Η Ωραία Θάσος

22.02.2021

γράφει η Ιωάννα Μαρία Νικολακάκη

Θα ‘χε ένα χρόνο τώρα, ίσως και παραπάνω, που ο Σταμάτης ο Δακαρέμης είχε ανοίξει εκείνο το καινούργιο καφενείο στην πάνω γωνία του Νέου Φαλήρου. Προηγουμένως, ο χώρος αυτός ενοικιαζόταν για κάτι παραστάσεις χοροδράματος, δεν έβγαζε όμως καλά λεφτά και -στο εξάμηνο απάνω- του ‘βαλαν λουκέτο. Το ρεκτιφιέ της νέας επιχείρησης ανέλαβε η γυναίκα του Σταμάτη, η Δέσποινα. Γυναίκα αλέγρα και καπάτσα, ήρθε, το είδε, τής γυάλισε κι άρχισε του άντρα της το ψηστήρι για να τ’ αγοράσουν. Σκέφτηκε ο Δακαρέμης, ξανασκέφτηκε, έβαλε και τους τρεις του γιους στο λογαριασμό -σου λέει όλο και κάποιος θα βρεθεί μεθαύριο να βγάλει ψωμί από δαύτο, ας πάει και το παλιάμπελο, την έκανε την επένδυση. Η Δακαρέμαινα όπως το ‘πε, το ‘κανε. Κουβάλησε ένα κάρο σοβατζήδες, ηλεκτρολόγους, μπογιατζήδες, ξυλουργούς, διακοσμητές, έτσι που -σε λιγότερο από μήνα- ήρθε κι έγινε το δίπατο σκέτο φιγουρίνι. Τι ομορφοκαδραρισμένοι μουσαμάδες με τοπία και χρώματα, τι νταντελένιες οροφές και βραχωτά μωσαϊκά, τι πόρτες από φυσητό γυαλί και σκάλες από μαόνι, να ‘σου και μια βαριά δρύινη βιβλιοθήκη για την αίγλη της υπόθεσης, ορίστε κι ένα μικρούλι ορειχάλκινο μαγκάλι δεξιά της εισόδου. Κι όταν ήρθε η ώρα της ονοματοδοσίας, Η Ωραία Θάσος το είπαν, για να θυμίζει την μακρινή καταγωγή της οικογένειας.

Εμείς με το Λουκά και τα παιδιά, μέναμε τρία στενά παραπέρα. Ήταν λίγες βδομάδες που είχαμε μετακομίσει, και δεν ξέραμε κανέναν στη γειτονιά. Το παλιό μας σπίτι ήτανε στον Πλαταμώνα, μια ανάσα από το ξακουστό βουνό του Ολύμπου που -κατά το ομώνυμο άσμα- μάλωνε με τον Κίσσαβο και κάνανε σαματά μεγάλο. Για ‘μας βέβαια, ο Πλαταμώνας ήτανε μέρος φιλειρηνικό, πράο. Ζωή χαρισάμενη περάσαμε, για όσο μάς φτούρησε να μείνουμε εκεί δανά. Η φωλίτσα μας ήταν ένα συμπαθέστατο δυάρι με βεράντα, κληρονομιά του Λουκά απ’ τον πατέρα του, με θέα πρασινάδες, βουνά, ουρανούς χάρτινους, μεταξένιους. Ο Λουκάς μου σπούδαζε χρόνια γιατρός. Όνειρο ζωής. Και, με το που κατάφερε και την πήρε την ειδικότητα απ’ το νοσοκομείο της Λάρισας, ξεσηκώθηκε να μας κατεβάσει οικογενειακώς στην πρωτεύουσα. 

Εγώ πάλι, είχα τις αντιρρήσεις μου. Πού θα’ αφήναμε σόγια, γονείς, πεθερικά και κυρίως με τι ρημάδι δικαίωμα θ’ αναγκάζαμε δυό παιδιά στην προεφηβεία να ξεριζωθούν από το πουθενά για μια ουτοπία, ένα πλάνο αμφιλεγόμενο, ένα ίσως του πατέρα τους. Γιατί ούτε ο Μάκης, ούτε η Ελίνα μας θέλανε τη μετακόμιση. Ο Λουκάς, πάλι, άκουγε πάντα με υπομονή και προσήλωση όλα εκείνα τα πνευματικά πηγαινέλα μου -να φύγουμε ή όχι- και στάθηκε στο πλάι μου βράχος. Ούτε ναι έλεγε, ούτε όχι. Ούτε έχεις δίκιο, ούτε έχεις άδικο. Μόνο όταν το πράμα ζόριζε, ξέσφιγγε το κομπάκι της γυαλιστερής του γραβάτας, έβρεχε τη γλώσσα του με λίγη σαμπάνια, ξεκούμπωνε εναλλάξ τα μανικετόκουμπα στους χοντρούς μάλλινους καρπούς του, μού ‘δινε δυο φιλάκια από ανάλατο φίλντισι κι ύστερα: Ας αφήσουμε το χρόνο να κάνει τη δουλειά του, έλεγε κι αποσυρόταν στα ενδότερά μας ήσυχα, απαλά, σαν νοτιάς. Το βιολί αυτό κράτησε μήνες. Ο Λουκάς μου ήτανε για ‘μένα ευλογία μεγάλη. Γιατί ήτανε πλάσμα σπάνιο, βελουδένιο: καμωμένο απ’ τα πιο ευγενή κι απάτητα μέταλλα: φωνή σαν την κοίτη του ποταμού, δυό μάτια μαύρες θάλασσες κι ένα κορμί όλο γυαλί, χαλκό και φρύγανα ανθισμένα. Με στήριξε. Με στήριξε όσο κανείς ώσπου, μέρα με τη μέρα, οι φόβοι μου άρχισαν ν’ αδυνατίζουν και να πέφτουνε κάτω, αλαφροί σαν φθινοπωρινά πλατανόφυλλα. Κι από ‘κει που, τον πρώτο καιρό, όλο έλεγα μέσα μου πως εκείνον θα τον τρώγαν λάχανο οι άλλοι μεγαλογιατροί, κι εμένα οι δημοσιογραφικές κάστες, πως τα παιδιά θα κάτσιαζαν στο καυσαέριο της κονσερβούπολης και πως στην πρώτη στραβή θα πελαγώναμε, ήρθε μια ωραία πρωία που έκλεισα όλες αυτές τις βδέλλες του μυαλού σ’ ένα αεροστεγές σακουλάκι, και το ‘ριξα στη θάλασσα του Πλαταμώνα. Μετά, πιαστήκαμε χέρι-χέρι με το Λουκά, και τη δώσαμε την κουτουλιά. Τη δώσαμε, και έκτοτε δεν ήρθε ούτε μισή μέρα που να πούμε το μετάνιωσα.

Τέλη Ιούνη λοιπόν, πρωτοήρθαμε στην Αθήνα με κάτι χαμόγελα σαν πρωτομαγιάτικες παπαρούνες. Νέα ζωή, φρεσκολουσμένα όνειρα. Το διαμέρισμα που είχαμε βρει από τις αγγελίες ήταν στον δεύτερο όροφο μιας συμπαθητικής πολυκατοικίας, μια ανάσα μακριά απ’ την κλινική που τον είχανε προσλάβει. Οι χώροι μέσα ήταν σε καλή κατάσταση, ήθελαν όμως ένα χέρι καθάρισμα και δυό μερεμέτια στα υδραυλικά, κάτι βιδώματα στις ξηλωμένες πρίζες κι ένα περασματάκι λαδομπογιά στις κάσες. Για να μην έχουμε στα πόδια μας και τα παιδιά σ’ όλα τούτα, τα στείλαμε κατασκήνωση. Μπήκαμε ύστερα στο λούκι. Εκείνος νυχτέρια – κι εγώ να παλεύω να συμμαζέψω τον ασυμμάζευτο. Καμιά βδομάδα κράτησε το σκηνικό. Κι εκείνη τη Δευτέρα που οι Δακαρέμηδες έκαναν τα εγκαίνια στο μαγαζί, με τα μπαλόνια The party is here, την έντεχνη μουσική στα διαπασών και δωρεάν καφέδες με γλυκά, εγώ μόλις που είχα καταφέρει να ξεπακετάρω την τελευταία μας κούτα με τα γυαλικά. Στο δρόμο για τον μπλε κάδο, άκουσα το τζέρτζελο και πλησίασα από περιέργεια. Με αλογοουρά πιασμένη σε ξεφτισμένο λαστιχάκι από τα Jumbo, φόρμες τρεξίματος μες στη σκόνη και κάτι σαγιονάρες καουτσούκ της κακιάς ώρας, δε μ’ έλεγες και του κουτιού. Μα, τι σημασία είχε. Οι άνθρωποι με υποδέχθηκαν σα συγγενή τους: Γειτόνισσα ίσον αδελφή, μού λένε, με μπάζουν μέσα και με συστήνουν στα τρία βλαστάρια τους -Στέργιος, Τάσος και Δημοσθένης, είκοσι δύο, είκοσι και δέκα εφτά χρονών αντιστοίχως- κι αμέσως έλαβα πρόσκληση και για τον Λουκά. Ντράπηκα να κάτσω στους αψεγάδιαστους καναπέδες τους σ’ αυτά τα χάλια. Ζήτησα να πάω δέκα λεπτάκια σπίτι για ένα φρεσκάρισμα και θα επέστρεφα σούμπιτη.

Παρατηρώντας το καφενείο απ’ την κάτω πλευρά του δρόμου την ώρα που πήγαινα πίσω, δε μπορούσα να μη θαυμάσω εκείνο το παλατάκι. Γωνιακό, λευκοσκάλιστο, χτισμένο σε σημείο που θα ζήλευε και τουριστικός οδηγός. Μπήκα μέσα την ώρα που ο ήλιος έφτιαχνε πολλαπλά στεφάνια με το μέταλλο της καφετιέρας κι έκανε κάτι αντανακλάσεις στις τζαμαρίες που σε τύφλωναν. Φόρεσα γυαλιά ηλίου, κεράστηκα έναν freddo espresso -ό,τι έπρεπε μετά από τόσο κουβάλημα- και βολεύτηκα στον πρώτο καναπέ που βρήκα κοντά σε παράθυρο, να χαζεύω έξω απερίσπαστη. Είχε ωραία μέρα, στα ηχεία τρεμόσβηναν κάτι πανάλαφρες νότες της Jazz κι ο αέρας μύριζε βούτυρο με φρεσκοκομμένο κακάο, τι άλλο να θέλει ένας άνθρωπος για καλωσόρισμα; Κολυμπώντας ώρα στις σκέψεις μου και στην άπλα του ακύμαντου φαληρίσιου μπλε που ανοιγόταν από κάτω, ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η μέρα. Έντεκα, δώδεκα, μία, δύο, τρεις. Ώσπου, απόγευμα πια, άρχισε να πλακώνει σιγά-σιγά κόσμος. 

Καλοί-χρυσοί οι άνθρωποι μα, όταν σού χαλνάνε την ονειροπόληση, σού ‘ρχεται να τούς κουτουλήσεις. Με την έφοδο τόσων πελατών μαζί, μουντζουρωθήκανε τ’ αυτιά μου. Ζευγάρια, μικρές και μεγαλύτερες οικογένειες, αντροπαρέες, γυναικοπαρέες και μεικτά μπουλούκια και τύποι μοναχικοί μπουκάριζαν μέσα γρήγορα, κοφτά, καπάρωναν από ένα τραπέζι, παράταγαν απάνω κλειδιά, κινητά και τσαντικά κι αρχινούσαν την ψιλή κουβέντα, τα πάφα-πούφα, το τάβλι και τα χάχανα. Ανακάθισα να τούς παρατηρήσω προσεχτικότερα. Εκεί μέσα είχε γίνει μυρμηγκοφωλιά. Τα Δακαρεμάκια είχανε πάρει φωτιά να σκουπίζουν χυμένους καφέδες απ’ τα τραπέζια και ν’ ανεβοκατεβάζουν δίσκους και τασάκια, και ψιτ παιδί πιάσε ένα μέτριο με γάλα, και τράβα φέρε δυό ντόνατς μαύρη ζάχαρη, και πού έχετ’ άλλη μια καρέκλα να χωράμε. Το χάζι μου διακόπηκε από έναν τετράγωνο λαχειοπώλη που πέρασε ξυστά δίπλα μου διαλαλώντας με προφορά αφγανική τα δις της επόμενης κλήρωσης. Τού έγνεψα όχι, ξαναγράπωσα τα μαξιλάρια του καναπέ μου και βάλθηκα -με τα μάτια κλειστά, αυτή τη φορά- ν’ αφουγκράζομαι προσεχτικότερα το γαϊτανάκι τριγύρω: Έστω ότι με καλούσε το καθήκον αυτή τη στιγμή. Ποιον από ‘δω μέσα θα διάλεγα για συνέντευξη;

Από το δίλημμα μ’ έβγαλε μια παρέα φωνακλάδων, στο βάθος κι αριστερά. Φραπέδες, πλακωτό κι επικαιρότητα. Μέσος όρος ηλικίας εξήντα βάλε. Του ενός του ‘φταιγε η ανεργία. Του αλλουνού, η διαφθορά και η έλλειψη αξιοκρατίας. Ο άλλος τα ‘βαζε με τους νεόπλουτους, του διπλανού τού ‘φταιγε η τεχνολογία, άλλος τα ‘ριχνε κλασικά στους πολιτικούς. Τα αίματα άρχισαν ν’ ανάβουν. Μπήκε στην κουβέντα η σημασία του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο, κάπου έμπλεξαν μέσα και την περιβαλλοντική συνείδηση, δυό χορτοφάγοι κι ένας οικολόγος άρχισαν να ωρύονται, ένας τρίτος έμπλεξε μέσα τα εργασιακά και τον τρόπο μεγαλώματος από την οικογένεια, ένας τέταρτος πέταξε σφήνα τον διεθνή ανταγωνισμό και τις κεφαλαιαγορές, ένας παράλλος σφύριξε πως το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, κι ένας τελευταίος μόνο που δεν έκλαψε με το συνταξιοδοτικό και τα Ελληνόπουλα που ξενιτεύονται. Πήγαν κάτω μερικά κρασοπότηρα, χτύπησαν κάτι μπεγλέρια, λίγοι ξερόβηχες και σιωπή. Τέλος πρώτου γύρου, πάμε στον δεύτερο: Η έλλειψη παιδείας φταίει για όλα, έλεγε ο ένας. Η έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας, ο άλλος. Το ότι ξεχάσαμε τα ήθη και τα έθιμα, ο τρίτος. Ανακατεύτηκαν και κάτι παππούδια απ’ τα διπλανά τραπέζια κι ήρθε κι έγινε το μάλε-βράσε, γκαπ τα τάβλια, στρίγγλιζαν οι καρέκλες χωρίς τσόχα απάνω στο γυαλισμένο παρκέ, μερικοί αποτραβήχτηκαν διακριτικά κοιτώντας το κινητό, δυό-τρείς σηκώθηκαν να φύγουν και τέσσερις στήσανε ένα καυγά τρικούβερτο. Κοκορομαχία. Τι σταματήστε τούς φωνάζανε οι υπόλοιποι, τι μπήκε μπροστά να τούς ηρεμήσει ο μεγάλος γιος του Δακαρέμη με τα μούσκλια να φεγγοβολάνε απ’ το κοντομάνικο σα χοντρόσαρκα δελφίνια, τι ήρθε και ξανάρθε η κακομοίρα η Δέσποινα με τα σκέρτσα της, βρε παιδιά το νεραντζάκι μου δε δοκιμάσατε και θα θυμώσω: αυτοί το χαβά τους.

Οι Έλληνες λοιπόν, όταν τσακωνόμαστε, το κάνουμε με μια φιληδονία απερίγραπτη. Λες κι ο πιο νταής θα πάρει το βραβείο. Απ’ τις εξίμισι στο πόδι εγώ εκείνη τη μέρα, δεν ήθελα και πολύ, μ’ έπιασε το κεφάλι μου. Βουλιαχτός σαν το λουκούμι ο καναπές μου, στυλωτικός ο freddo espresso μου και ανυπέρβλητη η θέα έξω, αλλά νισάφι. Σηκώθηκα να φύγω. Η Δέσποινα το κατάλαβε αμέσως και μού ‘ρθε χολοσκασμένη: Αφού είμαστε γειτόνοι, να ξανάρθεις ένα πρωί που θα ‘χει λιγότερο κόσμο, και μού βάζει στο χέρι μια χαρτοσακούλα παστάκια κάστανο για το Λουκά, που ήτανε λέει δική τους καινοτομία, μπουκιά και συχώριο. Τής χαμογέλασα. Καλή γυναίκα φαινότανε, μωρέ.

-Θα ‘ρθω, βρε Δέσποινα. 

-Αχ, κυρία Άννα μου, χίλια συγνώμη. Εγώ…μαγαζί δεν ξαναείχα ποτέ. Ότι θα μού ‘βγαιναν τόσο ζουλού οι Φαληριώτες, πού να το φανταστώ;

-Άννα σκέτο, είπαμε. Τι φταις κι εσύ. Μην τους λες όμως ζουλού, δεν είναι σωστό. Ίσως δεν ξέρουν, δεν έμαθαν. Όλοι μαθαίνουμε κάποτε. Άλλοι δε σταματάνε να μαθαίνουνε ποτέ. Για όλους υπάρχει πάντα μια πρώτη φορά, και μια δεύτερη ευκαιρία. Και τρίτη.. και τέταρτη.. και όσες χρειαστεί. Αλλά, να… Χωρίς προσκύνημα της άγνοιας, γνώση δεν ανασταίνεται, καλή μου. Ώσπου να μπορέσουν να το δουν αυτό, κάθε φορά που θα ξεκινάνε μια κουβέντα θα καταλήγουν έτσι, μαλλιοκούβαρα.

-Μωρέ, σαν καλά να τα λες..

-Κάτι έχουν δει κι εμένα τα ματάκια μου, στη ζωή. Γνώση και περηφάνια είναι -που λες- ασυμβίβαστα. Δρόμοι παράλληλοι. Θα σου πω ένα μυστικό: Οι υπερήφανοι μπαίνουν στον διάλογο με γυαλιά μυωπίας, πιστόλι και πόρτα τεθωρακισμένη. Οι πραγματικά σπουδαίοι με κιάλια, λουλούδι στο πέτο κι ανοιχτά παραθυρόφυλλα: μάντεψε ποιός τσακώνεται λιγότερο

Βγήκα στο πεζοδρόμιο αναψοκοκκινισμένη. 

Ο ήλιος είναι τελικά μεγάλο φάρμακο. Τα παστάκια θέλανε ψυγείο, δεν είχα ώρα. Ανέβηκα λαχανιαστά την ευθεία το δρόμου για το σπίτι κι άκουσα στα μισά το γάβγισμα της Φιλύρας μου, που με περίμενε να τή βγάλω βόλτα. Το διαμέρισμα δε με σήκωνε. Αποφάσισα να ξανακατέβω στη θάλασσα. Πήρα αγκαλιά το σκυλί και σουλατσάραμε κάμποσο στις προβλήτες, αράξαμε ύστερα σ’ ένα ξανθούλικο παγκάκι πλάι στο κύμα. Η τσίκνα απ’ τις μαρίδες κι η χορταρίλα του ούζου, μαζί το «Ξεκινά μια ψαροπούλα» των Κονιτοπουλέων απ’ το ταβερνάκι πίσω μας, μού θύμισαν πως καλοκαίρι θα πει πρωτίστως ξεγνοιασιά. Είμαι σίγουρη πως κι η Φιλύρα -αν μιλούσε να μιλήσει- θα ήταν απολύτως σύμφωνη σ’ αυτό. Έπαιξε την ουρίτσα της χάμω σαν τον υαλοκαθαριστήρα και μού γρύλισε να τής τρίψω τ’ αυτάκια. Την ανέβασα στα γόνατά μου κι έμεινε έτσι ήσυχη για ώρες. Τελικά, το ξανασκέφτηκα: αν σήμερα με καλούσε το καθήκον, συνέντευξη θα ‘παιρνα απ’ τη Φιλύρα

Εντάξει.. τρόπος του λέγειν. Από πολλούς θα ‘παιρνα. Και πρώτα-πρώτα, απ’ το Λουκά. Γιατί, ήταν άνθρωπος με όραμα, με διαλεγμένη ψίχα μέσα του. Η Αθήνα, είχε-δεν είχε, μάς την άλλαξε τη ζωή. Κι εκείνος καιρό με τον καιρό καθιερώθηκε. Αλλά κι εγώ, στο μήνα απάνω βρήκα δουλειά σ’ έναν δημοσιογραφικό όμιλο που με κράτησε δεκαετία γεμάτη, μισθός καλός και άνθρωποι ακόμα καλύτεροι που μού έμαθαν πολλά, και πλούτισα σε πείρα. Τα παιδιά μας μπήκαν στο πανεπιστήμιο, Οικονομικά ο ένας, Ιταλική Φιλολογία η άλλη. Στον Πλαταμώνα, πηγαίναμε Σαββατοκύριακα, γιορτές, αργίες: ήταν η ανάσα, η χαρά, το αραξοβόλι μας, Και με τους Δακαρέμηδες, δίπλα, γίναμε κολλητάρια. Η Ελίνα μας εκεί έπιασε τα πρώτα της λεφτά για να βγάλει δίπλωμα αυτοκινήτου, μόλις πάτησε τα δεκαοχτώ. Κι ο Μάκης μας, μαζί με το Στέργιο και το Δημοσθένη φτιάξανε ένα δικό τους ροκ συγκρότημα, τα Τυμπανάκια. Τα δικά μας τα τυμπανάκια ταλαιπωρούσαν βέβαια κάθε μεσημέρι με τις πρόβες, αλλά έχε χάρη που τα καμαρώναμε σα γύφτικα σκεπάρνια. Άσε και τ’ άλλο, το σπουδαιότερο καλό που μού ‘κανε κείνη η μετακόμιση. Με τόσο σαματά, καπνά και ντούρου-ντούρου που έμπαιναν σπίτι κάθε μέρα απ’ τ’ ανοιχτά μου παράθυρα, έμαθα θέλοντας και μη τι πάει να πει ανοχή στο διαφορετικό. Συνήθισα πια, και δε μ’ ένοιαζαν οι τσακωμοί του κόσμου. Σαματατζήδες και φιλειρηνικοί, υπερήφανοι και σπουδαίοι, όλοι θα επιζούσαμε: και το τι θα ‘παιρνε στο τέλος καθένας δεν ήτανε δική μου δουλειά. Η μοιρασιά δικαίου κι αδίκου ανήκει πάντα άνωθεν. Ανήκει πάντα και μόνο στον Θεό μας. Κι από το σημείο αυτό και μετά, έπαψα ν’ ανησυχώ και ξεκίνησα να τους βλέπω όλους μόνο με αγάπη. Την αγάπη του Χριστού και των Αγίων μας. Αυτή προσπάθησα να μιμηθώ, σ’ αυτήν θα έβρισκα το λιμάνι μου στο εξής, για ‘μένα, για το Λουκά, για τα δυό μας βλαστάρια. Μ’ όλα τούτα, βέβαια, δε σταμάτησα ποτέ να σκέφτομαι δημοσιογραφικά. Να παρατηρώ. Να προβληματίζομαι. Να ονειρεύομαι με τα μάτια ανοιχτά και τα λόγια μου καρφωμένα γερά στη γη.

Να ελπίζω σ’ έναν κόσμο με λιγότερα συρματοπλέγματα και περισσότερες χειραψίες. 

Χειραψίες όμως αληθινές, όχι για βιτρίνα.

Κι οι Δακαρέμηδες ήσαν άνθρωποι αυτής της χειραψίας. Του σεβασμού, της ευγένειας. Αυτό με τράβηξε. Γι’ αυτό τούς προτιμούσαμε -κι εκείνους και το μαγαζί τους..

Όσο πια για την Ωραία Θάσο… θέλει και ρώτημα; Στο χρόνο απάνω, έγραψα ένα μακροσκελέστατο άρθρο για ρεκλάμα στα Αθηναϊκά Μαντάτα.

Σε ποιο τεύχος;

Χμ.. ή στο πενήντα τέσσερα… ή στο πενήντα πέντε. Νομίζω στο πενήντα τέσσερα πρέπει να ΄ταν…

Πού να θυμάμαι τώρα. 

Έχουν περάσει και δυο δεκαετίες.

Ακολουθήστε μας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Κερδίστε το!

Οι ταινίες της εβδομάδας

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

Ο Ντόγκυ

Ο Ντόγκυ

Ο Δημητράκης ήταν ένα μοναχικό αγόρι επτά χρόνων. Δεν ήταν αυτό που λέμε ’’μονόχνοτος,’’ παρά ταύτα δεν  έκανε  παρέες και φίλους, ούτε εύκολα ούτε δύσκολα. Στα διαλείμματα του σχολείου, ναι μεν συμμετείχε στα ομαδικά παιχνίδια των συμμαθητών του, μα μόλις ακουγόταν...

Στα άδεια σπίτια

Στα άδεια σπίτια

Μπροστά σε μια βουβή τηλεόραση η κυρά Ερασμία είχε αποκοιμηθεί σε ένα υπόγειο δωματιάκι με το παράθυρο μισάνοιχτο σε ένα σοκάκι στην παραμελημένη επαρχιακή πόλη. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, έκλεισε την τηλεόραση, άνοιξε το ραδιόφωνο. Ντύθηκε βιαστικά και...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου