Διαβάστε το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ, το δεύτερο εδώ και το τρίτο εδώ.

- Καλύτερα να με λες καραβόσκυλο, παρά καπετάνιο. Χίλιες φορές το προτιμώ από το καπετάνιε. Ακούς καπετάνιε. Τι σχέση έχω εγώ ρε μπόμπιρα με τα πιλάφια. Τα χέρια και τα ρούχα μου βρομοκοπάνε γράσο, καμένα λάδια και σκουριά. Δεν είναι άσπρα του αφρού και δεν μυρίζουν μοσχοσάπουνο.

- Εντάξει ρε μπάρμπα, τό ‘πιασα. Άλλο πιλάφι και άλλο μάστορας. Άλλο καραβόσκυλο και άλλο καπετάνιος. Καραβόσκυλο θα σε λέω και εγώ, που το γουστάρεις.

- Καραβόσκυλο, μεταξύ μας όμως μικρέ, μην μας πάρουν με τα γιαούρτια στη γειτονιά και στα σόγια.

Είκοσι τρία χρόνια, πάσχιζε η θάλασσα να τον διαβρώσει, τον καραβόσκυλο, με όλους τους τρόπους. Τι με μακρινά ταξίδια σε μέρη εξωτικά, τι με λεφτά που οι μεροκαματιάρηδες δεν είχαν δει ούτε σε όνειρο, τι με γυναίκες και μεθύσια στα πιο απόμακρα λιμάνια του κόσμου, τι με καβγάδες και μαχαιρώματα. Τίποτα δεν κατάφερε, εκτός από μερικές χαρακιές στο πρόσωπο και το σκληρό από την αρμύρα του δέρμα. Η ψυχή του βράχος. Αμετακίνητη και καθαρή, ξεπλυμένη με ιώδιο και αλάτι. Καθαρή να λαμπυρίζει στον ήλιο.

Με αυτή την ψυχή, κράτησε το χέρι του Λιάκου, την ημέρα της κηδείας της μάνας του, και περπάτησαν μέχρι το καφενείο που οι συγγενείς και οι φίλοι θα έπιναν τον καφέ της παρηγοριάς.

Με αυτήν, όταν όλοι έφυγαν από τον καφενέ της συμφοράς και του πόνου, τον ανέβασε στα γόνατά του για να του ανακοινώσει την απόφασή του.

- Αγορίνα μου το ξέρω πως πονάς. Πως υποφέρεις τόσο όσο δεν το βαστάει η καρδιά σου. Όμως, μη σεκλετίζεσαι πασά μου, ο μπάρμπας είναι εδώ. Θα μείνει εδώ, μαγκούφης είναι, θα σου σταθεί όπως πρέπει. Μαζί θα τα καταφέρουμε και μαζί θα πάμε παρακάτω. Θα δεις...

- Εντάξει μπάρμπα, όπως το λες, του είπε ο μικρούλης και χώθηκε στην καραβοτσακισμένη αγκαλιά του, νιώθοντας ασφαλής και σίγουρος.

- Τι λες πάμε στο σπίτι ή γουστάρεις κάτι άλλο; Να σου πάρω ένα παγωτό;

- Όχι θείε, κουράστηκα, πάμε καλύτερα στο σπίτι.

Τόπε και το έκανε ο καραβόσκυλος. Το φρόντισε το παιδί όσο κανένας άλλος. Φώναξε μια γειτόνισσα να καθαρίζει το σπίτι μια φορά την βδομάδα, του μαγείρευε ο ίδιος, βολτάρανε μαζί παντού, τον έντυνε και τον σπούδαζε μόνος του. Μάνα και πατέρας μαζί.

Στο σχολείο κανόνισε με τους δασκάλους τα πρεπούμενα, τους εξήγησε ποια είναι η κατάσταση, αλλά τους ζήτησε κιόλας να κρατάνε το ίσο. Ορφανός ορφανός, αλλά πρέπει να μάθει να δουλεύει και να σκέφτεται. Δεν έχει χατίρια και ελεημοσύνες. Σαν ίσος προς ίσο με όλους. Ξηγήθηκε ο μπάρμπας και ήξερε γιατί. Στις μάχες με τη φουρτουνιασμένη του ζωή ο μικρός, έπρεπε να βγαίνει νικητής, για να μην τον πάρει η κάτω βόλτα. Για να μην ξεστρατίσει, στα βρώμικα της ζωής τα μονοπάτια.

Αλλά και ο Λιάκος τον βοήθαγε. Ήταν παιδί προικισμένο από την φύση του. Φτιαγμένο λες από υλικά δυσεύρετα και ανθεκτικά. Τον σεβόταν τον μπάρμπα και τον αγαπούσε. Η βαριά του φωνή και το θαλασσοδαρμένο του παρουσιαστικό δεν τον φόβιζε. Ποιο πολύ σιγουριά του γεννούσε στην παιδική του ψυχή, παρά φόβο.

Συνήθισαν ο ένας τον άλλο γρήγορα. Μάθανε ο ένας τα χούγια του αλλουνού και σε λίγο καιρό μπορούσαν να συνεννοηθούν με ένα βλέμμα. Λιγομίλητος ο καραβόσκυλος, αλλά και ο Λιάκος δεν πήγαινε πίσω. Το ίδιο λιγομίλητος και ακόμη παραπάνω ήταν. Περπατούσαν με τις ώρες πολλές φορές και από το στόμα τους έβγαιναν δυο τρεις απαραίτητες κουβέντες. Παρόλα αυτά, ήξεραν από πριν, τι θα κάνει ο άλλος ή τι θέλει.

- Το καλοκαίρι κανόνισα να πάω για δουλειά στο φαναρτζίδικο, του είπε ένα μεσημέρι ο μικρός. Το καλοκαίρι που τελειώνω το Δημοτικό. Θα πάω μπάρμπα για δουλειά. Και στο σχολείο λέω να μην ξαναπάω. Καλά τα μαθηματικά και η Ιστορία, αλλά δεν μου ταιριάζουνε εμένα.

- Όπως νομίζεις. Άμα δεν τα θέλεις τα γράμματα, μην το κουράζεις, μόνο... (άφησε ένα κενό παίρνοντας μια βαθιά ανάσα) μόνο να ξέρεις πως και η μαστοράντζα θέλει γράμματα. Αλλιώς είναι να ξέρεις πέντε πράματα κι αλλιώς να είσαι στουρνάρι εντελώς.

- Τι εννοείς καπετάνιε; (η πρώτη και η τελευταία φορά ήταν αυτή για την προσφώνηση).

- Καλύτερα να με λες καραβόσκυλο, παρά καπετάνιο. Τα μάτια του μπάρμπα είχαν γουρλώσει στο άκουσμα της προσφώνησης από τον μικρό Λιάκο. Χίλιες φορές το προτιμώ από το καπετάνιε. Ακούς καπετάνιε. Τι σχέση έχω εγώ ρε μπόμπιρα με τα πιλάφια. Τα χέρια και τα ρούχα μου βρωμοκοπάνε γράσο, καμένα λάδια και σκουριά. Δεν είναι άσπρα του αφρού και δεν μυρίζουν μοσχοσάπουνο.

- Εντάξει ρε μπάρμπα, τό 'πιασα. Άλλο πιλάφι και άλλο μάστορας. Άλλο καραβόσκυλο και άλλο καπετάνιος. Καραβόσκυλο θα σε λέω και εγώ, που το γουστάρεις.

- Καραβόσκυλο, μεταξύ μας όμως μικρέ, μην μας πάρουν με τα γιαούρτια στη γειτονιά και στα σόγια.

- Εντάξει, τι εννοείς όμως στουρνάρι εντελώς;

- Εννοώ πως άμα γουστάρεις μουτζούρα και σκόνη, πάρε μουτζούρα και σκόνη και δεν τρέχει κάστανο. Να πας όμως τα βράδια σε μια σχολή, να μάθεις και πέντε πράματα για την μουτζούρα. Σου κόβει η γκλάβα σου και στην σχολή θα σε βοηθήσουν να γίνεις ο “μάστορας” και όχι ένας ακόμη μάστορας. Με έπιασες;

- Καλά τα λες νομίζω, αλλά άσε με να το σκεφτώ άμα πιάσω πρώτα δουλειά και θα σου πω.

Του άρεσε του καραβόσκυλου που ο ανιψιός του είχε τα κότσια να πιάσει την ζωή από τα κέρατα από τόσο μικρός. Τον ανέβαζε στα μάτια του αλλά και τον έκανε να νιώθει σίγουρος πως τούτο το παιδί χαμένο δεν θα πάει. Γελούσε κάτω από τα μουστάκια του, αλλά δεν του έδειχνε την ικανοποίησή του για να μην πάρουν τα μυαλά του αέρα.

Και δουλειά έπιασε, και πρώτος από όλους βρισκόταν στο φαναρτζίδικο και γρήγορα μάθαινε. Έγινε γρήγορα αγαπητός στο μάστορα και τους συναδέλφους του στα γύρω μαγαζιά. Αποφάσισε να πάει και στην σχολή κι ας ήταν κουραστικό για ένα παιδί στην ηλικία του. Το πρωί δουλειά, το βράδυ σχολή και διάβασμα. Ο καραβόσκυλος καμάρωνε για το ανίψι του και του το έδειχνε πια. Δεν τον φοβόταν. Τον είχε πείσει ότι χαμένος δεν πρόκειται να πάει γιατί ήταν γεννημένος μαχητής της ζωής.

- Λέω γιε μου να ξαναμπαρκάρω, του είπε ένα απόγευμα που έπιναν οι δυο τους καφέ στο πίσω μπαλκόνι. Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσες και τα κουμαντάρεις περίφημα. Ανάγκη δεν με έχεις. Άσε που τελειώνουν και τα έτοιμα και πρέπει να τα αναπληρώσουμε για τα στερνά μας. Μου λείπει και η θάλασσα, δέκα χρόνια μακριά της είναι πολλά.

- Όπως νομίζεις ρε καραβόσκυλο, αν το τραβάει η ψυχή σου και δε σε κρατάει ο τόπος, τα πέλαγα σε περιμένουν.

- Τα έχω κανονίσει όλα, πήγα στην εταιρία, πλήρωσα την υπόλοιπη σχολή σου, η γυναίκα θα έρχεται μια φορά την βδομάδα να σου καθαρίζει. Όσο για το μαγείρεμα, σου έχω εμπιστοσύνη, ξέρεις να μαγειρεύεις και δεν σε φοβάμαι.

- Και πότε με το καλό;

- Σε καμιά βδομάδα...

- Καλοτάξιδος να είσαι. Όχι πως το θέλω να φύγεις αλλά δεν το θέλω να κάθεσαι δεμένος για χάρη μου στην στεριά και να σαπίζεις. Να πας μπάρμπα, να πας να γεμίσει το συκώτι σου οξυγόνο. Να πας.

- Γιε μου με ξαλαφρώνεις από ένα βάρος. Να είσαι καλά λεβεντιά μου.

Ο καραβόσκυλος έφυγε, έτρεξε να αλυχτήσει τα κύματα όπως τράβαγε η ψυχή του. Να παλέψει με την αρμύρα και την σκουριά, με το καμένο λάδι μηχανής και τα σκοτάδια του μηχανοστασίου.

Αγαλλίαση ένιωσε και γαλήνη όταν πια το κορμί του έμεινε στα βάθη του ωκεανού. Είχε καταφέρει να “ρίξει” στην κοινωνία και να παραδώσει στους ανθρώπους έναν ακόμη άνθρωπο της προκοπής. Ένα πλάσμα στολίδι και φωτεινό παράδειγμα για πολλούς.

Ο πόνος που προκάλεσε στον Λιάκο ο χαμός του ήταν μεγάλος, αλλά όχι αρκετός να τον καταβάλλει, να τον λυγίσει. Τον πένθησε καθώς έπρεπε και του άξιζε. Γνώριζε όμως πως από κάπου μακριά, από της θάλασσας τα βάθη τον καμάρωνε.

- Να είσαι καλά ρε καραβόσκυλο, να είσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι, έλεγε κάθε φορά που κατέβαινε στο λιμάνι και πέταγε ένα γαρίφαλο στην θάλασσα, αφήνοντας ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια του. Περισσότερο από ευγνωμοσύνη παρά από λύπη. Έτσι κι αλλιώς ήξερε πως ο μπάρμπας ήταν εκεί που του άρεσε και του ταίριαζε περισσότερο.

Με την αρμύρα αντάμα και με την θάλασσα αγκαλιά.

 

του Βαγγέλη Τσερεμέγκλ​η

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!