρυπώνει ύπουλα στο κορμί μου.

Ξημέρωνε και μετά βίας μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου…

 

_

γράφει η Ελένη Βαρδαξόγλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

4 Σχόλια

  1. Ελένη Βαρδαξόγλου

    Σας ευχαριστώ πολύ ! Θέλω να επισημάνω ότι η συγκεκριμένη ιστορία βασίζεται σ ένα πραγματικό περιστατικό το οποίο μου διηγήθηκε η γιαγιά μου πριν κάποια χρόνια .

    Απάντηση
  2. Σοφία Ντούπη

    Συγκλονιστικό!!! Δεν έχω να πω κάτι άλλο… με συγκλονίσατε!!! Μπράβο σας!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!