Θέα Θάλασσα

8.04.2021

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”

 

Καστέλα 1948

Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη μπροστά στο μεγάλο παράθυρο κοιτώντας την θάλασσα μοιάζοντας με ζωγραφικό πίνακα. 

Πέρασε το φθινόπωρο, ήρθε χειμώνας και τώρα, στις αρχές μιας Άνοιξης που χαμογελούσε, αυτή εκεί στη θέση της, αγνάντευε από το παράθυρο της μεγάλης σάλας του σπιτιού στην Καστέλα και άφηνε το νου της να ταξιδεύει στο μικρό της νησί. Ένα άγονο πετρώδες κομμάτι γης τριγυρισμένο με θάλασσα που δεν μπορούσε να θρέψει ούτε τους ίδιους του τους ανθρώπους. 

Ένιωθε τόσο μόνη στο σπίτι αυτό η Κατίνα. Τριγύριζε ώρες ατέλειωτες στα μεγάλα σιωπηλά δωμάτια προσπαθώντας να τα νιώσει δικά της. Μα ήταν; Κυρά και αφέντρα την άφησε ο καπετάνιος σαν έφυγε, μα η Κατίνα δυσκολευόταν.

Ξένη στον τόπο, χωρίς φίλους και συγγενείς έμεινε να σουλατσάρει στα άδεια δωμάτια του σπιτιού παλεύοντας με τον εαυτό της να μην το βάλει στα πόδια. 

Όταν κατάλαβε ότι στα σπλάχνα της μεγαλώνει παιδί, ο τρόμος φώλιασε στην ψυχή της.

Καλά καλά δεν ήξερε τον πάτερα. Τι και αν με “δόξα και τιμή” ήταν γυναίκα του; Δέκα μέρες είχε ζήσει μαζί του και μετά αυτός μπάρκαρε για μπάρκο μεγάλο στην Αμέρικα. Άγνωστο πότε θα τον ξανάβλεπε.

Μα και η ίδια η Κατίνα ήταν ακόμη παιδί. Δεν είχε προλάβει να κλείσει τα 17 και ο πατέρας της την έστειλε νύφη στην Αθήνα για να γλυτώσει από τη φτώχεια και να “ζήσει σαν άνθρωπος”.

Έχει λεφτά ο καπετάνιος της είπε και θέλει γυναίκα από τον τόπο του. Έτσι η Κατίνα, χωρίς πολλά λόγια, φορτώθηκε στο πλοίο της γραμμής που έφευγε απ΄ τον Ταξιάρχη κάθε Τετάρτη απόγευμα και ήρθε νύφη στην Καστέλα με συνοδούς δυο μπαούλα ασπρόρουχα που κένταγε η μάνα της για την “ώρα την καλή” από τη στιγμή που γεννήθηκε. Ο καπετάνιος την παρέλαβε στο λιμάνι και την οδήγησε στο σπίτι διστακτικός μη ξέροντας και ο ίδιος πως να φερθεί.

Ο γάμος, τρεις μέρες μετά, βρήκε την Κατίνα να συμμετέχει αμίλητη και ζαλισμένη. Σαν όλα τούτα που γίνονταν να μην την αφορούσαν. 

Δέκα μέρες αργότερα ο καπετάνιος μπάρκαρε για Αμέρικα για μπάρκο μεγάλο. Ήσυχος και ευχαριστημένος που τακτοποίησε τη ζωή του εμπιστεύτηκε το βιός του και το κλειδί του σπιτιού στη Κατίνα και έφυγε για τις μεγάλες θάλασσες. 

Μόνη, στο μεγάλο σπίτι η Κατίνα ένιωθε αιχμάλωτη μη ξέροντας τι να κάνει. Αφού άφησε μερικές μέρες να περάσουνε άσκοπα, βρήκε τη θέση της μπροστά στο παράθυρο. Εκεί ναι μπορούσε να νιώσει ελεύθερη. Καρφωμένη σε μια καρέκλα άφηνε το μυαλό της να καλπάζει στις δαντελωτές ακρογιαλιές του μικρού της νησιού με την καρδιά και το μυαλό της μακριά από τις συμβάσεις που δεν γνώριζε και την ατέλειωτη μοναξιά.

Αποτραβηγμένη σε ένα κόσμο δικό της, δεν έδινε σημασία σε όσα γινόταν έξω απ’ το μεγάλο παράθυρο. Η ζωή της πόλης – μια πόλης που δεν θέλησε ποτέ να γνωρίσει- δεν την αφορούσε. Τι και αν γύρω της η κοινωνία πάσχιζε να επουλώσει τις πληγές και να πάει μπροστά, η Κατίνα απείχε. 

Αποκομμένη, στον κόσμο της δεν την απασχολούσε παρά το μικρό πλάσμα που μεγάλωνε μέσα της και το απέραντο μπλε του νερού. Όσο οι μήνες περνούσαν η Κατίνα ένιωθε στα σπλάχνα της το μεγάλωμα του παιδιού. Ένα μικρό ανεπαίσθητο σκίρτημα στην αρχή, ένα φτερούγισμα λίγο αργότερα και σταθερές κινήσεις τώρα στο τέλος. Έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε να φανταστεί τη μορφή του, τα μάτια του. Ανυπομονούσε να γεννηθεί. Ήταν το δικό της παιδί και ας την έδενε για πάντα με τον καπετάνιο και το μεγάλο του σπίτι. 

Η Κατίνα ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του γιατρού που σταλμένος από τον καπετάνιο επισκεπτόταν το σπίτι στην Καστέλα σε τακτικές ημερομηνίες. Φρόντιζε πολύ το τι έτρωγε και πρόσεχε σχολαστικά τα βάρη όπως πολύ αυστηρά της τόνισε ο γιατρός. 

Όμως ούτε μια μέρα δεν σταμάτησε να αγναντεύει τη θάλασσα απ’ το μεγάλο παράθυρο και να λαχταράει τον τόπο της. Ονειρευόταν μια μέρα να δείξει στο μικρό πλάσμα που μεγάλωνε μέσα της τις ομορφιές του όσο άγονος και φτωχός και αν ήταν. Για αυτήν, οι ρίζες και η ψυχή της ήταν ακόμη εκεί και ας είχε πάρει η ζωή της μιαν άλλη ρότα.

Την μέρα που ο ταχυδρόμος χτύπησε το κουδούνι η Κατίνα βρισκόταν και πάλι μπροστά στο παράθυρο. Οκτώ μηνών έγκυος μετρούσε ανάποδα τις μέρες που η ζωή της θα άλλαζε ριζικά. Οι κινήσεις του μωρού έντονες πια την επανάφεραν τακτικά απ’ το ατέλειωτο ονειροπόλημα. Ήξερε άλλωστε πως σύντομα όλο αυτό θα τελειώσει. Το γράμμα δεν πρόλαβε να το διαβάσει. Έμεινε τσαλακωμένο και πεσμένο στο πάτωμα τη στιγμή που ζεστά νερά πλημμύριζαν τα πόδια της και ασυναίσθητα το χέρι της άγγιζε την κοιλιά της. 

 

Μέρες μετά, η Κατίνα καθισμένη και πάλι μπροστά στο μεγάλο παράθυρο κάρφωνε το βλέμμα της στο κενό. Τίποτε πια δεν την έδενε πια με το σπίτι. Το παιδί δεν τα κατάφερε της είπαν και της το δείξαν νεκρό. Την ίδια την κοίμισαν γιατί την κρίσιμη ώρα δεν ήθελαν να καταλάβει και πολλά. Κάτι της είπαν για τον λώρο και την καρδιά. Ούτε κατάλαβε. Η θάλασσα στα μάτια της είχε αγριέψει και ο αέρας λυσσομανούσε στο κεφάλι της. 

Ο καπετάνιος ήταν ακόμη στη λίστα με τους αγνοούμενους όπως τυπικά την ενημέρωνε η πλοιοκτήτρια εταιρία στο γράμμα που έστεκε ακόμη τσαλακωμένο στα πόδια της. 

Ένα αγρίμι ούρλιαζε μέσα της από κείνη την ώρα και το μόνο που έβλεπε ήταν μόνο φουρτουνιασμένη θάλασσα και ας ήταν Άνοιξη και αυτή στα 17.

 

_

γράφει η Βικτωρία Ανθοπούλου

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Διαβάστε κι αυτά

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Δυο κουμπιά και μισό καρότο…

Μια μέρα μετά το χιόνι. Ήταν γκρίζα, ''κλεισμένη'' η προηγούμενη μέρα. Πολλοί δεν θέλησαν να μετακινηθούν, ο πάγος δεν αστειεύεται. Όπου δεν βλέπει ο ήλιος, ο χιόνι είναι πιο ''σκληρό'', πιο ''άγριο''. Οι πιτσιρικάδες προφανώς δεν καταλαβαίνουν από λογικές. Κάπου...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου