(αναμνήσεις)

Οκτάχρονο Λυκόπουλο. Κατασκήνωση στο δάσος. Πρώτο ταξίδι μακριά από την οικογένεια. Τρισευτυχισμένος. Μόνος και κύριος υπεύθυνος για τη φροντίδα του εαυτού μου. Λίγο το ‘χεις;
Σειρά μου για σκοπιά.
Νύχτα.
Με το προσκοπικό μου κοντάρι, εν είδει όπλου, σουλατσάρω πέρα δώθε όπως μου υπέδειξαν οι αρχηγοί.
Σκοτάδι. Των αστεριών το φως μόνο. Ψιλοφοβάμαι μεν, αλλά είμαι και υπερήφανος. Ολόκληρη κατασκήνωση κοιμάται και εγώ ξαγρυπνώ και την φυλάω, κρατώντας μακριά τον κάθε κακόβουλο.
Δεντροσκιές χορεύουν με το αεράκι. Ήχοι μυστηριακοί και ένας γκιώνης μού κάνει παρέα. Τον ευγνωμονώ για την αποψινή του αϋπνία. Το μονότονο τραγούδι του μοιάζει απόψε στ’ αφτιά μου σαν θεία μελωδία μέσα στην αγριευτική σιωπή του δάσους. Κάτι τέτοιες ώρες δεν είναι που βγαίνουν οι νεράιδες και οι δράκοι; Σμίγουν σε ανομολόγητες αγάπες και παίρνουν τη λαλιά όποιου ανθρώπου έχει την ατυχία να τις συναπαντήσει μέσα στο σκιερό δάσος την ώρα του χορού τους. Μπρ μπρ μπρ…
Δροσούλα. "Αγιάζι" κατά πώς την αποκαλεί τη δροσούλα η γιαγιά… (κάποιες λέξεις στο λεξιλόγιο των γερόντων πόσο υπέροχες είναι!). Κατακαλόκαιρο και όμως κρυώνω και δεν είναι μόνο το αγιάζι που φταίει, είναι και ο φόβος, ψέματα να πω;
Ξάφνου, θόρυβος. Με κόβει κρύος ιδρώτας που λένε. Κάνω προσπάθεια να καταλάβω από πού προέρχεται αυτό το υπόκωφο ύπουλο σούρσιμο και κάτι σαν το πλατάγιασμα που κάνει με το στόμα του κάποιος που τρώει λαίμαργα, μην ακολουθώντας και τους πιο στοιχειώδεις κανόνες του savoir vivre, πλατς πλουτς ένα πράγμα. Σκέτη αηδία.
Τον εντοπίζω. Ο θόρυβος σίγουρα προέρχεται από την υπαίθρια κουζίνα της κατασκήνωσης. Και να πω ότι ίσως βρίσκεται εκεί κάποιος καθ’ ύλην αρμόδιος; Μα με το σκοτάδι, το έρεβος που βασίλευε εκεί, σαν τι μπορούσε δηλαδή να κάνει ο αρμόδιος μέσα στα άγρια μεσάνυχτα στην κουζίνα μέσα;
Η καρδιά μου να κτυπά και να χοροπηδά με ξέφρενους ρυθμούς χορεύοντας έναν πεντοζάλη πιο γρήγορο κι απ’ αυτόν ακόμη που μας δίδασκε ο δάσκαλος δημοτικών χορών στο σχολείο μου. Παρ’ όλον το φόβο μου και το μούδιασμα που νιώθω στο κορμί μου, από το τριχωτό της κεφαλής μου μέχρι τα νύχια των ποδιών μου, το μυαλό μου λειτουργεί άψογα.
Πλησιάζω προς την πηγή του αχνοθορύβου νυχοπατώντας…
"Τι σ’ ει;", φωνάζω σαλταρισμένος μεν, αποφασισμένος δε να αντιμετωπίσω τον εχθρό.
Κάτι αργοσαλεύει. Κάτι ογκώδες. Δράκος; Αερικό;
Μα απόκριση καμιά.
"Τι σ’ ει;", ξαναρωτώ πιο αποφασιστικά και με τα χείλια μου να έχουν παραδόξως αποβάλει το τρέμουλό τους όπως και τα δόντια μου που είχαν πάψει να κροταλίζουν σαν σπανιόλικες καστανιέτες.
Μην διακρίνοντας αφενός τίποτα και κυρίως μην ακούγοντας πια απολύτως κανέναν θόρυβο ρωτώ για τελευταία φορά αγριεμένος και με το κοντάρι μου προτεταμένο ακριβώς σαν τον Δον Κιχώτη μπροστά στους ανεμόμυλούς του, όπως έβλεπα στις ζωγραφιές των Κλασικών Εικονογραφημένων στη βιβλιοθήκη του παππού μου, που τρελαινόμουν να διαβάζω ξανά και ξανά. Αναμφίβολα η όλη σκηνή εκεί παρέπεμπε και απ΄ όλο το σκηνικό μόνο ο πιστός Σάντζο Πάντζα έλλειπε.
Ρωτώ λοιπόν, μα όπως είπα, απόκριση καμιά…
Να δεις που ήταν η ιδέα μου, σκέφτηκα. Ή ακόμη μπορεί το όποιο στοιχειό του δάσους να σκιάχτηκε από την ανθρώπινη παρουσία και να το έβαλε στα πόδια. Αναστέναξα με ανακούφιση, που όμως δεν πρόλαβε να γεμίσει τα πνευμόνια μου με την τριπλή και βάλε δόση οξυγόνου που… τους προσέφερε ο αναστεναγμός μου και ακούω ξανά τον θόρυβο πολύ πιο κοντά μου τη φορά αυτή.
«Β Ο Η Θ Ε Ι Α Α Α Α Α», ξεφωνίζω.
Η κατασκήνωση πετάχτηκε στο πόδι.
Άστραψαν φακοί (σημ. σ’ εμένα δεν είχαν δώσει. Γιατί; Σκοπός δεν ήμουνα; Τι διάβολο, βιονικά μάτια νόμιζαν ότι έχω;)
Τους έδειξα με το χέρι την κουζίνα χωρίς από το στόμα μου να βγαίνει λαλιά. Τι έγινε η μιλιά μου;
Α όχι κι αυτό. Όχι να πρόλαβαν τα αερικά να μου τη πάρουν γιατί τα πρόδωσα;
Μ’ αυτή τη σκέψη δοκίμασα τη φωνή μου λέγοντας: «Στην κουζίνα…». Ευτυχώς μιλούσα!
Και ω του γελοίου της υπόθεσης.
Ένας πεινασμένος γάιδαρος, απτόητος, έγλυφε απολαυστικά του καζανιού τα υπολείμματα! Είχε καταφέρει να φέρει το καζάνι τούμπα και ο ίδιος ήταν μισός μέσα σ΄ αυτό, μισός έξω. Καταφανής η προσπάθειά του και η αποφασιστικότητά του να μην αφήσει μέσα ίχνος τροφής.

«Λάθος σου πρόσκοπε που δεν φώναξες νωρίτερα. Κι αν ήταν θεριό; Κι αν ήταν κανένας λύκος, κανένα τσακάλι, καμιά ύαινα; Κινδυνεύαμε όλοι…».

Κοίτα να δεις που κάτι τέτοιο από το μυαλό μου δεν είχε περάσει. Για αερικά φοβόμουνα, γάιδαρος μας προέκυψε και μάλιστα ένα άκακο πεινασμένο γαϊδουράκι που ποιος ξέρει από πότε είχε να φάει! Αυτό τουλάχιστον έδειχνε με το ν’ αψηφήσει τιμωρίες και ανθρώπινες καμουτσιές προκειμένου να φάει κάτι που οι άνθρωποι δεν το ήθελαν και το είχαν παρατήσει στα τοιχώματα και στον πάτο ενός καζανιού, που με το φέγγος της ημέρας ο μάγειρας θα το έπλενε και τόση λιχουδιά θα πήγαινε χαμένη. Πού ήταν το κακό;

 Κάτι κρυφοχαμόγελα των συναδέλφων μου λυκόπουλων υπήρξαν βέβαια, που όμως δεν είχαν συνέχεια και συνέπεια, προφανώς γιατί κατάλαβαν ότι και εκείνοι στη θέση μου κάπως έτσι θα ενεργούσαν.

Σχεδόν ογδόντα χρόνων τώρα πια!
Μόλις δω προσκοπάκι θυμάμαι εκείνη την αξέχαστη κατασκήνωση και με πιάνουν κάτι γέλια! Για λίγο ξαναγίνομαι παιδί και πρόσκοπος σε βάρδια σκοπιάς. Τόσες φορές φύλαξα σκοπιά έκτοτε σαν φαντάρος, μα η θύμηση εκείνης της πρώτης φοράς παρέα με το γκιώνη μού γλυκαίνει τις αναμνήσεις.
 
Και βέβαια μήτε το γάιδαρο ξέχασα (απόδειξη η διήγηση που κάνω, τόσα χρόνια μετά) μηδέ τις συμβουλές των αρχηγών μου. Ήταν σοφές, κακά τα ψέματα, και τις τηρούσα πάντοτε με θρησκευτική ευλάβεια. Ποτέ μου δεν υποτίμησα τη σοφία των νέων ανθρώπων ξέρετε…

 

_

γράφει η Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!