Η ψάθα

28.01.2018

Τον πρώτο καιρό, πες το από ασυνηθισιά, τη μύριζε πρωί και βράδυ. Τώρα ξέρει πως έχει εμποτιστεί τη μυρωδιά του κορμιού του. Την απλυσιά του. Έναν χρόνο κλείσανε ψες αχώριστοι σύντροφοι. Είτε την κουβαλά στην πλάτη του είτε κάθεται πάνω της είτε ξαπλώνει. Είναι ο μοναδικός του φίλος.
Μετά από κάποιον καιρό της μιλούσε. Δεν της έλεγε πολλά, κάποια παράπονα και μετά κάποια ξεχασμένα όνειρα. Τώρα δεν της μιλά, μονάχα την ακούει. Ακούει, πέρα από την ανάσα της και κάποιες μπερδεμένες λέξεις. Δεν της απαντά. Εκείνη τον ξέρει τόσο καλά που δεν χρειάζεται τις απαντήσεις του.
Ένας σφοδρός βοριάς τρία μερόνυχτα τώρα κυνηγά ότι έξω κινείται. Έριξε κάποια δέντρα, τρεις κολόνες της ΔΕΗ, έκοψε σύρματα, πέταξε στο οδόστρωμα γλάστρες, γέμισε τη θάλασσα σκουπίδια και ψες άκουσε πως πάγωσε ο Νότης. Όσο και να προσπάθησε να καλυφθεί σε εκείνη την είσοδο της πολυκατοικίας ο Βοριάς τον βρήκε και τον ξύλιασε.
Χουχουλιάζει τα δάκτυλά του που βγαίνουν από τα τρύπια του γάντια και τραβά βαθιά το σκουφί του. Δεν κρυώνει. Τον τρομάζει όμως που εκείνη έχασε το άρωμά του. Θαρρείς και ο αέρας την καθάρισε από μυρωδιές. Έχει σκύψει πάνω της και προσπαθεί να μυρίσει το κορμί του. Μονάχα μια αποφορά στο βάθος από ένα σύγκρυο και εκείνη δεν μιλά, μονάχα τα χείλη της τρέμουν, τα δόντια της χτυπούν.
Δυο βαρβάτοι προσπαθούν να τον σηκώσουν. Αντιστέκεται. Προσπαθούν να τον οδηγήσουν σε ένα λεωφοριάκι. Μέσα του βλέπει γνωστά πρόσωπα. Αντιστέκεται. Εκείνοι καταλαβαίνουν. Σηκώνουν τα πράγματά του και τα τοποθετούν στην μπαγκαζιέρα. Εκείνος αρπάζει εκείνη και μπαίνει στο λεωφορείο. Τη σφίγγει στη θέση του, την κάνει ντύμα του.
Ναι, δέχτηκε να πλυθεί. Να λουστεί. Αφού τον άφησαν να την έχει μαζί του. Έπλυνε πρώτα εκείνη καλά, τη μύρισε. Είδε πως η μυρωδιά που το πρωί φορούσε και τον τρόμαξε είχε φύγει. Μετά άφησε το νερό να διώξει από πάνω του ενός χρόνου σημάδια. Κάθισε στη φωτιά με εκείνη απλωμένη στα πόδια του. Σαν στέγνωσε την άπλωσε και ξάπλωσε πάνω της. Δίπλα στο κρεβάτι που του είχαν δείξει για δικό του. Η ζεστασιά του χώρου τους άφησε να είναι οι δυο τους μονάχα, τα δυο κορμιά δεμένα. Περασμένοι μήνες καλοκαιριού στη θύμηση.
Έμεινε εκεί, στο άσυλο, μια βδομάδα. Είδε πως εκείνη άρχισε να ξεφλουδίζει, να μαδά. Την είδε να γεμίζει με μυρωδιές φαγητών και από ιδρώτες άλλων. Την είδε να γίνεται απόμακρη και αμίλητη έστεκε. Άχρωμη και αδιάφορη. Σαν κάποια που αφέθηκε στη ζωή των άλλων και δεν περιμένει μήτε τον θάνατο.
Την άλλη μέρα αχάραγα την πήρε και χύθηκε στον κόσμο. Και μέσα στην κοσμοπλημμύρα βρήκε την απάγκια του γωνιά και την άπλωσε πάνω από χαρτόκουτα. Εκείνη βρήκε τη θέση της και άρχισε να παίρνει και τη μυρωδιά του. Κι εκείνος, κάθε νυχτιά, τεντώνει το κορμί του και την αγκαλιάζει. Βρήκε ο καθένας τα θέλω του. Μυρίζει ο ένας στον άλλον τη μέρα που πέρασε. Αυτή που θα έρθει είναι μια άλλη μέρα.

Ακολουθήστε μας

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ…»

Φίλες, γειτόνισσες, συμμαθήτριες, αγαπημένες και κολλητές, η Σύλβια και η Μαρία, μακράν καλύτερες και από αδερφές, μοιράζονταν τη ζωή και τις ομορφιές της, σε ίσα μερίδια. Όλη την ημέρα μαζί, η μία στο σπίτι της άλλης και μόνο τη νύχτα, με βαριά καρδιά πήγαιναν για...

Σκοτεινή εγγύτητα

Σκοτεινή εγγύτητα

Περπατούσε στο δρόμο σκυφτός, καταβεβλημένος. Ήταν απόγευμα και πριν από λίγη ώρα είχε βγει από το εξαώροφο κτίριο που στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας που δούλευε. Στο κεφάλι του συνωστίζονταν σκέψεις βαριές, ετερόκλητες, που όλες τους συνηγορούσαν σε μια...

Αχρείαστοι ήρωες

Αχρείαστοι ήρωες

- γράφει ο Κώστας Θερμογιάννης - Πάλι ξύπνησα μέσα στην αγκαλιά της μαμάς μου κι είναι ακόμα νύχτα νομίζω. Την αγαπάω τη μαμά μου πολύ αλλά τις τελευταίες μέρες που φύγαμε από το σπίτι και είμαστε σ’ αυτό το υπόγειο δε με αφήνει να κοιμηθώ καλά το βράδυ. Όλο με...

Τζέπε και Αζόρ

Τζέπε και Αζόρ

Είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαν Αζόρ. Ο καημένος πίσω από την καγκελόπορτα της διπλανής μονοκατοικίας, με κολάρο, πιστός φύλακας του ηλικιωμένου ζευγαριού που κατοικούσε στο παλιό δίπατο σπίτι. Κάθε φορά που μας έβλεπε κουνούσε χαρούμενα την ουρά του, μιας και μας...

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Η βαλίτσα και το αλεξικέραυνο

Ούτε οι κατασκοπίες μού αρέσουν – χρειάζεται κάποιος να έχει μεγάλες αντοχές, τόσο σωματικές όσο και ψυχικές για ένα τέτοιο μπλέξιμο- ούτε μυστήρια και οι ίντριγκες, τα μαχαιροβγάλματα και τα τρομοκρατικά κτυπήματα πίσω από κατεβασμένες κουκούλες και οδοφράγματα από...

Νόστος

Νόστος

Η Λουκρητία αγουροξυπνημένη και πατώντας στις μύτες των ποδιών της για να μην ταράξει τον Γιάννη, προχωρά προς προς τον γωνιακό μπουφέ του δωματίου, στο σεντούκι με τις αναμνήσεις. Ανοίγει το κάτω συρτάρι και κρατά στα χέρια της μια πολύτιμη φωτογραφία, αδιάψευστο...

Η διάσταση

Η διάσταση

«Έχω μια βιβλιοθήκη» της είπα. «Αξίζει να τη δεις».  «Έλα τώρα»! απάντησε και πήρε εκείνο το ύφος το ενοχλημένο, όταν πιέζεται για κάτι που δε θέλει. «Πιστεύεις πως μπορώ να χάνω το χρόνο μου με βιβλία; Δεν με ενδιαφέρουν. Κάτι άλλο πρέπει να βρω, να περνάω τις...

4 σχόλια

4 Σχόλια

  1. Μένη Σεϊρίδου

    Τόσο ζωντανή η περιγραφή που η μυρωδιά της σε αγγίζει…σε γεμίζει συναίσθημα…

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    “Μυρίζει ο ένας στον άλλον τη μέρα που πέρασε”… Τα λόγια αυτά κάνουν ηχώ..

    Βαθύ και γεμάτο ενσυναίσθηση το μήνυμα σας, της ανάγκης αυτών των ανθρώπων για κάτι “δικό” τους…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου