Select Page

Θάνατος στη Βενετία, του Τόμας Μαν

Θάνατος στη Βενετία
…να με συγχωρείτε πολύ αλλά το σπόιλερ δεν είναι δικό μου! Ο ίδιος ο συγγραφέας επέλεξε αυτόν τον τίτλο θέλοντας να προϊδεάσει προφανώς τον αναγνώστη. Παρόλο όμως το ισχυρό αυτό στοιχείο που μας δίνεται από την αρχή, καθ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης η αγωνία είναι πρόδηλη. Αυτό δεν συμβαίνει τυχαία, γιατί ο ίδιος ο Τόμας Μαν δεν είναι τυχαία ένας νομπελίστας συγγραφέας. Το κεντρικό θέμα του έργου του δεν είναι ο Θάνατος αλλά ο Έρως. Δύο έννοιες τόσο κοντινές η μία στην άλλη, που συχνά πρωταγωνιστούν στη Τέχνη και ταυτίζονται.
Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου ακούει στο όνομα Γκουστάβ Άσενμπαχ, είναι ένας αναγνωρισμένος στην εποχή του συγγραφέας μιας κάποιας ηλικίας που αποφασίζει πως του αξίζουν κάποιες διακοπές και επιλέγει να ξαναζήσει την εμπειρία της παλαιότερης του επίσκεψης στη Βενετία.Μία πολύ δυνατή σκηνή στις αρχές του βιβλίου, είναι η στιγμή που ο –κατά τα άλλα- εγκρατής και αυταρχικός πρωταγωνιστής επηρεασμένος από μία αντρική ταξιδιωτική φιγούρα που κοντοστέκεται μακριά του καθώς ο ίδιος περιμένει το τραμ οριστικοποιεί μέσα του την απόφασή του ταξιδιού. Θα μπορούσε άραγε αυτή η φιγούρα να είναι ο Θάνατος;
Φτάνοντας στη Βενετία ο ταξιδιώτης είναι αναγκασμένος να μπει μέσα σε μία γόνδολα για να μπορέσει να φτάσει στο ξενοδοχείο του που βρίσκεται στο νησάκι Λίντο. Μέσα στη γόνδολα περιτριγυρισμένος από μαύρα υφάσματα και έβενο ο Άσενμπαχ αισθάνεται σα να βρίσκεται μέσα σε φέρετρο, όμως αυτή η αίσθηση δεν τον ανησυχεί ιδιαίτερα. Φαίνεται να είναι εξοικειωμένος με την έννοια του θανάτου, ή σαν να αναζητά να εξοικειωθεί διότι την προηγούμενη φορά που είχε επισκεφτεί αυτό το μέρος είχε αναγκαστεί να αναχωρήσει εσπευσμένα λόγω των άσχημων μεταπτώσεων που είχε επιφέρει στον οργανισμό του το βαρύ, αποπνιχτικό και υγρό κλίμα της Βενετίας.
Αυτή τη φορά όμως η εμφάνιση ενός νέου (για την ακρίβεια δεκατετράχρονου νέου), που απαράμιλλης ομορφιάς άντρα ο – κατά τα άλλα επιμένω- εγκρατής Άσενμπαχ δεν είχε ξαναδεί, θα τον σαγηνεύσει και θα παραμείνει σε αυτή τη πόλη παραπάνω απ’όσο του επιτρέπει η υγεία του. Ακόμα και όταν αντιλαμβάνεται πως όλοι στην πόλη προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρατήσουν μυστική την επικείμενη καταστροφή, αντί να λογικευτεί και να τραπεί σε φυγή, επιβεβαιώνει τη μανία του για το νέο και αποφασίζει πως αυτή είναι η μοναδική του ευκαιρία να απολαύσει αυτή τη σπάνια ομορφιά, έστω και πλατωνικά. Επιπλέον, όπως αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας, στο πάθος και στο έγκλημα η άνετη καθημερινότητα και η αίσθηση της ασφάλειας που αυτή προσφέρει, μόνο σε δύο περιπτώσεις δεν είναι αρκετή, στο πάθος και στο έγκλημα. Αντιθέτως, κάθε αναστάτωση και δοκιμασία είναι ευπρόσδεκτη από τους ερωτευμένους και τους εγκληματίες γιατί προσφέρει τη ψευδαίσθηση έστω και στιγμιαία ότι κάτι ωφέλιμο μπορεί να βγει από αυτή την αναταραχή. Έτσι λοιπόν και ο Άσενμπαχ όταν έρχεται αντιμέτωπος με τα κακά μαντάτα επιλέγει να μην προειδοποιήσει κανέναν και να απολαύσει απλά την αναπάντεχη τροπή που πήρε το ταξίδι του.
Θαυμαστό στην όλη ιστορία είναι ότι οι δύο άντρες δεν έρχονται ποτέ σε κανενός είδους επαφής παρά μόνο οπτικής αλλά και αυτό ακόμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παρανόηση του πρωταγωνιστή που λαχταρά με κάθε τρόπο την παραμικρή επαφή. Ο διάσημος και εγκρατής συγγραφέας οργανώνει ολόκληρο το πρόγραμμά του με βάση τις συνήθειες του νεαρού Τάτζιο. Στην αρχή συγκρατημένα και κεκαλυμμένα και στη συνέχεια αναίσχυντα και απροκάλυπτα φτάνει να ακολουθεί κατά πόδας τον όμορφο νεανία και την οικογένεια του όταν αυτοί κάνουν τη βόλτα τους στα στενά σοκάκια της Βενετίας, ακολουθώντας έτσι το μίτο του πάθους.
Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ακόμα μία ιστορία αγάπης, πάθους ή τρέλας. Ακόμα και έτσι για μένα προσωπικά έρχεται μία δικαίωση όταν ο Τόμας Μαν, προς τιμήν του, αναφέρεται απευθείας στο έργο που ίσως λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης για τον ίδιο, και δεν είναι άλλο από τον Φαίδρο, το γνωστό πλατωνικό διάλογο ανάμεσα στο Σωκράτη και το νεαρό Φαίδρο, που μιλούν για τον έρωτα και αναρωτιούνται ποιος είναι ο πιο τυχερός αυτός που αγαπά ή αυτός που αγαπιέται.
Συνεπώς, Ο Θάνατος στη Βενετία είναι για μένα ένα βιβλίο άξιο ανάγνωσης με πολλές αναφορές στον έρωτα, το θάνατο και την ομορφιά, ικανό να προβληματίσει τον αναγνώστη και να τον φέρει στη θέση να αναρωτηθεί και ο ίδιος, άραγε ποιος είναι ο τυχερός ο εραστής ή ο ερωμένος;
Υ. Γ. και για όσους από εσάς προτιμούν τις ταινίες από τα βιβλία ( αμφιβάλλω αν υπάρχει κανένας που να ανήκει σε αυτή την κατηγορία) έχω να σας πω ότι το βιβλίο μεταφέρθηκε στο κινηματογράφο το 1971 από τον κύριο Βισκόντι.

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Follows

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!