Όμορφοι οι αστερισμοί απόψε θυμίζουν τη γιαγιά μου τη Τζαμπί[1] όπως τη φώναζε ο παππούς μου. Έδειχνε τα νεφελώματα στον ουρανό κι έλεγε πως είναι ο ποταμός Ιορδάνης. Νοσταλγική μυρωδιά από βασιλικό στο γλαστράκι μιας αγαπημένης αυλής. Θυμήθηκα το ματωμένο δάχτυλο του ποδιού μου που χτύπαγα σαν έτρεχα με φόρα με τις βρεγμένες μου σαγιονάρες τα μεσημέρια, στην κάτω ρούγα του χωριού. Νερά ξέπλεναν το αλάτι, από την Αγία Δύναμη[2] κι ερχόντουσαν στις τυχερές μας βρύσες. Άγιο το νερό…

Χωριό. Μεσημεριάτικες βόλτες στα ασβεστωμένα στενά για ανακαλύψεις ή για συνάντηση με την υπόλοιπη μαυρισμένη παρέα για να φάμε παγωτό προσπαθώντας να μάθουμε τάβλι. Χαχανητά στην ησυχία των σπιτιών και ο ήχος των τζιτζικιών έβγαζε εκείνο το καλοκαιρινό ηχόχρωμα με τη μελωδία της ψυχής να παίζει σε όλες τις νότες.

Λίγο γκάζι να πάταγες και θα το προσπέρναγες τούτο το χωριό χωρίς να το καταλάβεις για να βρεις τη θάλασσα. Μα θα έχανες εκείνα τα βράδια που μαζευόντουσαν όλοι στο ταρατσάκι του κεντρικού καφενείου, φιλοσοφούσαν, μα κυρίως λύνανε όλα τα πολιτικά θέματα της χώρας με τσικουδιά, λαδοκούλουρα και γραβιέρα. Από κάτω στην κληματαριά οι υπόλοιποι βεγγέριζαν[3] και ζήλευε το φεγγάρι και τρύπωνε από τα ανοίγματα. Γυάλιζε το καρπούζι και οι ήχοι από τα πιρούνια έπαιζαν παλαμάκια στα αστεία που λέγαμε.

Χωριό. Η τρυφερή ένωση της ρίζας του πατέρα μου με τη δική μου. Το πέρασμα της αγάπης σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Σαν άμμος σε κλεψύδρα που πότε τελειώνει και πότε γεμίζει το χρόνο της απόλαυσής του. Χωριό. Το πάντρεμα του σώματός μου με τη θάλασσα και το αμήν της ελευθερίας μου. Χωριό. Που λαχταρά το ξυπόλητο ποδάρι μου και η ψυχή που παρακαλά για αλμύρα. Εσωτερικές ομορφιές που γεννιούνται με το που δένει το πλοίο στο λιμάνι της Σούδας. Να μυρίζει φουγαρίλα και λάδια το λιμάνι και εγώ να παίρνω τζούρες από το χανιώτικο αέρα και να λέω «Έφτασα νησί μου, ήρθα!» χαμογελώντας. Να μη με νοιάζει το στριμωξίδι στο κατέβασμα, το άυπνο κορμί από το ροχαλητό του κυρίου δίπλα ή από την παρέα που είχε τέρμα τη μουσική.

Χωριό. Στο μέρος που άνθρωποι δικοί μου από το ίδιο δεντρί περιμένουν με μια αγκαλιά να απλώσουμε τις ζωές μα και τις αγάπες μας σε ένα μεγάλο τραπέζι με κρασί και κεράσματα.  Χωριό, που περπατάς στο βράχινο διάδρομο να ανάψεις το κερί στον Αη Νικόλα[4] μούσκεμα από τη διαδρομή και χαχανίζει ο Άγιος. 

Χωριό του Έρωτα. Το απόλυτο ταίριασμα. Να σεργιανάς ερωτευμένος στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου, να φωνάζεις «Σε αγαπώ!» στο  Κουρταλιώτικο φαράγγι[5] και να σου απαντά η ηχώ σου για επιβεβαίωση.

 

Αυτό θα πει καλοκαίρι στην Κρήτη…

 

_

γράφει η Μάχη Τζουγανάκη 

 

[1] Ζαμπία: συνηθισμένο κρητικό γυναικείο όνομα

[2] Αγία Δύναμη Αργυρούπολης Ρεθύμνου. Ένας τόπος ευλογημένος με νερά να τρέχουν από παντού με το μικρό πέτρινο ναό της Αγίας Δύναμης μέσα στα βράχια να ενισχύει την ομορφιά του τοπίου

[3] Βεγγέρες: οι βραδινές συγκεντρώσεις σε σπίτια, κυρίως οικογενειακές

[4] Άγιος Νικόλας Γεωργιούπολης: Κατάλευκο εκκλησάκι χτισμένο καταμεσής της θάλασσας πάνω σε μια βράχινη διαδρομή.

[5] Φαράγγι απίστευτης ομορφιάς που ανήκει στο νομό Ρεθύμνου και καταλήγει στην εξωτική λίμνη και παραλία της Πρέβελης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!