Select Page

Η ψάθα

Η ψάθα

Τον πρώτο καιρό, πες το από ασυνηθισιά, τη μύριζε πρωί και βράδυ. Τώρα ξέρει πως έχει εμποτιστεί τη μυρωδιά του κορμιού του. Την απλυσιά του. Έναν χρόνο κλείσανε ψες αχώριστοι σύντροφοι. Είτε την κουβαλά στην πλάτη του είτε κάθεται πάνω της είτε ξαπλώνει. Είναι ο μοναδικός του φίλος.
Μετά από κάποιον καιρό της μιλούσε. Δεν της έλεγε πολλά, κάποια παράπονα και μετά κάποια ξεχασμένα όνειρα. Τώρα δεν της μιλά, μονάχα την ακούει. Ακούει, πέρα από την ανάσα της και κάποιες μπερδεμένες λέξεις. Δεν της απαντά. Εκείνη τον ξέρει τόσο καλά που δεν χρειάζεται τις απαντήσεις του.
Ένας σφοδρός βοριάς τρία μερόνυχτα τώρα κυνηγά ότι έξω κινείται. Έριξε κάποια δέντρα, τρεις κολόνες της ΔΕΗ, έκοψε σύρματα, πέταξε στο οδόστρωμα γλάστρες, γέμισε τη θάλασσα σκουπίδια και ψες άκουσε πως πάγωσε ο Νότης. Όσο και να προσπάθησε να καλυφθεί σε εκείνη την είσοδο της πολυκατοικίας ο Βοριάς τον βρήκε και τον ξύλιασε.
Χουχουλιάζει τα δάκτυλά του που βγαίνουν από τα τρύπια του γάντια και τραβά βαθιά το σκουφί του. Δεν κρυώνει. Τον τρομάζει όμως που εκείνη έχασε το άρωμά του. Θαρρείς και ο αέρας την καθάρισε από μυρωδιές. Έχει σκύψει πάνω της και προσπαθεί να μυρίσει το κορμί του. Μονάχα μια αποφορά στο βάθος από ένα σύγκρυο και εκείνη δεν μιλά, μονάχα τα χείλη της τρέμουν, τα δόντια της χτυπούν.
Δυο βαρβάτοι προσπαθούν να τον σηκώσουν. Αντιστέκεται. Προσπαθούν να τον οδηγήσουν σε ένα λεωφοριάκι. Μέσα του βλέπει γνωστά πρόσωπα. Αντιστέκεται. Εκείνοι καταλαβαίνουν. Σηκώνουν τα πράγματά του και τα τοποθετούν στην μπαγκαζιέρα. Εκείνος αρπάζει εκείνη και μπαίνει στο λεωφορείο. Τη σφίγγει στη θέση του, την κάνει ντύμα του.
Ναι, δέχτηκε να πλυθεί. Να λουστεί. Αφού τον άφησαν να την έχει μαζί του. Έπλυνε πρώτα εκείνη καλά, τη μύρισε. Είδε πως η μυρωδιά που το πρωί φορούσε και τον τρόμαξε είχε φύγει. Μετά άφησε το νερό να διώξει από πάνω του ενός χρόνου σημάδια. Κάθισε στη φωτιά με εκείνη απλωμένη στα πόδια του. Σαν στέγνωσε την άπλωσε και ξάπλωσε πάνω της. Δίπλα στο κρεβάτι που του είχαν δείξει για δικό του. Η ζεστασιά του χώρου τους άφησε να είναι οι δυο τους μονάχα, τα δυο κορμιά δεμένα. Περασμένοι μήνες καλοκαιριού στη θύμηση.
Έμεινε εκεί, στο άσυλο, μια βδομάδα. Είδε πως εκείνη άρχισε να ξεφλουδίζει, να μαδά. Την είδε να γεμίζει με μυρωδιές φαγητών και από ιδρώτες άλλων. Την είδε να γίνεται απόμακρη και αμίλητη έστεκε. Άχρωμη και αδιάφορη. Σαν κάποια που αφέθηκε στη ζωή των άλλων και δεν περιμένει μήτε τον θάνατο.
Την άλλη μέρα αχάραγα την πήρε και χύθηκε στον κόσμο. Και μέσα στην κοσμοπλημμύρα βρήκε την απάγκια του γωνιά και την άπλωσε πάνω από χαρτόκουτα. Εκείνη βρήκε τη θέση της και άρχισε να παίρνει και τη μυρωδιά του. Κι εκείνος, κάθε νυχτιά, τεντώνει το κορμί του και την αγκαλιάζει. Βρήκε ο καθένας τα θέλω του. Μυρίζει ο ένας στον άλλον τη μέρα που πέρασε. Αυτή που θα έρθει είναι μια άλλη μέρα.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Μένη Σεϊρίδου

    Τόσο ζωντανή η περιγραφή που η μυρωδιά της σε αγγίζει…σε γεμίζει συναίσθημα…

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    “Μυρίζει ο ένας στον άλλον τη μέρα που πέρασε”… Τα λόγια αυτά κάνουν ηχώ..

    Βαθύ και γεμάτο ενσυναίσθηση το μήνυμα σας, της ανάγκης αυτών των ανθρώπων για κάτι “δικό” τους…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος