Γεννήθηκα μες στων ματιών σου τη σκιά.
Βύζαξα των σφυγμών το πρώτο γάλα.

Οι καμπάνες φύλαξαν το ρυθμό της πνοής μου μυστικά,
για να χτυπάνε τη ζωή γοργά.

Αχ! τα κόκαλά σου στο αίμα μου γλυκά κυλούν.
Εσύ μου έδωσες της αγάπης το βασιλικό πολτό.
Μανδύα ζωής στο αύριο.
Ψαλμό αυγής,
νανούρισμα στα πρώτα βήματα μου.
Μου έφερες τη Γη στην αγκαλιά.
Να χαράξω την δική μου τροχιά στο κόσμο.
Μου έμαθες την γλώσσα των σιωπών.
Έτσι, μπορούσα να ερμηνεύω τα πουλιά.
Μου έδειξες,
πως να βλέπω όνειρα τη μέρα.
Πως να τα ζωγραφίζω.
Για να μοιάζει η πραγματικότητα με πολύχρωμο καμβά.
Πως να αντλώ απ' τα άστρα τη μορφή τους.
Ύστερα να τα φυλάω κάτω απ' το μαξιλάρι
για να μου δίνουν φως.

Το σκοτάδι φοβόμουν.
Μου έλεγες παραμύθια.
Στην αγκαλιά σου με έσφιγγες.
Ψιθύριζες “Εγώ είμαι εδώ!”
Τότε, ηρεμούσε η θάλασσα.
Σιωπούσαν οι άνεμοι...

Θυμάσαι άραγε,
την ταράτσα του παππού;
Καθόμασταν στην κουνιστή καρέκλα.
Μου κράταγες το χέρι.
Κοιτούσαμε τα φώτα της πόλης.
Τα τετράγωνα φωτεινά στολίδια.
Έτσι, μου έλεγες.
Πλήθυναν τώρα ξέρεις.
Έφτασαν τον αριθμό των χαμένων ψυχών.
Από ποσοτικής άποψης.
Ένα απ' όλα ανάβει για 'σένα.
Ασπροντυμένη Παναγιά.

Άκου!
Το γλυκό αεράκι της νύχτας.            
Ο θάνατος σίγουρα έχει χρώμα λευκό.
Μην ακούς τι λένε.
Κύκλος είναι.
Σε ποια στιγμούλα του,
άραγε, να βρίσκεσαι;

Εις το επανιδείν...

 

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!