Η Βαγγελίτσα, χωριατοπούλα όμορφη, αγνή, πλην πτωχή, έτοιμη προς γάμου κοινωνία, νυμφεύεται από προξενιό τον κάπως σιτεμένο Τάσο, πάλαι ποτέ περιζήτητο εργένη. Κλαρίνα, βιολιά και ο γαμπρός στρίβει αυτάρεσκα ότι απέμεινε από τον άλλοτε αρειμάνιο μύστακα.
Μα στον χρόνο απάνω, η Βαγγελιώ, “κυρά Βαγγελιώ, ένα νερό, κρύο νερό”, οσμίζεται αλλαγή συναισθημάτων του γαμπρού, που την μειώνουν σαν γυναίκα, νιόπαντρη μάλιστα. Τον ρωτά λοιπόν:
“Κύρη κι αφέντη μου, πώς με θωρείς; Σαν μανούλα; Σαν αδερφή; Σαν μιαν άφυλη φίλη, που στέργει να εκπληρώσει κάθε φαντασίωσή σου; Σα γατάκι είμαι, που του λες “ψιτ, έλα δω να σου δώσω ένα χαδάκι” και μετά “άμε στο καλό”; Σαν ένα τσαμπί σταφύλι, που τις ρώγες του τρυγάς αφηρημένα κι αναρωτιέσαι, σαν βλέπεις γυμνό το κοτσανάκι, πότε τελείωσε ο καρπός χωρίς να το αντιληφθείς; Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Εσύ, ολημερίς, με μια εφημερίδα, (καλά! "εφημερίδα" η φυλλάδα του χωριού, μην τρελαθούμε κιόλας!) κι εγώ στημένη στην Τ.V. μέχρι τις μεταμεσονύχτιες ειδήσεις. Και η ΑΓΑΠΗ; Πού είναι η Αγάπη; Ένα χρόνο τώρα, στιγμή δεν την είδα εδώ μέσα. Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Φεύγω, Τάσο! Καλύτερα με τη γκρίνια της μάνας, που, όμως, ξέρω μ’ αγαπάει. Δε θα σου λείψω! Σίγουρα! Δεν κατάλαβες τι εννοώ ε; Πρόβλημά σου!”

 

_

γραφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!