Καρέκλες ορφανές

29.03.2014

 

 

Τους έβλεπα πάντα μαζί.

Ο καπεταν-Γιώργης, απόμαχος εργάτης της θάλασσας... που παρέδωσε το καΐκι στο γιο του που συνέχισε να οργώνει τα νερά του Αιγαίου ακολουθώντας την παράδοση της οικογένειας.

Ο δάσκαλος κύριος Λεωνίδας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός... που μεγάλωσε και έμαθε γράμματα σε γενιές και γενιές παιδιών – και που όλοι τον προσφωνούσαν με σεβασμό «δάσκαλο», τίτλος τιμής γι αυτόν.

Κι ο «στρατηγός» κύριος Χαράλαμπος... που αποστρατεύτηκε πρόωρα με τον βαθμό του συνταγματάρχη αλλά όλοι στο νησί τον φώναζαν στρατηγό – κι εκείνος κορδώνονταν και ψήλωνε κάτι πόντους.

Ο καπετάνιος, ο στρατηγός, ο δάσκαλος. Φίλοι αχώριστοι χρόνων με μέσο όρο ηλικίας τα ογδόντα πέντε πλέον – λίγο πάνω λίγο κάτω δεν έχει σημασία, από κάποια στιγμή και μετά όλοι γινόμαστε συνομήλικοι.

Γέννημα θρέμμα του νησιού μας οι δυο πρώτοι, αρνήθηκαν πεισματικά να το εγκαταλείψουν κλείνοντας τ’ αυτιά στις σειρήνες της μεγαλούπολης – κι έμειναν εδώ, να φυλάγουν Θερμοπύλες. Ο στρατηγός, «νησιώτης εκ μεταγραφής» όπως έλεγε χαριτολογώντας ο δάσκαλος μιας και περνούσε εδώ όλα του τα καλοκαίρια, εγκαταστάθηκε στο νησί μετά την αποστράτευση και τον απροσδόκητο χαμό της γυναίκας του.

Μόνοι τους και οι άλλοι δυο. Χήρος από χρόνια ο καπετάνιος, γεροντοπαλίκαρο εκ πεποιθήσεως (ή από τύχη; ή ατυχία;) ο δάσκαλος, είχαν κατοχυρώσει το ακριανό τραπεζάκι στο βαμμένο με άσπρη και γαλάζια μπογιά καφενείο του χωριού μας και κάθονταν με τις ώρες στις έναν τόνο πιο σκούρες γαλαζωπές ψάθινες καρέκλες του. Άλλοτε αγναντεύοντας αμίλητοι το πέλαγος με μόνο ήχο το ρυθμικό τακ τακ από το κομπολόι του στρατηγού και τα γλαροπούλια που έκρωζαν. Άλλοτε σχολιάζοντας τα νέα των εφημερίδων και στήνοντας ομηρικούς καυγάδες για τα πολιτικά, που ωστόσο πάντα τελείωναν με γενναία ουζοκατάνυξη. Κι άλλοτε παίζοντας τάβλι ο δάσκαλος με τον καπετάνιο στο σιδερένιο τραπεζάκι, με τον στρατηγό να τραβά την καρέκλα «του», την έξω αριστερά, και να κάνει τον διαιτητή στις αψιμαχίες τους.

Τους έβλεπα και τους χαιρόμουν. Τρεις ογδοντάρηδες έφηβοι που απολάμβαναν τη ζωή του απόμαχου και δεν τόβαζαν κάτω.

Μέχρι που είδα τη μια καρέκλα αδειανή. Την μεσαία, του καπετάνιου. Σάλπαρε, έμαθα... για το ύστερο ταξίδι, το δίχως επιστροφή. Αφήνοντας απαρηγόρητους, χαμένος τους άλλους δυο. Σώπασαν τα γέλια, σώθηκαν οι ψυχές. Απόμεινε κλειστό το τάβλι, σταμάτησαν τα πούλια να βροντούν. Αμίλητοι οι άλλοι δυο, ν’ αγναντεύουν μοναχά το πέλαγο... πασχίζοντας , λες, να ξεδιακρίνουν τη φιγούρα του ταξιδεμένου φίλου τους πάνω στα κύματα που τόσο αγάπησε.

Ο στρατηγός ήταν ο πρώτος που λύγισε. Έφυγε στα ξαφνικά κάτι μήνες μετά τον καπετάνιο. Ήσυχα, στον ύπνο του. «Καρδιά» είπε ο γιατρός. Αυτή η ίδια καρδιά που αγάπησε το νησί μας τόσο πολύ... που δεν άντεξε τον χαμό του φίλου... που κουράστηκε να χτυπά.

Ρήμαξε ο δάσκαλος. Όλη μέρα ριζωμένος στην καρέκλα του, την ακριανή από τα δεξιά, με τα μάτια στυλωμένα στις άλλες δυο τις ορφανεμένες. Που κανείς δεν έκανε καν τη σκέψη να τις ακουμπήσει, να τις καθίσει. Από σέβας στους ταξιδεμένους... από σέβας στον απομείναντα της παρέας... που έβλεπε, θαρρείς, τους άλλους δυο να κάθονται ακόμα σταυροπόδι πάνω τους. Ώρες ώρες τους μιλούσε κιόλας. Τον έβλεπα να σαλεύει τα χείλη σε μιαν άηχη κουβέντα... σ’ ένα παράπονο που τον άφησαν στερνό να βολοδέρνει στη μοναξιά του. Σ’ ένα παρακάλιο στον βαρκάρη να έρθει να τον πάρει κι αυτόν... να τον περάσει στην αντίπερα όχθη. Να τους ξανάβρει...

Κι ο βαρκάρης τον άκουσε... του τόκανε το χατίρι. Το μάντεψα γυρνώντας στο νησί από μεγάλο ταξίδι. Όταν ξεμπάρκαρα κι είδα και τις τρεις καρέκλες αδειανές, ερημωμένες να με κοιτάζουν με παράπονο. Μια θλίψη να τις βλέπεις... και ν’ αναθυμιέσαι.

Αλλά και μια παρηγοριά. Αλλόκοτη, παράλογη παρηγοριά. Τους ζωγράφιζα μέσα μου και τους τρεις στον καφενέ εκεί ψηλά. Αχώριστοι πλέον. Για πάντα μαζί. Να διαβάζουν την εφημερίδα. Να τσακώνονται και να φιλιώνουν στη στιγμή τσουγγρίζοντας τα ουζοπότηρα. Να χτυπούν με δύναμη τα πούλια. Και ν’ αγναντεύουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού... του Αιγαίου... το ταπεινό, αγαπημένο γαλάζιο του τοίχου πίσω από τις καρέκλες τους... τις πολυκαιρισμένες... τις ορφανές...

Και να χαμογελούν.

 

της Βάσως Αποστολοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Οι ταινίες της εβδομάδας

Θέα Θάλασσα

Θέα Θάλασσα

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”   Καστέλα 1948 Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη...

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

Στα Μαρμαρένια Αλώνια

-Όχι ρε πούστη χάρε, δε θα το πάρεις το παιδί! Φώναζε και έβριζε με πάθος καθώς έκανε ανάνηψη στο 12χρονο αγόρι, που είχε φύγει στη μέση του χειρουργείου. Ο ιδρώτας είχε ποτίσει το πρόσωπό του, μα το βλέμμα του, γεμάτο πείσμα κοιτούσε κατάματα τον χάροντα, που έστεκε...

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Τα ημερολόγια των τρελών: «Ο περιθωριακός»

Ο πίνακας μιας μέρας σου. Πλάσε χαρά, πλάσε ζωή, αξίες και ομορφιά η αύρα σου θ’ αγγίξει ανθρώπους πιο βαθιά ωραία συναισθήματα στη σύνθεση μιας μέρας πομπός ελπίδας, άνοιξης, στο φάσμα μιας εσπέρας. Το κάδρο των αισθήσεων γέμιζε με αγάπη μια θάλασσα χαμόγελα στου ουρανού τον χάρτη.

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Τα κόκκινα τριαντάφυλλα

Εκείνος παραφυλάει στη γωνία, επιμελώς κρυμμένος κάτω από μαύρη ρεντικότα, σκούφο και δερμάτινο χαρτοφύλακα που χάσκει σκισμένος. Την κοιτά με ματάκια μικρά. Τα ματογυάλια κρύβουν μια σπάνια εξαιρετική όραση. Με τρεμάμενο χέρι εκείνη βγάζει τα κλειδιά, κάνει να...

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Διαβάστε κι αυτά

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

Έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας…

έχασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας σε μιαν άλλη ζωή; Ήτανε τότε που σε περιγελούσε η πιτσιρικαρία της πλατείας. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το θυμάμαι καλά, γιατί σήκωσες μια πέτρα και τους κυνήγησες αλαλάζοντας και απειλώντας, άσχετα αν εκείνοι γελούσαν. Ακολούθησε η εποχή της...

Το μαγικό παγοπέδιλο

Το μαγικό παγοπέδιλο

Η Μαντώ ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι έξι ετών, που το μόνο που τής άρεσε να κάνει ολημερίς και ίσως ολονυχτίς στον ύπνο της, ήταν να χορεύει. Χόρευε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της κάμαρας των γονιών της και ονειρευόταν τις σκηνές τών παγκόσμιων θεάτρων, υπό την...

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

Όποιος τις νύχτες περπατεί…

«Τους μήνες που δεν έχουν ρο το κρασί θέλει νερό» ξανάπιασε το γνωστό τροπάρι του ο Μηνάς, καθώς - αρχές του Μάη ήτανε - βολεύτηκε στην μόνιμη θέση του, στο κουτούκι του Γαβρίλη «Η ωραία Μέλπεια». Αποδέκτης της παρατήρησης η μόνιμη παρέα του, ο ξάδερφός του ο...

16 σχόλια

16 Σχόλια

  1. assimina

    ιδιαίτερο κι ιδιαίτερα συγκινητικό Βάσω
    μπραβο!

    Απάντηση
    • Βάσω Αποστολοπούλου

      Σ’ ευχαριστώ πολύ Ασημίνα μου!

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Μια υπέροχη ιστορία ένας γλυκός και συγκινητικός ύμνος στη φιλία!!Σε ευχαριστώ Βάσω!!

    Απάντηση
  3. fofi walter-kyrlidou

    σαν να τους βλεπει κανεις με τα ματια της ψυχης στο καφενεδακι του νησιου και τωρα πλεον στον …καφενε του ουρανου.ΕΥΓΕ Βασω μου.

    Απάντηση
  4. Βάσω Αποστολοπούλου

    Τα επαινετικά σας σχόλια με τιμούν ιδιαίτερα φίλες μου! Χαίρομαι που σας άρεσε και σας ευχαριστώ πολύ!

    Απάντηση
  5. Sevi Stefani

    Εξαιρετικό..πολύ τρυφερό γλυκό και αληθινο .Μια εικόνα που θα μεινει χαραγμένη στη μνημη στη ψυχή μας..Ύμνος στην αληθινή αγνή φιλιά .Μπράβο σας..

    Απάντηση
    • Βάσω Αποστολοπούλου

      Σ’ ευχαριστώ πολύ Σέβη μου!

      Απάντηση
  6. Charitaki Sofia

    Οι φιλίες του ουρανού…. Που ξεκίνησαν επίγεια για να γίνουν ουράνιες, εκεί στον καφανέ του ουρανού, να αντικρύζουν το γαλάζιο του!
    Πραγματικά πολύ συγκινητικό!

    Απάντηση
    • Βάσω Αποστολοπούλου

      Να είσαι καλά Σοφία μου για τον επαινετικό σου λόγο!

      Απάντηση
  7. MT

    Πόσο όμορφο…

    Μου θύμισε το καφενειο του θείου μου και τα γέλια που θα κανει με τα αδερφια του τωρα εκει πανω σε καποιο τυχερό σύννεφο…. Σα να ακουω ως εδω τα χαχανητα τους και τις ιστοριες τους….

    Τρυφερα ακουμπισμενο στις αναμνησεις που εχει ο καθενας μας με αυτους τους 85+/- γερακους

    Απάντηση
    • Βάσω Αποστολοπούλου

      Πολύ χαίρομαι ΜΤ που η ιστορία των 85άρηδων εφήβων άγγιξε δικές σου εικόνες και αναμνήσεις! Σ’ ευχαριστώ πολύ!

      Απάντηση
  8. Ανώνυμος

    Πάντα τρυφερή, περιγραφική, μόνο που η πένα βουτάει στην καρδιά σου Βάσω μου, και τα χρώματα σου…..ζωγραφίζουν τα λόγια σου, φτιάχνουν πίνακες βγαλμένους από την τρυφερή ψυχή σου. Έχεις ταλέντο ,στο να ταξιδεύεις τον αναγνώστη σου.\ Εκεί δίπλα στις τρείς ερημικές καρέκλες. Μα πάλι μαζί θα είναι, και τα λένε. Οι αναμνήσεις σου κομμάτι αναπόσπαστο της ζωής τους. Και καμμια φορά το φέρνω στο νου. Πάντα και παντού, θα υπάρχουν άνθρωποι που θα περιμένουν.

    Απάντηση
    • Βάσω Αποστολοπούλου

      Το επαινετικό σου σχόλιο, φίλε/η Ανώνυμε/η, και με συγκινεί και με τιμά! Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς γι αυτό!

      Απάντηση
  9. marimar

    Βάσω μου, πόσο συγκινητικό και ανθρώπινο!!!! Στην ηλικία των 3 φίλων, είναι αβάσταχτη η απουσία. Αλλάζει η ισορροπία της φύσης, λες…. Από χθες που το διάβασα δεν φεύγει η εικόνα που σχηματίστηκε στο μυαλό μου. Κακά τα ψέματα, δεν είναι το τέλος που συνεχώς το ξορκίζεις, οτι είναι πια κοντά και αναπόφευκτο, είναι οτι χάνεις ένα τεράστιο κεφάλαιο της ζωής σου, χάνοντας τον φίλο. Ξεκολλάει ένα μέρος της καρδιάς σου και θάβεται μαζί μ’ αυτόν που φεύγει. Δεν είναι πια αρκετές οι αναμνήσεις….. Η φωτογραφία βοήθησε πολύ …. στη σκηνοθεσία, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. Καλή εβδομάδα και δημιουργική σου εύχομαι. (περιμένω να φτάσει ο ημιτελής σκελετός …. κάπου!!!)

    Απάντηση
  10. Βάσω Αποστολοπούλου

    Σ’ ευχαριστώ πολύ Μαρία μου – και συμφωνώ με όλα οσα αναφέρεις. Χαίρομαι που η φωτογραφία συνετέλεσε στην σκηνοθεσια, όπως λες – αυτό σημαίνει ότι έχουμε την ίδια οπτική γωνία μιας κι εγώ την “είδα” την ιστορία να εκτυλίσσεται μπροστά μου με το που αντίκρισα τις καρέκλες!
    Όσο για τον σκελετούλη, αύριο θα αναπαυθεί οριστικά – και ιδανικά!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου