Τους έβλεπα πάντα μαζί.

Ο καπεταν-Γιώργης, απόμαχος εργάτης της θάλασσας... που παρέδωσε το καΐκι στο γιο του που συνέχισε να οργώνει τα νερά του Αιγαίου ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας.

Ο δάσκαλος κύριος Λεωνίδας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός... που μεγάλωσε και έμαθε γράμματα σε γενιές και γενιές παιδιών – και που όλοι τον προσφωνούσαν με σεβασμό «δάσκαλο», τίτλος τιμής γι αυτόν.

Κι ο «στρατηγός» κύριος Χαράλαμπος... που αποστρατεύτηκε πρόωρα με τον βαθμό του συνταγματάρχη αλλά όλοι στο νησί τον φώναζαν στρατηγό – κι εκείνος κορδώνονταν και ψήλωνε κάτι πόντους.

Ο καπετάνιος, ο στρατηγός, ο δάσκαλος. Φίλοι αχώριστοι χρόνων με μέσο όρο ηλικίας τα ογδόντα πέντε πλέον – λίγο πάνω λίγο κάτω δεν έχει σημασία, από κάποια στιγμή και μετά όλοι γινόμαστε συνομήλικοι.

Γέννημα θρέμμα του νησιού μας οι δυο πρώτοι, αρνήθηκαν πεισματικά να το εγκαταλείψουν κλείνοντας τ’ αυτιά στις σειρήνες της μεγαλούπολης – κι έμειναν εδώ, να φυλάγουν Θερμοπύλες. Ο στρατηγός, «νησιώτης εκ μεταγραφής» όπως έλεγε χαριτολογώντας ο δάσκαλος μιας και περνούσε εδώ όλα του τα καλοκαίρια, εγκαταστάθηκε στο νησί μετά την αποστράτευση και τον απροσδόκητο χαμό της γυναίκας του.

Μόνοι τους και οι άλλοι δυο. Χήρος από χρόνια ο καπετάνιος, γεροντοπαλίκαρο εκ πεποιθήσεως (ή από τύχη; ή ατυχία;) ο δάσκαλος, είχαν κατοχυρώσει το ακριανό τραπεζάκι στο βαμμένο με άσπρη και γαλάζια μπογιά καφενείο του χωριού μας και κάθονταν με τις ώρες στις έναν τόνο πιο σκούρες γαλαζωπές ψάθινες καρέκλες του. Άλλοτε αγναντεύοντας αμίλητοι το πέλαγος με μόνο ήχο το ρυθμικό τακ τακ από το κομπολόι του στρατηγού και τα γλαροπούλια που έκρωζαν. Άλλοτε σχολιάζοντας τα νέα των εφημερίδων και στήνοντας ομηρικούς καυγάδες για τα πολιτικά, που ωστόσο πάντα τελείωναν με γενναία ουζοκατάνυξη. Κι άλλοτε παίζοντας τάβλι ο δάσκαλος με τον καπετάνιο στο σιδερένιο τραπεζάκι, με τον στρατηγό να τραβά την καρέκλα «του», την έξω αριστερά, και να κάνει τον διαιτητή στις αψιμαχίες τους.

Τους έβλεπα και τους χαιρόμουν. Τρεις ογδοντάρηδες έφηβοι που απολάμβαναν τη ζωή του απόμαχου και δεν τόβαζαν κάτω.

Μέχρι που είδα τη μια καρέκλα αδειανή. Την μεσαία, του καπετάνιου. Σάλπαρε, έμαθα... για το ύστερο ταξίδι, το δίχως επιστροφή. Αφήνοντας απαρηγόρητους, χαμένος τους άλλους δυο. Σώπασαν τα γέλια, σώθηκαν οι ψυχές. Απόμεινε κλειστό το τάβλι, σταμάτησαν τα πούλια να βροντούν. Αμίλητοι οι άλλοι δυο, ν’ αγναντεύουν μοναχά το πέλαγο... πασχίζοντας , λες, να ξεδιακρίνουν τη φιγούρα του ταξιδεμένου φίλου τους πάνω στα κύματα που τόσο αγάπησε.

Ο στρατηγός ήταν ο πρώτος που λύγισε. Έφυγε στα ξαφνικά κάτι μήνες μετά τον καπετάνιο. Ήσυχα, στον ύπνο του. «Καρδιά» είπε ο γιατρός. Αυτή η ίδια καρδιά που αγάπησε το νησί μας τόσο πολύ... που δεν άντεξε τον χαμό του φίλου... που κουράστηκε να χτυπά.

Ρήμαξε ο δάσκαλος. Όλη μέρα ριζωμένος στην καρέκλα του, την ακριανή από τα δεξιά, με τα μάτια στυλωμένα στις άλλες δυο τις ορφανεμένες. Που κανείς δεν έκανε καν τη σκέψη να τις ακουμπήσει, να τις καθίσει. Από σέβας στους ταξιδεμένους... από σέβας στον απομείναντα της παρέας... που έβλεπε, θαρρείς, τους άλλους δυο να κάθονται ακόμα σταυροπόδι πάνω τους. Ώρες ώρες τους μιλούσε κιόλας. Τον έβλεπα να σαλεύει τα χείλη σε μιαν άηχη κουβέντα... σ’ ένα παράπονο που τον άφησαν στερνό να βολοδέρνει στη μοναξιά του. Σ’ ένα παρακάλιο στον βαρκάρη να έρθει να τον πάρει κι αυτόν... να τον περάσει στην αντίπερα όχθη. Να τους ξανάβρει...

Κι ο βαρκάρης τον άκουσε... του τόκανε το χατίρι. Το μάντεψα γυρνώντας στο νησί από μεγάλο ταξίδι. Όταν ξεμπάρκαρα κι είδα και τις τρεις καρέκλες αδειανές, ερημωμένες να με κοιτάζουν με παράπονο. Μια θλίψη να τις βλέπεις... και ν’ αναθυμιέσαι.

Αλλά και μια παρηγοριά. Αλλόκοτη, παράλογη παρηγοριά. Τους ζωγράφιζα μέσα μου και τους τρεις στον καφενέ εκεί ψηλά. Αχώριστοι πλέον. Για πάντα μαζί. Να διαβάζουν την εφημερίδα. Να τσακώνονται και να φιλιώνουν στη στιγμή τσουγγρίζοντας τα ουζοπότηρα. Να χτυπούν με δύναμη τα πούλια. Και ν’ αγναντεύουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού... του Αιγαίου... το ταπεινό, αγαπημένο γαλάζιο του τοίχου πίσω από τις καρέκλες τους... τις πολυκαιρισμένες... τις ορφανές...

Και να χαμογελούν.

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!