τοβιβλίο.net

Επιλέξτε Page

Η ψευδαίσθηση της μοναξιάς, του Σάιμον Βαν Μπόυ

Η ψευδαίσθηση της μοναξιάς, του Σάιμον Βαν Μπόυ

«Ο Τζον ήξερε πως η ζωή του είχε αξία

επειδή θα πέθαινε μαζί με κάποιον

για τον οποίο άξιζε να ζήσει».

Σάιμον Βαν Μπόυ:

Η ψευδαίσθηση της μοναξιάς

Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

 

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ο εξαντλημένος Γερμανός στρατιώτης, τη στιγμή που συνειδητοποιούσε πως ήταν ο μόνος που είχε επιζήσει από τη μονάδα του, μετά την επίθεση που είχαν δεχτεί από συμμαχικά αεροπλάνα, ένιωσε με τρόμο την κάννη ενός περιστρόφου στο στόμα του. Ο άντρας που ήταν πεσμένος πάνω του δεν φορούσε στολή, αλλά άθλια ρούχα χωρικού. Ήταν φανερά ταλαιπωρημένος και βέβαια απελπισμένος. Όμως, αντί να πιέσει τη σκανδάλη, απομάκρυνε την κάννη τού όπλου από το στόμα τού Γερμανού. Λίγο μετά έβγαλε από την τσέπη του λίγο αποξηραμένο κρέας κι ένα παξιμάδι. «Βούτηξε το παξιμάδι σε μια λακκούβα με βρόχινο νερό και το έκοψε στα δυο. Αφού έφαγαν, σηκώθηκαν ταυτόχρονα κι έφυγαν προς αντίθετες κατευθύνσεις».

Στον Γερμανό, χρόνια μετά, οι Άγγλοι, έδωσαν το όνομα Ουγκό.

Ο Αμερικανός ήταν πιλότος βομβαρδιστικού, που είχε χτυπηθεί και είχε καταπέσει στο πεδίο των επιχειρήσεων. Άκουγε στο όνομα Τζον και ήθελε να ζήσει μόνο για τη Χάρριετ.

Ο Γερμανός, λίγο μετά, περιπλανώμενος, θα βρει σε μια κατοικία την οποία κατέτρωγε η φωτιά, ένα βρέφος. Θα το πάρει στην αγκαλιά του και θα συνεχίσουν μαζί την περιπλάνηση και την αναζήτηση της σωτηρίας. Στο βρέφος, ένα ζευγάρι φιλόστοργων Γάλλων θα δώσει το όνομα «Μαρτέν».

Υπάρχουν κάποια μυθιστορήματα που δεν κρατούν απλά το ενδιαφέρον τού αναγνώστη εξ αιτίας τής πλοκής τους, ή των θεμάτων που πραγματεύονται. Τον συγκινούν για τα βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα που διατρέχουν τις σελίδες τους. Τον συγκινούν, ακόμα, και με την τρυφερότητα της γραφής τους.

Το «Η ψευδαίσθηση της μοναξιάς» ανήκει σ’ αυτά. Ο Άγγλος Σάιμον Βαν Μπόυ είναι και ευφάνταστος και τρυφερός. Διαπραγματεύεται τη μοναξιά μέσα από την αγάπη για τον Άλλο, μέσα από τον ισόβιο έρωτα, από τον σεβασμό τής προσωπικότητας του διπλανού.

Το αγοράκι που σώθηκε από τον απελπισμένο Γερμανό στρατιώτη, θα ζήσει μια ήρεμη ζωή, θα αγαπήσει μια γυναίκα και θα μείνει προσκολλημένος στη μνήμη της. Ηλικιωμένος πια, θα καταλήξει σ’ ένα οίκο ευγηρίας, να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους υπέργηρους. Ο Μαρτέν θα είναι για όλους η προσωποποίηση της στοργής.

«Τα καθήκοντα του Μαρτέν στον Οίκο Ευγηρίας Αστροφεγγιά είναι αμέτρητα, αλλά το εικοσιτετράωρο δε φτάνει για να ξεδιπλώσει όλο το φάσμα των ικανοτήτων του. Οι ένοικοι τον φωνάζουν με το παραμικρό… […]

»Όταν τους βουρτσίζει τα μαλλιά, κλείνουν τα μάτια τους. Μερικοί του ζητούν ένα φιλί για καληνύχτα ή μια αγκαλιά. Ο Μαρτέν τους φροντίζει χωρίς να τον αγγίζει ο χρόνος. Τη νύχτα όταν τους αλλάζει τα βρεγμένα σεντόνια, τον παρατηρούν καθώς παλεύει με το στρώμα. Τους καθησυχάζει και κάθεται μαζί τους μέχρι να νυστάξουν ξανά…»

Ο Μαρτέν, όμως, δεν γνωρίζει την ιστορία του, δεν γνωρίζει πως ο άνθρωπος που τον έσωσε, ένας Γερμανός στρατιώτης, έμεινε στη συνέχεια με μισό πρόσωπο, που προκαλούσε τον αποτροπιασμό όσων τον έβλεπαν. Και έμαθε, στα πέντε του χρόνια, πως το ζευγάρι που τον μεγάλωσε δεν ήταν οι γονείς του. Γι’ αυτόν τον λόγο «…εδώ και πάρα πολύ καιρό σκέφτεται πως οποιοσδήποτε άνθρωπος στον κόσμο θα μπορούσε να είναι η μητέρα του, ο πατέρας του, ο αδελφός του ή η αδελφή του».

Ο άντρας με το παραμορφωμένο πρόσωπο θα πορευθεί στο περιθώριο της ζωής. Μόνη του νησίδα χαράς ένα οκτάχρονο αγόρι μιας γειτόνισσάς του, που του το εμπιστευόταν όταν εκείνη δούλευε. Ένα αγόρι που δεν τον ξέχασε…

Στο πρώτο αγόρι είχε χαρίζει τη ζωή. Στο δεύτερο, στον Ντάννυ, είχε χαρίσει την αυτοπεποίθηση για τη ζωή.

Τι είχε χαρίσει στον εαυτό του; Το δικαίωμα στην ελευθερία, σίγουρα. Ένα νέο όνομα απαλλαγμένο από τη θηριωδία των Ναζί, επίσης σίγουρα. Και την ανάμνηση ενός άντρα, που αντί να πατήσει τη σκανδάλη του περιστρόφου του μέσα στο στόμα του, μοιράστηκε μαζί του λίγο αποξηραμένο κρέας και ένα παξιμάδι. Του Τζον…

Ο Σάιμον Βαν Μπόυ είναι εξαιρετικός συγγραφέας. Δεν είναι απλά μυθοπλάστης. Αποδεικνύει ότι γνωρίζει την τέχνη τού ‘‘μυθιστορείν’’. Και η παράλληλη ιστορία τού Τζον αποκαλύπτεται μέσα από τη ζωή τής τυφλής εγγονής του, μιας κοπέλας που δοξάζει και ευγνωμονεί τη ζωή.

Η Αμέλια είναι αυτή που ομολογεί:

«Ο πατέρας μου ανοίγει τις κουρτίνες αργά για ν’ αποκαλύψει τη μέρα. Κάθε μέρα είναι ένα αριστούργημα, ακόμα και όταν σε συνθλίβει. Το φως τού ήλιου ζεσταίνει το πρόσωπό μου. Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου, αλλά δεν βλέπω τίποτα… […]

»Μια κυρία στο λεωφορείο μου είπε κάποτε πως είμαι όμορφη. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους της, διότι ποτέ δεν θα δω τον εαυτό μου…»

Η Αμέλια θέλει ν’ αγαπηθεί. Πιστεύει πως μέσα στην αγάπη βρίσκεται το νόημα της ζωής. Γι’ αυτήν ήταν το κυριότερο από τις κληρονομιές που της άφησε ο παππούς της, ο Τζον:

«Ο Τζον ήξερε πως η ζωή του είχε αξία επειδή θα πέθαινε μαζί με κάποιον για τον οποίο άξιζε να ζήσει».

 

Το κάποτε «ολομόναχο, βασανισμένο, απελπισμένο και φοβισμένο αγοράκι», ο Ντάννυ, που βρήκε τον εαυτό του και πίστεψε στη ζωή πλάι στον Βίκτορα Ουγκό, με το παραμορφωμένο πρόσωπο, θα θυμηθεί τον ευεργέτη του, όταν διάσημος σκηνοθέτης, πια, θα βρεθεί μπροστά στο επικείμενο τέλος αγαπημένης του φίλης, της Ρακέλ.

Η Ρακέλ είναι τα πολλά που θα χάσει, αν εκείνη χαθεί. Είναι τα μάτια της απώλειας μέσα απ’ τα οποία θα βλέπει τη ζωή, η συνειδητοποίηση της προσωρινότητας.

Βγαίνοντας από το δωμάτιο του νοσοκομείου, θ’ ακούσει το παράπονο μιας νοσηλεύτριας, η οποία γνωρίζει πως ο γιος της έχει ελάχιστες πιθανότητες να δουλέψει ως σκηνοθέτης, αφού τόσο σ’ εκείνη, όσο σ’ εκείνον, λείπουν οι κατάλληλες γνωριμίες. Θα της δώσει την κάρτα του, υποσχόμενος αυτό που αποτελούσε για μάνα και γιο μακρινό όνειρο: Βοήθεια. Η συνέχεια, θα διαδραματιστεί στο γραφείο του, καθώς θα δώσει εντολή στη γραμματέα του, να αναζητήσει στην Αγγλία τον υπέργηρο κύριο Βίκτορα Ουγκό και αν ζει, να τον φέρει κοντά του, χαρίζοντάς του, έστω στα στερνά του, τις φροντίδες που τόσο εκείνος είχε στερηθεί, φροντίδες γιου προς πατέρα.

Ο Βίκτορ Ουγκό θα βρεθεί και ο Ντάννυ θα εξασφαλίσει γι’ αυτόν όλη την άνεση και τη στοργή που θα μπορούσε να ονειρευτεί. Πώς, πού; Στον εξαιρετικό Οίκο Ευγηρίας Αστροφεγγιά, όπου περνούν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους οι παλιοί αστέρες τού Χόλυγουντ, με τις ακούραστες φροντίδες τού Μαρτέν.

Ο Σάιμον Βαν Μπόυ δίνει στον αναγνώστη ισχυρές δόσεις συγκίνησης, καθώς ο Ουγκό θα πεθαίνει στα χέρια του πρώτου αγοριού που έσωσε, του Μαρτέν…

Αλλά, παράλληλα, δίνει και ένα γόνιμο μάθημα δημιουργικής γραφής, σ’ επίδοξους συγγραφείς. Τα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου μπορούν να λειτουργήσουν και ως αυτόνομα διηγήματα, διατηρώντας όλη την ένταση της γραφής, χωρίς να κουράζουν τον αναγνώστη, χωρίς να τον αναγκάζουν να πελαγοδρομήσει σε ανούσιες λεπτομέρειες, που μερικές φορές θαρρείς ότι οι συγγραφείς τις βάζουν μόνο και μόνο για να αυξήσουν τις σελίδες της όποιας μυθοπλασίας.

Κλείνοντάς το ένιωσα πως είχα εισπράξει πολλά, πως μόλις είχα ολοκληρώσει ένα τίμιο και καλογραμμένο μυθιστόρημα…

 

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οδηγός ιστοσελίδας

Εκπαιδευτικό υλικό

Αρχείο

Υποβολή συμμετοχής!

Είσοδος