Select Page

Κόκκινη κλωστή, δεμένη

Κόκκινη κλωστή, δεμένη

 

 

“Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια θλιμμένη πριγκίπισσα, ρομαντική ψυχή, πονεμένη από την απλότητα της ζωής της. Δυσκολίες δεν βρέθηκαν ποτέ στο διάβα της, ροδοπέταλα χρωμάτιζαν το μονοπάτι της, όμορφα πριγκιπόπουλα θυσίαζαν την ζωή τους για κείνη. Η καρδιά της όμως δεν γιατρευόταν με τίποτα και η θλίψη της σημάδευε όλο το Βασίλειό της.

Αρχικά κόλλησε η παραμάνα της και ένα πρωινό αντί να βοηθήσει την πριγκίπισσα να ντυθεί, ξάπλωσε στο πλευρό της, κόλλησε το βλέμμα στο πετρόχτιστο τοίχο απέναντί της και αναστέναξε λίγο πριν βάλει τα κλάματα από την αμέτρητη θλίψη που φώλιασε στα στήθη της. Ό, τι και να έκαναν, η πριγκίπισσα δεν έλεγε να χαμογελάσει, να νιώσει χαρά ή να εκτιμήσει την ζωή της. Πριγκιπόπουλα πολλά πέρναγαν από το κάστρο καθημερινά, ελπίζοντας να καταφέρουν να την κάνουν ευτυχισμένη και να ζήσουν μια ζωή αγαπημένοι μαζί.

Όταν πια η πριγκίπισσα έφτασε τα δεκαέξι της χρόνια, όλο το Βασίλειο υπέφερε. Μια στιγμή πριν βυθιστεί στην θλίψη ο Βασιλιάς, πήρε την κόρη του και την κλείδωσε ψηλά στην πιο απομακρυσμένη κορυφή του κάστρου, ελπίζοντας να σταματήσει την καταστροφή που τους βρήκε. Μάταια όμως! Δυο χρόνια μετά, ο λαός ήταν βυθισμένος στην απελπισία. Κανένας δεν έβρισκε χαρά, διάθεση για ζωή. Απόγνωση είχε απλωθεί παντού. Όλα ήταν ασπρόμαυρα.

Το πριγκιπόπουλο που βρέθηκε στο Βασίλειο, δεν διέφερε από όλα τα προηγούμενα. Για την ακρίβεια, η ασχήμια του ήταν ιδιαίτερα ενοχλητική, σχεδόν απαγορευτική για ένα πριγκιπόπουλο. Μα η καρδιά του ήταν ρομαντική, γεμάτη αγάπη για όλο τον κόσμο. Αυτό τον έκανε ξακουστό στα πέρατα του κόσμου. Όταν άκουσε για την πανέμορφη πριγκίπισσα που υπέφερε τόσα χρόνια από θλίψη, ένιωσε άσχημα για εκείνη. Θεώρησε χρέος του να απαλύνει το βάσανό της γι' αυτό έζεψε -μόνος του- το άλογό του και ταξίδεψε από επτά Βασίλεια μακριά για να φτάσει κοντά της.

Δυσκολεύτηκε πολύ να φτάσει καθώς η περίοδος ήταν πολύ δύσκολη για πρίγκιπες -όμορφους και άσχημους- αλλά τελικά κάποια στιγμή βρέθηκε να διασχίζει την πόρτα του Βασιλείου. Θλιμμένα πρόσωπα τον περιτριγύρισαν και σχεδόν ένιωσε το σφίξιμο γύρω από την καρδιά του. Έτσι έκανε αυτό που πρόσταζε η καρδιά του: τους χαμογέλασε θερμά, τους χτύπησε φιλικά στην πλάτη, βοήθησε τις κυρίες με τα βάρη, παρέσυρε τα παιδιά σε παιχνίδια, γέλασε δυνατά με όλη του την καρδιά. Σταδιακά το Βασίλειο απέκτησε και πάλι χρώμα, γέμισε χαρούμενες φωνές και ευτυχισμένα πρόσωπα καθώς πέρναγε ανάμεσά τους ο πρίγκιπας. Ιδιαίτερα ευχαριστημένος που βάδιζε ανάμεσα σε ευτυχισμένους ανθρώπους, οδηγήθηκε στην πριγκίπισσα. Μπήκε στην κάμαρά της και έμεινε έκθαμβος από την ομορφιά της. Μουτρωμένη μεν, πανέμορφη δε. Καθώς την πλησίαζε έβγαλε από το ρούχο του ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το άφησε πάνω στο φόρεμά της. Το κόκκινο χρώμα επεκτάθηκε ακόμα και στα μαγουλά της τα οποία ήταν κατακόκκινα όταν πια σήκωσε το βλέμμα της και του χάρισε το πιο όμορφό της χαμόγελο.

Το κόκκινο φόρεμα της πριγκίπισσας ανέμισε καθώς το πριγκιπόπουλο την πήρε στην αγκαλιά του, λίγο πριν την οδηγήσει στο κάστρο που θα πέρναγαν την υπόλοιπη ζωή τους, ευτυχισμένοι ο ένας στο πλευρό του άλλου.

Και έζησαν αυτοί καλά και ’μεις καλύτερα.

 

Ελίνα Παπαναστασίου”

 

Τα πλήκτρα της γραφομηχανής, βγαλμένης από μια άλλη εποχή, σταμάτησαν να αντηχούν στο κατά τα άλλα βαριά διακοσμημένο δωμάτιο. Αλλοιωμένα, φθαρμένα από το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου, ισορροπούσαν εύθραυστα στο μπροστινό μέρος της. Με λίγη παραπάνω παρατηρητικότητα, μπορούσες να διακρίνεις το “Α” να ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου, γερμένο από τις δυσκολίες της ζωής, μια ανάσα από το “Σ”, και το “Ε”, ζηλεύοντας την δόξα του αγγλικού “F”, να στέκει χωρίς την γραμμή που το κρατάει ολόρθο, προσδίδοντας έναν άλλον αέρα σε αυτή την αντίκα.

Ένα ζευγάρι χέρια, γύρισαν την ροδέλα που κράταγε αιχμάλωτη την γεμάτη λέξεις σελίδα, και την ανέμισε στον αέρα, λίγο πριν την τοποθετήσει στην άκρη του γραφείου, πάνω σε μια σελίδα που υπήρχε ήδη εκεί. Ένα ζευγάρι μάτια, έμειναν να την κοιτάζουν ταξιδεύοντας ανάμεσα στις λέξεις, λίγο πριν τα χέρια την γυρίσουν ανάποδα.

“Θλίψη και μόνο”, σκέφτηκε λίγο πριν τυλίξει τα χέρια του γύρω από το μπουκάλι με το ουίσκι που έστεκε δίπλα στην γραφομηχανή. Δυο τρεις γουλιές κατέβηκαν αχόρταγα καίγοντας τον λαιμό του. Σπίθες βγήκαν από τα μάτια του καθώς τα έσφιξε για να απαλύνει τις καυτές μαχαιριές.

Νιώθοντας απόγνωση και το τέλος του κόσμου να πλησιάζει, κατέβασε μερικές χορταστικές γουλιές ακόμα και χάρηκε με τον τρόπο που τιμωρούσε τον εαυτό του. “Ολα τα κλισέ σε μένα”, σκέφτηκε ενώ εικόνες αυτοκαταστροφικών συγγραφέων πέρναγαν από μπροστά του καθώς το ουίσκι του έκαιγε τα σωθικά.

Ένα σφίξιμο στην καρδιά, του θύμισε ότι διανύει πλέον την έκτη δεκαετία της ζωής του, και οι αντοχές του είναι τόσο γελοίες. Γελοίες όπως η ζωή που διάλεξε. Ταξίδεψε πίσω στον χρόνο, τότε που τα νιάτα όριζαν το κορμί και την καρδιά και τα όνειρα και οι επιθυμίες ήταν δυο βήματα μακριά. Επιλογές που χάραξαν το μονοπάτι που διέσχισε. Πόσα λάθη έκανε αλήθεια! Πόσο πίστεψε στον εαυτό του και πόσο λάθος αποδείχτηκε. Με τρεμάμενα χέρια έβγαλε την φωτογραφία μιας γυναίκας από το συρτάρι του γραφείου του. Λιτά αλλά κομψά ντυμένη, χαμογέλαγε όλο αισιοδοξία στο φακό. Αυτή την αισιοδοξία του μετέδιδε όποτε ήταν κοντά της. Τον έκανε να αισθάνεται δυνατός, σχεδόν υπεράνθρωπος, ικανός να καταφέρει τα πάντα. Εκτός από το να κάνει οικογένεια μαζί της.

Αποτίναξε με μιας την εικόνα της από το μυαλό του καθώς πλέον του θύμιζε την αδυναμία του, και χάιδεψε με λατρεία την μόνη πιστή σύντροφό του τα τελευταία χρόνια -την γραφομηχανή του-. Έπη θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί σε αυτή. Έπη που έμειναν όνειρα ενός ταλαντούχου συγγραφέα που ποτέ δεν απέδειξε το ταλέντο του, παρά βολεύτηκε με κατά παραγγελία κείμενα. Κείμενα σαν αυτό στο γραφείο δίπλα του. Πεντακόσιες λέξεις, δεκαπέντε ευρώ, αρκετά για ένα μπουκάλι ουίσκι ή φαγητό. Παραμύθια για μικρά παιδιά, παραμύθια και για μεγάλους. Τόσο απλά, η αλήθεια πονάει και τα κλισέ είναι για τους συγγραφείς. Αφανείς αντιήρωες αυτής της σκληρής ζωής.

Πέρασε ένα φύλλο χαρτί στην γραφομηχανή. Κατέβασε δυο γουλιές ουίσκι και μηχανικά τοποθέτησε τα χέρια του πάνω στα φθαρμένα πλήκτρα. Το ίδιο μηχανικά εμφανίστηκαν και οι πρώτες λέξεις στο χαρτί:

“Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινίσει.”

 

_

γράφει η Λυδία Ψαραδέλλη

Η Λυδία Ψαραδέλλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε και εργάστηκε σε ετερόκλητους τομείς, μαζεύοντας εμπειρίες που χρησιμοποίησε στα κείμενά της. Έχει γράψει διηγήματα, άρθρα, κριτικές, σενάρια τηλεοπτικά, θεατρικά έργα, ποίηση και ασχολείται με τον τομέα της ενημέρωσης στην ιστοσελίδα NewSage.gr. Άρθρα και κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες και ψηφιακά λογοτεχνικά περιοδικά. Έργα της έχουν λάβει τιμητικές διακρίσεις σε διεθνείς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν εκδοθεί σε πολυσυγγραφικές συνεργασίες. Έχει έναν γιο.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αναζήτηση στη σελίδα

Προσαρμοσμένη αναζήτηση

Αρχείο

Είσοδος