Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει…
Τι μένει απ’ τον Ιούνη;
Η βόλτα στα σοκάκια της Άνω Πόλης.
Η ιεροτελεστία του φιλιού
– κρυμμένη στις βουκαμβίλιες,
μακριά απ’ τις αδιάκριτες ματιές –
Γύρω γιασεμιά, λουλούδια
κι ασπρισμένοι τοίχοι.
Σοβάδες που ξεκολλούν
και αφήνουν σκόνη στις μπλούζες μας.
Το μεσημέρι στη Φιλοσοφική Σχολή —
ήλιος, ζέστη, ντάλα μεσημέρι.
Μια ο ένας, μια ο άλλος
γέρνουμε στον ώμο του αλλουνού.
Μας έχει πιάσει υπνηλία.
Μια σπάνια στιγμή αθωότητας.
Ο πόθος μπαίνει σε ρόλο δευτερεύοντα —
υπάρχει για να υπάρχει,
σαν βάσανο γλυκό του κουταλιού.
Δυο νέοι που απολαμβάνουν τη σιωπή
κι ένας τη συντροφιά του άλλου.
Μάχη στο σεντόνι —
ένα σώμα που σπαρτάραγε στο άγγιγμα,
με άφηνε χωρίς ντροπές
να καταλάβω τη δύναμη που του ασκούσα.
Δεν θα το μετανιώσω, οπωσδήποτε,
τα λίγα βράδια που ξαπλώσαμε στο ίδιο κρεβάτι.
Οι νύχτες που μοιράστηκα μαζί σου
ήταν υποφερτές —
γλυκές και σιγανές, δε λέω —
αλλά το καλύτερο μέρος ήταν το πρωί.
Όπως ο άνθρωπος που απολαμβάνει το σεξ
αλλά προτιμάει αυτό που ακολουθεί:
έτσι κι εγώ κοιμόμουν μαζί σου
για τα λίγα λεπτά πρωινού χουζουρέματος,
όπου τα μάτια μας έτσουζαν
και δεν άνοιγαν εύκολα
— και δεν χρειαζόταν κιόλας —
άπλωνα τα χέρια μου και σε έβρισκα.
Όπου τα φιλιά μας ήταν κλειστά και μικρά,
προσέχοντας να μη σε φτάσει η πρωινή μου ανάσα,
όπου τα σώματά μας ήταν ζεστά,
το ένα κολλημένο στο άλλο,
ξανάμενα
από την απλή συνθήκη
της παρουσίας του άλλου.
Αν είχα άλλη μια ευκαιρία
να περάσω ένα μερόνυχτο μαζί σου,
θα διάλεγα ένα τυχαίο πρωινό καλοκαιριού
χωρίς υποχρεώσεις την επόμενη.
Να ’χει μεσημεριάσει
κι εμείς να κάνουμε χάζι στο κρεβάτι,
μισοξύπνιοι – μισοκοιμισμένοι.
Η νύστα φέρνει νύστα.
Ο έρωτας φέρνει έρωτα.
Ένα σώμα σε αδράνεια
τείνει να παραμείνει σε αδράνεια.
_
γράφει ο Αργύρης Λάκκας








0 Σχόλια